Ο πολιτισμός ως μοχλός οικονομικής ανάπτυξης στα Χανιά

KAM-MEGALO-ARSENALI

Είναι κοινός τόπος ότι το επάγγελμα του αρχιτέκτονα είναι ένα από εκείνα που κατ’ εξοχήν έχουν πληγεί από την οικονομική κρίση που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια. Το μοντέλο της άσκησης επαγγέλματος που επικρατούσε μέχρι πρόσφατα, με τον αρχιτέκτονα δημιουργό κατά βάσιν κτηριακών έργων, βασισμένο σε προσωπική πελατεία, όλα δείχνουν ότι έχει σχεδόν καταρρεύσει, χωρίς να διαφαίνεται σημαντική ανάκαμψή του στο εγγύς τουλάχιστον μέλλον.

Η αναζήτηση νέων επαγγελματικών διεξόδων αποτελεί μονόδρομο. Παρότι, πλέον, η άσκηση της αρχιτεκτονικής ως επαγγέλματος δεν γνωρίζει τοπικούς περιορισμούς και λειτουργεί υπερτοπικά – διακρατικά, αυτή η προσέγγιση περισσότερο αφορά μεγάλης κλίμακας έργα και οργανωμένα γραφεία και λιγότερο άσκηση επαγγέλματος σε ευρεία μέση και μικρή κλίμακα. Στη δεύτερη περίπτωση, η οποία κατά κύριο λόγο μάς αφορά στη σημερινή συνάντηση, οι ειδοποιοί διαφορές και τα ειδικά χαρακτηριστικά κάθε περιοχής παίζουν σημαντικό ρόλο στις πιθανές νέες  επαγγελματικές δυνατότητες που αναφύονται για τον κλάδο. Τα Χανιά είναι μια πόλη πουκατ’ εξοχήν προσφέρεται για την αναζήτηση τέτοιων δυνατοτήτων.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Τα νέα δεδομένα για το επάγγελμα του αρχιτέκτονα στην Ελλάδα της κρίσης επιγραμματικά συνοψίζονται σε:

Έλλειψη δημοσίων έργων.
Δραματικό περιορισμό των ιδιωτικών αναθέσεων παράλληλα με κάθετη μείωση του δημιουργικού και προφανώς του οικονομικού αντικειμένου τους. Για παράδειγμα, αν στο παρελθόν το ελάχιστο ύψος δαπάνης για κατασκευή κάποιου αρχιτεκτονικού έργου θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν τα 50.000 ευρώ, σήμερα αυτό το ποσόν φαντάζει απρόσιτο για το ευρύ κοινό.

Τα παραπάνω οδηγούν κατ’αρχήν στην αναζήτηση αντικειμένου αρχιτεκτονικής εργασίας:

Α. Με χαμηλό προϋπολογισμό έργου.
Β. Με διευρημένη αντίληψη για τον ρόλο του αρχιτέκτονα που δεν θα περιορίζεται σε κτηριακές και λοιπές συναφείς μελέτες , όπως στο παρελθόν.

Το πρώτο σκέλος, που αφορά στον χαμηλό προϋπολογισμό έργου, έχει μια σημαντική προϋπόθεση: την καλλιέργεια της αντίληψης στο ευρύ κοινό ότι αντικείμενο αρχιτεκτονικής αποτελούν και μικρές παρεμβάσεις με χαμηλό κόστος που μπορούν όμως να βελτιώσουν τον χώρο, π.χ. διαμορφώσεις αύλειων χώρων, αλλαγές όψεων κ.λπ., οι οποίες συνήθως γίνονται χωρίς μελέτες από τους τεχνίτες ή του ιδιοκτήτες με ανάλογα αποτελέσματα.

Το δεύτερο σκέλος είναι πιο πολύπλοκο γιατί έχει περισσότερες προϋποθέσεις, όπως η αλλαγή στην αντίληψη των αρχιτεκτόνων για το εύρος του εργασιακού τους αντικειμένου, αλλά και η διεύρυνση του γνωστικού τους υπόβαθρου προκειμένου να ανταποκριθούν σε νέες εργασιακές προκλήσεις.

Τα Χανιά στο σημείο αυτό έχουν να προσφέρουν πολλά μέσα από το δίπολο πολιτισμός – τουρισμός που αποτελεί συγκριτικό πλεονέκτημα της πόλης και προφανώς δεν αφορά τον στενό επαγγελματικό κύκλο των αρχιτεκτόνων, στον οποίο αυτή τη στιγμή εστιάζουμε αλλά επηρεάζει συνολικά τις αναπτυξιακές δυνατότητες της πόλης.

Πιο συγκεκριμένα, οι αρχιτέκτονες μπορούν να συμβάλουν μέσα από δύο τουλάχιστον τομείς ενδιαφέροντος στον άξονα του πολιτισμού – τουρισμού:

1. Την προστασία και ανάδειξη της αρχιτεκτονικής πολιτιστικής κληρονομιάς, κατ’ εξοχήν αντικείμενο αρχιτεκτονικής (αναστηλώσεις, αποκαταστάσεις, επανάχρηση υφισταμένων κελυφών, αναπλάσεις ιστορικών κέντρων κ.λπ.) όπου ο ρόλος του αρχιτέκτονα είναι γνωστός από το παρελθόν, άρα δεν έχουμε να σχολιάσουμε κάτι ιδιαίτερο.

2. Την πολιτιστική διαχείριση ευρύτερα, όπου ο ρόλος του αρχιτέκτονα, παρότι είναι εξόχως σημαντικός, προς το παρόν δεν αξιοποιείται ως θα όφειλε.

Στα παραπάνω η συμβολή της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Πολυτεχνείου Κρήτης είναι καίριας σημασίας, κυρίως μέσω των μεταπτυχιακών προγραμμάτων που προσφέρει με θέμα:

Α. Τουρισμός – πολιτισμός και Μεσογειακός χώρος. Σύγχρονες σχεδιαστικές προσεγγίσεις.
Β. Ολοκληρωμένη προστασία ιστορικού δομημένου περιβάλλοντος με προηγμένες τεχνολογίες και υλικά.

 ENETIKO-LIMANI-XANION1

Πιο συγκεκριμένα:

Κατεύθυνση Α:

«Τουρισμός, πολιτισμός και μεσογειακός χώρος: Σύγχρονες σχεδιαστικές προσεγγίσεις».

Η κατεύθυνση αυτή εμβαθύνει στον σχεδιασμό και τη διαχείριση του δομημένου περιβάλλοντος σε σχέση με τον τουρισμό με έμφαση στον μεσογειακό χώρο και στον πολιτισμό. Πρόκειται για μια διεπιστημονική και ανοιχτή σε καινοτόμες προσεγγίσεις εξέταση της επιρροής του τουρισμού στον μεσογειακό χώρο που στοχεύει στην ένταξη, αλλά και στον καινοτόμο διάλογο με αυτόν. Η σχέση που αναπτύσσει ο τουρισμός με τον πολιτισμό, τόσο σε κτηριακό απόθεμα όσο και σε φυσικό περιβάλλον,   αποτελούν τους άξονες των προσεγγίσεων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το πεδίο ενδιαφέροντος της κατεύθυνσης εστιάζει στη διερευνητική συσχέτιση της νέας αρχιτεκτονικής/χωρικής πρότασης που αφορά τον τουρισμό με το υφιστάμενο φυσικό, δομικό, αστικό, περιβαλλοντικό νοητικό περίγυρο.

Στόχος της κατεύθυνσης είναι να προσφέρει στους μεταπτυχιακούς φοιτητές το απαραίτητο επιστημονικό υπόβαθρο προκειμένου να αντιληφθούν την πολυπλοκότητα και τη συνθετότητα του τουριστικού φαινόμενου, διευρύνοντας τις γνώσεις τους, οξύνοντας την κριτική τους ικανότητα και αποκτώντας μια πολυ-επιστημονική άποψη για τη σχέση τουρισμού, πολιτισμού, αρχιτεκτονικής, πόλης και τοπίου, αλλά και να  ενισχύσουν τη σχεδιαστική τους ικανότητα σε σχετικά ζητήματα.

Κατεύθυνση Β:

«Ολοκληρωμένη προστασία ιστορικού δομημένου περιβάλλοντος με σύγχρονες τεχνολογίες και προηγμένα υλικά».

H κατεύθυνση αυτή στοχεύει στη διεπιστημονική διαχείριση του ιστορικού δομημένου περιβάλλοντος στην κατεύθυνση του ολοκληρωμένου σχεδιασμού και της προστασίας, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη καινοτόμων ερευνητικών πρακτικών για την προστασία του, με την αξιοποίηση της ψηφιακής τεχνολογίας και την εφαρμογή νέων προηγμένων τεχνολογιών για τα υλικά και τις κατασκευές.

Κύρια χαρακτηριστικά του προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών κατά την προσέγγιση και επεξεργασία των γνωστικών του αντικειμένων είναι η διεπιστημονικότητα και πολυεπιστημονικότητα, η σύνδεση του σχεδιασμού, σε όλες τις κλίμακες, με αρχές και στρατηγικές αειφορίας και οικολογίας, η εφαρμογή καινοτόμων πρακτικών (έξυπνα συστήματα, έξυπνα υλικά, ρομποτική) όσον αφορά τόσο στην αρχιτεκτονική τεχνολογία όσο και στη διαχείριση του δομημένου περιβάλλοντος, η θεώρηση του πολιτιστικού τοπίου καθώς και του ιστορικού δομημένου περιβάλλοντος όχι μόνον ως πολιτιστικών αγαθών αλλά και ως σημαντικών παραγόντων οικονομικής ανάπτυξης.

Ως εκ τούτου, πρέπει να διαμορφώσουμε νέα μέτρα δημόσιας πολιτικής που θα ενσωματώνουν το πολιτιστικό κεφάλαιο στην οικονομία και την κοινωνία. Με τον τρόπο αυτό, θα πρέπει να αναληφθούν δράσεις για να αναζωογονηθεί το μέχρι σήμερα «αδρανές» πολιτιστικό κεφάλαιο και η ισχυρή δυνατότητα ανάπτυξής του, ιδίως σε περιοχές που κατέχουν ένα εντυπωσιακό πολιτιστικό απόθεμα και κατά συνέπεια μια σημαντική δυνατότητα ανάπτυξης και δημιουργίας απασχόλησης και εισοδήματος.

Με τις συγκεκριμένες θεματικές τα μεταπτυχιακά αυτά προγράμματα πέραν του ερευνητικού – ακαδημαϊκού στόχου, διεθέτουν και επαγγελματικό προσανατολισμό που λαμβάνει σοβαρά υπόψιν του τα δεδομένα της πόλης των Χανίων και της Κρήτης γενικότερα, προσφέροντας τη δυνατότητα στους αρχιτέκτονες να εξειδικευθούν και να ανταποκριθούν σε επαγγελματικά αιτήματα που προκύπτουν από τα νέα εργασιακά δεδομένα σε τοπικό αλλά και υπερτοπικό επίπεδο.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι τα προγράμματα αυτά δεν απευθύνονται μόνο σε αρχιτέκτονες αλλά και γενικότερα σε μηχανικούς, αρχαιολόγους, συντηρητές έργων τέχνης και λοιπές συναφείς ειδικότητες.

Όπως ήδη διατυπώθηκε, και στις δύο κατευθύνσεις του μεταπτυχιακού προγράμματος της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Πολυτεχνείου Κρήτης αντιμετωπίζουν το ιστορικό δομημένο περιβάλλον και το πολιτιστικό τοπίο αλλά και το ζεύγος πολιτισμός τουρισμός ως σημαντικούς παράγοντες οικονομικής ανάπτυξης. Διερευνάται δηλαδή η οικονομική τους διάσταση και κατά τούτο η οικονομία του πολιτισμού.

Για το ζήτημα όμως της οικονομία του πολιτισμού έχουμε και άλλες ενδιαφέρουσες εξελίξεις. Από τον Νοέμβριο του 2015, περίπου ένα χρόνο πριν δηλαδή, εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση ένα πρόγραμμα ενταγμένο στην πλατφόρμα Erasmus+, το οποίο είχε προτείνει μια σύμπραξη επτά ακαδημαϊκών φορέων και ιδρυμάτων από την Ευρώπη, ανάμεσά τους η Αρχιτεκτονική Σχολή του Πολυτεχνείου Κρήτης και η ΚΕΠΠΕΔΗΧ – Κέντρο Αρχιτεκτονικής Μεσογείου. Οι λοιποί συμμετέχοντες είναι το Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, το Πανεπιστήμιο Middlesex στο Λονδίνο, το Ινστιτούτο Flaminia στη Ραβέννα, το Πανεπιστήμιο Κύπρου (Αρχιτεκτονική Σχολή) και το Μανιατάκειο Ίδρυμα.

 XANIA-ENETIKO-LIMANI

Το πρόγραμμα ονομάζεται InHerit, κρίθηκε ως το πλέον ανταγωνιστικό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κατά τούτο συνιστά πολύ μεγάλη επιτυχία η έγκριση της πρότασης, και  περιλαμβάνει έρευνα και επιμόρφωση ενηλίκων. Αντικείμενό του, όπως προανέφερα, είναι η προαγωγή της πολιτιστικής κληρονομιάς ως πηγή βιώσιμης ανάπτυξης, τουτέστιν η οικονομία του πολιτισμού. Είναι ένα θέμα το οποίο παντού συζητείται αλλά μέχρι τώρα η διερεύνησή του παρέμενε εμπειρική. Το εν λόγω ευρωπαϊκό πρόγραμμα προσπαθεί να προσεγγίσει το ζήτημα επιστημονικά και συστηματικά.

Η μέχρι τώρα δραστηριότητα του προγράμματος περιλαμβάνει ένα διεθνές συνέδριο που έγινε τον Μάιο που μας πέρασε, στο οποίο μετείχαν εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων από τους τομείς τον επενδύσεων σε πολιτιστικά αγαθά, εκπρόσωποι φορέων από πολλά κράτη, ακόμα και από την Ιαπωνία.  Το συνέδριο συνοδεύτηκε από μια έκδοση.

Ιδιαίτερη  έμφαση δόθηκε στα οικονομικά εργαλεία και τις μεθόδους για την αξιολόγηση της κοινωνικής και  οικονομικής αξίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, για την εξέταση των επενδυτικών αναγκών και των χρηματοδοτικών εργαλείων για την ενίσχυσή της, με έμφαση σε καινοτόμα μέσα χρηματοδότησης έργων πολιτιστικής κληρονομιάς, με τη συνεργασία Δημοσίου και  Ιδιωτικού Τομέα και τη χρηματοδότηση εργαλείων για αστική ανάπλαση και τοπική ανάπτυξη.

Τα αποτελέσματα του συνεδρίου θα ήταν σκόπιμο να χρησιμοποιηθούν στη χάραξη μέτρων δημόσιας πολιτικής, προκειμένου να ενισχυθεί ο ρόλος της πολιτιστικής κληρονομιάς στην τοπική, περιφερειακή και εθνική οικονομική ανάπτυξη με βιώσιμο τρόπο.

Ένα ισχυρό αποτέλεσμα του συνεδρίου είναι ότι η πολιτιστική κληρονομιά ενέχει μια αναξιοποίητη δυνατότητα ανάπτυξης, ικανή να παράγει απασχόληση και εισόδημα και η δημόσια  πολιτική θα πρέπει να αντιμετωπίσει αυτή τη δυνατότητα ως πόρο ανάπτυξης, σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο στο πλαίσιο εξόδου από την τρέχουσα ευρωπαϊκή κρίση. Δεδομένου ότι η δυναμική αυτή αναγνωρίζεται στη Στρατηγική «Ευρώπη 2020», η πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί τον τέταρτο πυλώνα της στρατηγικής αυτής στην κατεύθυνση πραγματοποίησης του οράματος «μιας έξυπνης, βιώσιμης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης» στην Ευρώπη.

Ως εκ τούτου, πρέπει να διαμορφώσουμε νέα μέτρα δημόσιας πολιτικής που θα ενσωματώνουν το πολιτιστικό κεφάλαιο στην οικονομία και την κοινωνία. Με τον τρόπο αυτό, θα πρέπει να αναληφθούν δράσεις για να αναζωογονηθεί το μέχρι σήμερα «αδρανές» πολιτιστικό κεφάλαιο και η ισχυρή δυνατότητα ανάπτυξής του, ιδίως σε περιοχές που κατέχουν ένα εντυπωσιακό πολιτιστικό απόθεμα και κατά συνέπεια μια σημαντική δυνατότητα ανάπτυξης και δημιουργίας απασχόλησης και εισοδήματος.

Το μοντέλο της άσκησης επαγγέλματος που επικρατούσε μέχρι πρόσφατα, με τον αρχιτέκτονα δημιουργό κατά βάσιν κτηριακών έργων, βασισμένο σε προσωπική πελατεία, όλα δείχνουν ότι έχει σχεδόν καταρρεύσει, χωρίς να διαφαίνεται σημαντική ανάκαμψή του στο εγγύς τουλάχιστον μέλλον.

Η αύξηση της ευαισθητοποίησης του κοινού είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την έγκριση των μέτρων της δημόσιας πολιτικής που στοχεύουν στην αντιμετώπιση του κοινωνικού και οικονομικού δυναμικού του πολιτιστικού αποθέματος.

Οι συζητήσεις και η ανταλλαγή απόψεων που αναπτύχθηκαν στο συνέδριο βοήθησαν στη διερεύνηση των διαφόρων διαστάσεων τής ολοένα και πιο πολύπλοκης σχέσης που υπάρχει ανάμεσα στην πολιτιστική κληρονομιά και τη βιώσιμη ανάπτυξη.

Ένας από τους στόχους του προγράμματος InHeriT είναι να παραχθεί υλικό που θα χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια για ενημερωτικά σεμινάρια σε επιλεγμένες περιοχές του προγράμματος, ανάμεσα στις οποίες και τα Χανιά, με στόχο την αύξηση της ευαισθητοποίησης του κοινού. Το υλικό αυτό θα είναι στη συνέχεια δημόσια διαθέσιμο στο κοινό.

Τέλος, ευελπιστούμε ότι το Συνέδριο έδωσε σημαντική πληροφόρηση για να δοθούν απαντήσεις σε βασικά ερωτήματα της δημόσιας πολιτικής στο ζήτημα της διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς:

• Πρώτον, πώς μπορεί να εξισορροπηθεί η ανάγκη για διατήρηση και διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς με την επιθυμία για οικονομική ανάπτυξη και αλλαγή; Κατά τη διάρκεια του συνεδρίου αναγνωρίστηκε η ανάγκη για την ανάπτυξη μιας νέας, δυναμικής σειράς ορισμών, μεθόδων και εργαλείων, που λαμβάνουν υπ’ όψιν τις κοινωνικές και οικονομικές τάσεις.

• Και δεύτερον, πώς αυτή η γνώση μπορεί να ενσωματωθεί στην κοινωνική συμμετοχή και συναίνεση, οι οποίες θα βοηθήσουν να επαναπροσδιορίσουμε τη νέα κοινωνική αξία της πολιτιστικής κληρονομιάς; Αυτό είναι πράγματι ένα ακόμα πιο δύσκολο εγχείρημα, αφού απαιτεί την άμεση συμμετοχή των ενδιαφερόμενων φορέων τους διάφορους τομείς.

ΕΠΟΜΕΝΑ ΒΗΜΑΤΑ

Όπως έχει ήδη λεχθεί, ο γενικός στόχος του προγράμματος InHeriT είναι η ευαισθητοποίηση του κοινού σχετικά με την οικονομική και κοινωνική αξία της αρχιτεκτονικής πολιτιστικής  κληρονομιάς και του κρίσιμου ρόλου της στη δημιουργία τοπικής και περιφερειακής ανάπτυξης, συμβάλλοντας, έτσι, στην οικοδόμηση μιας «έξυπνης, βιώσιμης και χωρίς  αποκλεισμούς οικονομίας» στην Ευρώπη με υψηλά επίπεδα απασχόλησης, παραγωγικότητας και κοινωνικής συνοχής. Οι ειδικοί στόχοι του προγράμματος είναι:

• Αύξηση της ευαισθητοποίησης του κοινού για τις δυνατότητες βιώσιμης ανάπτυξης της πολιτιστικής κληρονομιάς.
• Καθιέρωση κοινωνικών πρωτοβουλιών που θα δημιουργήσουν επιχειρηματικές συνεργασίες επενδύοντας στην τοπική και περιφερειακή πολιτιστική κληρονομιά.

Από τα αποτελέσματα του προγράμματος αναμένεται να ωφεληθούν:

• Οι οργανισμοί που συμμετέχουν.
• Όλοι οι κάτοικοι των περιοχών στις οποίες εδρεύουν οι οργανισμοί που συμμετέχουν στο πρόγραμμα, σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, καθώς οι περιοχές αυτές αποτελούν και τους τελικούς δικαιούχους του προγράμματος.
• Το σύνολο των περιφερειακών και των τοπικών κοινωνιών.
• Οι αρχές που είναι υπεύθυνες για την ανάπτυξη της δημόσιας πολιτικής στα θέματα αυτά και την εφαρμογή των σχετικών θεσμικών πλαισίων και πρωτοβουλιών.

Το πρόγραμμα αποσκοπεί στην επίτευξη των στόχων αυτών, χρησιμοποιώντας τα ακόλουθα μέσα:

• Δημιουργία μιας διαδικτυακής πλατφόρμας, ως διαδραστικού εργαλείου για την ενημέρωση και την επικοινωνία με το ευρύ κοινό.
• Εκτίμηση και αξιολόγηση των σχετικών καλών πρακτικών διεθνώς με την συνοδευτική έκδοση του βιβλίου που θα παρουσιάζει τις καλές αυτές πρακτικές.
• Ανάπτυξη υλικού που θα είναι χρήσιμο για την εν γένει εκπαίδευση ατόμων στην εκτίμηση της οικονομικής και κοινωνικής αξίας της πολιτιστικής κληρονομιάς και ειδικότερα των καινοτόμων χρηματοδοτικών εργαλείων, καθώς και των συναφών πρωτοβουλιών κοινωνικής επιχειρηματικότητας.
• Σχεδιασμός σεμιναρίων κατάρτισης με οργάνωση συνάντησης σχεδιασμού (focus group) στο Λονδίνο, ενός πιλοτικού σεμιναρίου εκπαίδευσης στη Ραβέννα και σεμιναρίων κατάρτισης σε Καλαμάτα, Χανιά και Πάφο.
• Οργάνωση ένας τελικού διεθνούς συνεδρίου στα Χανιά, όπου θα παρουσιαστούν όλες οι δραστηριότητές του.

Ενδιαφέρον έχει και το γεγονός ότι μέσω αυτής της διακρατικής προσέγγισης αναδεικνύονται οι τοπικές ιδιαιτερότητες αλλά ταυτόχρονα αναπτύσσεται και μια κοινή γλώσσα ανάμεσα στους συμμετέχοντες, απαραίτητη την περιλάλητη δημιουργία δικτύων απαραίτητη προϋπόθεση πλέον για ανάπτυξη.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στα Χανιά η αντιμετώπιση της πολιτιστικής κληρονομιάς ως πηγή βιώσιμης ανάπτυξης έχει τεθεί σε σταθερά θεμέλια μέσω της οργάνωσης μεταπτυχιακών προγραμμάτων και συμμετοχής σε ευρωπαϊκό πρόγραμμα με στόχο την επιμόρφωση πάνω σε αυτό ακριβώς το θέμα.

Ένα επόμενο βήμα θα είναι και η αναδιάρθρωση του προγράμματος σπουδών στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Πολυτεχνείου Κρήτης που θα λάβει σοβαρά υπ’ όψιν τα νέα δεδομένα και τάσεις.

Τα οφέλη από όλα τα παραπάνω αναμένονται να είναι πολλαπλά γενικότερα για την πόλη των Χανίων και ειδικότερα για τους αρχιτέκτονες. Η στιβαρή σκέψη που προσφέρουν οι σπουδές μηχανικού σε συνδυασμό με την καλλιτεχνική παιδεία αποτελούν το κατάλληλο υπόβαθρο για ενεργό συμμετοχή στις παραπάνω δυνατότητες που ο πολιτισμός προσφέρει. Και για να γίνω λίγο πιο συγκεκριμένη, το αντικείμενο πλέον των αρχιτεκτόνων δεν νοείται εκτός διεπιστημονικών συνεργασιών και περιλαμβάνει περισσότερο έργο συμβούλου σε έναν γενικότερο «σχεδιασμό» προερχόμενο από το Δημόσιο αλλά και τους ιδιώτες. Ένα παράδειγμα: δημιουργία πολιτιστικών διαδρομών από το Δημόσιο ή και από έναν επιχειρηματία στον χώρο του τουρισμού. Εκεί ο αρχιτέκτονας ασφαλώς συμμετέχει μαζί με προγραμματιστές, οικονομολόγους, γεωλόγους κ.λπ. σε μια διευρυμένη επιστημονική ομάδα προσφέροντας έργο συμβούλου.

Καλούνται, λοιπόν, οι αρχιτέκτονες να επινοήσουν εργασιακό αντικείμενο επιστρατεύοντας όλες τις γνώσεις και τις δεξιότητες που έχουν αποκτήσει από τις σπουδές τους στο αντικείμενο που ονομάζεται «σχεδιασμός», αλλά με διευρυμένη σημασία που περιλαμβάνει όχι μόνο στενά την αρχιτεκτονική αλλά και σχεδιασμό γεγονότων, δράσεων κ.λπ. με άξονα τον πολιτισμό. Όλες αυτές, όμως, οι δυνατότητες θα προκύψουν υπό τον όρο ότι θα αντιληφθούν ότι η διεύρυνση του επαγγελματικού τους αντικειμένου είναι επιβεβλημένη, όπως και η συνεχής επιμόρφωση.

Σε κάθε περίπτωση η προοπτική με όχημα τον πολιτισμό παραμένει ελπιδοφόρα.

 

* Η κα Αμαλία Κωτσάκη είναι δρ αρχιτέκτων ΕΜΠ, επίκουρη καθηγήτρια της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Πολυτεχνείου Κρήτης, επιστημονική επιμελήτρια του Κέντρου Αρχιτεκτονικής της Μεσογείου

** Το παραπάνω κείμενο είναι η ομιλία της κ. Αμαλίας Κωτσάκη στο συνέδριο του ΤΕΕ/ΤΔΚ, με θέμα «Συζήτηση» – Η Τοπική Ανάπτυξη και το Επάγγελμα του Μηχανικού

Κανένα σχόλιο

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Login

Welcome! Login in to your account

Remember me Lost your password?

Don't have account. Register

Lost Password

Register

Επιστροφή στην κορυφή