Η κλιματική αλλαγή και οι συνέπειές της

Τα ακραία καιρικά φαινόμενα -κλιματική αλλαγή- δοκιμάσανε για μια ακόμη φορά την Περιφερειακή Ενότητα Χανίων περισσότερο από τις άλλες περιοχές της Περιφέρειας Κρήτης. Το αποτύπωμα που αφήνει πίσω της η «Ωκεανίς» σε συνέχεια της «Χιόνης» όπως είχαν ονομαστεί από τους μετεωρολόγους είναι οι πολύ μεγάλες καταστροφές στις υποδομές – οδικό δίκτυο, γέφυρες, χειμάρρους, δίκτυα ΔΕΗ, άρδευσης, ύδρευσης, καλλιεργήσιμες εκτάσεις, τουριστικές υποδομές και επιχειρήσεις.

Μια κατ’ αρχή αξιολόγηση για τα πλημμυρικά φαινόμενα είναι ότι έπεσαν τεράστιες ποσότητες νερού σε ελάχιστο χρόνο με βάση τις μετρήσεις των σταθμών ΕΜΥ, με αποτέλεσμα οι υφιστάμενες υποδομές και οι μηχανισμοί δήμων και περιφέρειας να μην μπορούν να διαχειριστούν τις συνέπειες από τα ακραία αυτά καιρικά φαινόμενα. Έτσι φτάσαμε γέφυρες να καταρρέουν, χείμαρροι να υπερχειλίζουν, το οδικό δίκτυο να αποκλείεται από τις κατολισθήσεις, τα δίκτυα τις ΔΕΗ να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα από πτώσεις στύλων και δένδρων.

Το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι οι υποδομές δεν άντεξαν στα ακραία φαινόμενα, αλλά ούτε ο μηχανισμός των δήμων και της περιφέρειας μπόρεσαν να διαχειριστούν το φαινόμενο παρά τις τεράστιες προσπάθειες και την κινητοποίηση. Για μια ακόμα φορά ο δήμος Πλατανιά εξ αιτίας και του μεγέθους σε έκταση και του ανάγλυφου του εδάφους του αντιμετώπισε τις μεγαλύτερες καταστροφές.

Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι δύο· αν οι υποδομές έχουν σχεδιαστεί να αντιμετωπίζουν ακραία φαινόμενα και αν όχι να τα περιορίζουν και δεύτερο αν ο μηχανισμός πολιτικής προστασίας περιφέρειας και δήμων είναι σε θέση να διαχειριστούν τέτοια φαινόμενα από πλευράς σχεδίου, μέσων και ανθρωπίνων πόρων.

Όσον αφορά στο πρώτο ερώτημα για τις υποδομές, είναι γνωστό πως σχεδιάστηκαν τα περισσότερα έργα όλα αυτά τα χρόνια, αλλά και πως η διάχυση των πόρων σε πολλά μικρά έργα με κριτήρια πελατειακά από την εκάστοτε αρχή, κεντρική, περιφερειακή ή τοπική είχε σαν αποτέλεσμα να μην υπάρξει η συγκέντρωση σε εκείνα τα έργα που αποτελούσαν προτεραιότητα σε επίπεδο κόστους / ωφέλειας με αποτέλεσμα την υποβάθμιση τους και την αδυναμία να υλοποιηθούν για την αντιμετώπιση των ακραίων φαινομένων. Το δεύτερο βασικό στοιχείο για τις υποδομές ήταν η συντήρηση τους και ιδιαίτερα του οδικού δικτύου. Είναι γεγονός που έχει πλέον αποτυπωθεί, ότι η Κρήτη από περιοχή που είχε προβλήματα με το δίκτυο δρόμων την δεκαετία του 60 σήμερα μαζί με τους αγρο-κτηνοτροφικούς δρόμους έχει ένα από τα πιο πυκνά στο κόσμο. Αποτέλεσμα είναι να μην υπάρχει η στοιχειώδη συντήρηση τους, εξ αιτίας έλλειψης πόρων που επιδεινώθηκε μετά το χρεοστάσιο του 2010. Επίσης όλο το δίκτυο αγροτικών – κτηνοτροφικών δρόμων πάνω από τα 600 μ. υψόμετρο έχει γίνει χωρίς μελέτες. Οι συνέπειες για το φυσικό περιβάλλον είναι γνωστές μαζί με την υπερβόσκηση.

Όσο αφορά τους μηχανισμούς διαχείρισης είναι γνωστό ότι η Ελλάδα είναι μια από τις ελάχιστες χώρες της ΕΕ που δεν έχει εθνικό σχέδιο αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.

Παράλληλα με την πολυδιάσπαση αρμοδιοτήτων σε πολλούς φορείς και του μη συντονισμού τους έχει σαν αποτέλεσμα να μην αντιμετωπίζονται άμεσα τα προβλήματα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον ΒΟΑΚ και τα προβλήματα που έχει στη συντήρησή του. Παρ’ όλα αυτά οι φορείς της Περιφέρειας ομόφωνα μαζί και το Υπουργείο Υποδομών καθαρά για ψηφοθηρικούς λόγους εμφανίζονται ότι τώρα ενδιαφέρονται για τα μεγάλα έργα υποδομής της Κρήτης. Η Κρήτη δεν χρειάζεται την χάραξη νέου οδικού άξονα στο βόρειο τμήμα, αλλά την αναβάθμιση και σωστή συντήρηση του υφιστάμενου, την δημιουργία παρακαμπτήριων δρόμων και τη σύνδεσή τους με το δευτερεύων εθνικό δίκτυο. Επίσης να εφαρμοστούν οι νόμοι ώστε να μην επιτρέπεται χρήση κονδυλίων και πόρων σε κανένα επίπεδο για διάνοιξη αγρο-κτηνοτροφικών δρόμων χωρίς μελέτες. Τέλος, οι Τεχνικές Υπηρεσίες Περιφέρειας και Δήμων πρέπει να γίνουν περισσότερο απαιτητικές και αυστηρές στην παρακολούθηση και παραλαβή των έργων και όχι εκ των υστέρων να ανακαλύπτουμε ατέλειες στη λειτουργία τους.

Όλα αυτά πρέπει να επανασχεδιαστούν στα πλαίσια του χωροταξικού σχεδιασμού, των χρήσεων γης των ΓΠΣ και ΣΧΟΑΠ που άμεσα θα πρέπει να ολοκληρωθούν σε όλη την περιφέρεια της Κρήτη για να σταματήσει η οποιαδήποτε αυθαιρεσία αναφορικά με το φυσικό περιβάλλον αλλά και να συγκεντρωθούν οι πόροι στα μεγάλα έργα και στη συντήρησή τους που για τα επόμενα χρόνια θα σπανίζουν. Κανόνας θα πρέπει να είναι ότι δεν υπάρχουν «ανοικτές δαπάνες χωρίς όρια, όπως το πολιτικό σύστημα έχει επιτρέψει να πιστεύουν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας και να επιτρέπει να διεκδικούν αποζημιώσεις από φυσικές καταστροφές οι παραβάτες.

Συμπερασματικά: κατά την γνώμη μου το μοντέλο ανάπτυξης που στηρίχτηκε στη άναρχη δόμηση, στη μη ύπαρξη χωροταξίας, χρήσεων γης και έργων υποδομής όχι μόνο δεν είναι βιώσιμο αλλά και στα πλαίσια της κλιματικής αλλαγής ενέχει τον κίνδυνο να οδηγήσει τον στρατηγικό τομέα της Οικονομίας της Περιφέρειας της Κρήτης που είναι ο Τουρισμός, μακροπρόθεσμα σε σοβαρή αύξηση των δαπανών του όσο αφορά το κόστος συντήρησης των υποδομών του, περιορίζοντας τα κέρδη του και κατ’ επέκταση τις επενδύσεις, αυξάνοντας παράλληλα τα βάρη στους φορολογούμενους.

* Ο κ. Μιχάλης Αρτεμάκης είναι οικονομολόγος

Κανένα σχόλιο

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Login

Welcome! Login in to your account

Remember me Lost your password?

Don't have account. Register

Lost Password

Register

Επιστροφή στην κορυφή

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο