Ελένη Ψυχούλη: Καπνίζει ή όχι το ελληνικό εστιατόριο τελικά;

KAPNISMA

Oταν πρωτοψηφίστηκε ο νόμος, η απαγόρευση μάς έβαλε τα δύο πόδια σ’ ένα παπούτσι εμάς των καπνιστών. Το σαφέστατο «όχι» της κάθε διεύθυνσης εξοστράκισε στο πεζοδρόμιο την κακή μας συνήθεια κι εκείνο τον πρώτο χειμώνα καπνίσαμε παγωμένα τσιγάρα της μισής χαράς, όρθιοι και τουρτουρίζοντες εκτός του νυμφώνος, με όλο το μαγαζί να μας κοιτά στο πήγαιν’ έλα προς την έξοδο ανάμεσα στο κυρίως και στο επιδόρπιο.

Αντίθετα απ’ όσα λέγανε οι ομόλογοι Ευρωπαίοι που βίωσαν πρώτοι το «έξω από δω» του τσιγάρου, στα κατώφλια του βιαστικού καπνίσματος δεν συνέβη κανένα συνταρακτικό στη ζωή μας: δεν κάναμε καινούργιους φίλους, η περιθωριοποίηση δεν μας έφερε πιο κοντά, στην ατζέντα μας δεν προσθέσαμε το όνομα του διπλανού ομοϊδεάτη με τον οποίο γίναμε κολλητοί ανάμεσα σε δέκα ρουφηξιές και, κυρίως, δεν ξέρω κανένα ζευγάρι που να ενώθηκε με τα δεσμά του πρώτου φλερτ χάρη σε ένα παράλληλο τσιγάρο της απαγόρευσης.

Ποτήρια με βρεγμένες χαρτοπετσέτες, πιατάκια του καφέ και λοιπά ανορθόδοξα σταχτοδοχεία άρχισαν να μοιράζονται «κάτω από το τραπέζι» συνωμοτικά, το γκαρσόνι ρωτά τους δίπλα αν ενοχλούνται να ανάψω ένα τσιγαράκι εγώ η θεριακλού. 

Ωστόσο, μετά την πρώτη εσωτερική εξέγερση ‒δεν πρόκειται να ξαναβγώ ποτέ για φαγητό‒ ο καπνιστής εαυτός μάς έμαθε δυο-τρία πράγματα που δεν ξέραμε γι’ αυτόν. Στην τελική, σε όλα προσαρμόζεσαι, το φαγητό έξω σημαίνει πολύ περισσότερες ηδονές από μια κακιά έξη, και τι ωραία που νιώθεις όταν γλιτώνεις κάμποση νικοτίνη, έστω και με το στανιό.

Γίναμε παρατηρητές του εθισμού μας, η εικόνα του πάνω-κάτω για ένα τσιγάρο ανάμεσα στα πιάτα δεν ήταν και για πολλά συγχαρητήρια, η αξιοπρέπεια του μεσογειακού τύπου που νοιάζεται για το βλέμμα των άλλων μάς συνέφερε, το ήπιαμε ακάπνιστο κι αυτό το ποτήρι, λίγο-πολύ συμμορφωθήκαμε.

Και πάνω που το πήραμε απόφαση άρχισε ο παραλογισμός. Λες και ο Έλληνας, μετά από κάθε στριμωγμένο νόμο, χρειάζεται μια μικρή ανάσα προσαρμογής για να μηχανευτεί πώς θα τον παραβιάσει, πώς θα τον καταργήσει, πώς θα τον γράψει στα παλιά του τα παπούτσια, πώς θα του ανοίξει το αγαπημένο του «παραθυράκι»: «Μετά τις 12 που φεύγουν οι περισσότεροι, θα το κανονίσουμε!». «Μόλις φύγει το απέναντι τραπέζι που είναι λιγάκι περίεργο, βγάλτε τα πακέτα διακριτικά!».

Ποτήρια με βρεγμένες χαρτοπετσέτες, πιατάκια του καφέ και λοιπά ανορθόδοξα σταχτοδοχεία άρχισαν να μοιράζονται «κάτω από το τραπέζι» συνωμοτικά, το γκαρσόνι ρωτά τους δίπλα αν ενοχλούνται να ανάψω ένα τσιγαράκι εγώ η θεριακλού.

Δεν προλαβαίνω να ακούσω το «κλικ» του αναπτήρα και σαν την ολυμπιακή φλόγα ο ήχος μεταδίδεται σε όλο το μαγαζί που ξεφυσά σε απόλυτο συγχρονισμό την πρώτη ρουφηξιά της ανακούφισης. Το κάπνισμα γίνεται αίνιγμα: «Σήμερα θα βγω, για να δούμε, θα καπνίσω, για δεν θα μ’ αφήσουν;».

Άλλοτε πάλι, στο μαγαζί που έχεις σταμπάρει ως «ελευθέρας» σού προκύπτει ακάπνιστη μια βραδιά γιατί στο διπλανό τραπέζι κάθεται έγκυος, υπάλληλος του Δήμου, του Υγειονομικού ή ορκισμένος αντικαπνιστής καρδιοχειρουργός.

Χαμένοι στη μετάφραση οι καπνιστές, πιάνουμε το πακέτο και δεν ξέρουμε αν είναι ντροπή να το βγάλουμε από τα σκοτάδια της τσάντας στο φως της κοινωνικότητας, σκανάρουμε τα τραπέζια ανιχνεύοντας την ύπαρξη σταχτοδοχείων, κρεμόμαστε από το βλέμμα των γκαρσονιών περιμένοντας αντιδράσεις, δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από τον καπνιστή που ενοχλεί με τα ντουμάνια του τους υπόλοιπους που δεν φταίνε σε τίποτα, οι «υπαίθριοι» χώροι μεγαλώνουν, αλλά δεν μας χωράνε, τα μαγαζιά βουλιάζουν κάτω από αντιαισθητικά, προχειροφτιαγμένα πλαστικά αίθρια, ενώ τα εύμορφα εσωτερικά κλαίνε τη μοναξιά δυο-τριών τραπεζιών ‒ πείτε μου τι να κάνω;

Το ένα αφεντικό σού λέει «εγώ τους γράφω, στο μαγαζί μου καπνίζουμε!». Το άλλο σού λέει «εδώ ποτέ! Ακόμη και οι καπνιστές πελάτες μου χαίρονται τον καθαρό ουρανό μου». Και όλοι μαζί περιμένουμε τις αίθριες μέρες που τα τραπεζάκια έξω έρχονται για να ομονοήσουμε και πάλι τα δύο στρατόπεδα.

Αφετέρου, καθώς η επαγγελματική μου ιδιότητα πολύ συχνά με βάζει στην κουζίνα να πω ένα «γεια» στον σεφ, πολλές φορές έχω εντυπωσιαστεί από τα βουνά με τις γόπες ‒που δεν είναι καθόλου θαλασσινές‒ που κυκλοφορούν ελεύθερες πλάι σε αφρούς ελιάς και φέτας στις πιο γκουρμέ κουζίνες, αυτές που συνοδεύουν αυστηρώς αντικαπνιστικές σάλες.

Κι αν επικαλεστείς τον νόμο να σε συνετίσει μ’ ένα πρόστιμο, να σε βάλει στη θέση σου, σε μια τάξη ή να σου δώσει το πράσινο φως, θα τον βρεις πολύ απασχολημένο, να απουσιάζει σε άλλες, πιο επείγουσες δουλειές. Εδώ το κράτος αδυνατεί να καταστρώσει ένα φορολογικό, πού να ξενυχτάει κι από πάνω κυνηγώντας τα δικά σου τσιγάρα; Ο επόμενος χειμώνας, λέει, θα είναι αυστηρός. Σαν τη δίαιτα από Δευτέρα μου ακούγεται.

Πηγή: lifo.gr

Κανένα σχόλιο

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Login

Welcome! Login in to your account

Remember me Lost your password?

Don't have account. Register

Lost Password

Register

Επιστροφή στην κορυφή

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο