Στα 25 εκ. επισκέπτες εκτιμά την τουριστική κίνηση του 2016 ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων στην πρώτη -εξαιρετικά ενδιαφέρουσα- ανάλυση που κάνει ο Σύνδεσμος στο πλαίσιο μιας νέας σειράς μελετών που ξεκίνησε το Ινστιτούτο του ΣΕΤΕ με επίκεντρο τις εξελίξεις και τις προοπτικές του ελληνικού τουρισμού. Η παραπάνω πρόβλεψη μεταφράζεται σε ποσοστιαία αύξηση 6% σε σχέση με το 2015, μικρότερη, συγκριτικά με τα αμέσως προηγούμενα χρόνια. Ωστόσο, με την τωρινή συγκυρία, μοιάζει εξαιρετικά αισιόδοξη, διότι υπάρχει μεγάλη μείωση στον οδικό τουρισμό των Βαλκανίων.
Η μελέτη στηρίζει με στοιχεία τη σημασία του τουρισμού, ως πυλώνα μαζί με τις εξαγωγές αγαθών, που θα συμβάλει στην ανάκαμψη και ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας στα επόμενα χρόνια και αποδεικνύεται με παράθεση στοιχείων πως «ήδη συμβάλλει αποφασιστικά» από το 2013 μέχρι τώρα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στις 68 σελίδες της μελέτης, ο ελληνικός τουρισμός από το 2008 – 2012 ήταν σχεδόν στάσιμος στα 15 – 16 εκ. επισκεπτών, αλλά από το 2013 καταγράφει σημαντική ετήσια αύξηση επισκεπτών. Αυτό συμβαίνει όμως γιατί η αύξηση δεν καταγράφεται, πρωτίστως, σε γνωστούς τουριστικούς προορισμούς, αλλά στην ηπειρωτική χώρα και δη στην Βόρεια Ελλάδα με επισκέπτες από τις Βαλκανικές χώρες.

Έτσι, το 2013 είχαμε στην Ελλάδα πάνω από 17 εκ. τουρίστες, πρόπερσι 22 εκ. και το 2015 φτάσαμε τους 23, 6 εκ. επισκέπτες στη χώρα. Ο ίδιος ο ΣΕΤΕ τονίζει πως η αύξηση των τελευταίων ετών προήλθε από τη σημαντική αύξηση των αφίξεων από τις παραδοσιακές αγορές της χώρας (Γερμανία, Ην. Βασίλειο, Ιταλία, Γαλλία, λοιπές χώρες της ΕΕ – 28, ΗΠΑ, κ.ά.), αλλά αναγνωρίζει πως σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στις γειτονικές χώρες (ΠΓΔΜ, Βουλγαρία, Σερβία, Τουρκία).
ΠΡΩΤΟΙ ΟΙ ΣΚΟΠΙΑΝΟΙ
Έτσι, το 2015 έφτασαν στην Ελλάδα πάνω από 3 εκ. Σκοπιανοί, όταν το 2013 ήταν 1, 6 εκ., γεγονός που καθιστά τη γειτονική χώρα πρώτη σε αφίξεις τουριστών στην Ελλάδα, καταγράφοντας αύξηση 46, 7 και 28, 8% τα τελευταία δύο χρόνια και αποτελώντας το 12, 8% της συμβολής στο τουριστικό προϊόν της χώρας.
Με την αύξηση αυτή εκτόπισαν τους Γερμανούς από την πρώτη θέση, οι οποίοι περιορίστηκαν στα 2, 8 εκ. επισκέπτες με αυξήσεις που ήταν στο 8, 5 και 14, 3% την ίδια περίοδο, και μερίδιο της αγοράς λίγο χαμηλότερο από το παρελθόν, στο 11, 9%. Παραδοσιακά, ακολούθησαν οι Βρετανοί με 2, 4 εκ. επισκέπτες, 10, 2% μερίδιο και αυξήσεις την τελευταία διετία στο 13-14%. Από κει και πέρα, είδηση αποτελεί η τέταρτη θέση της Βουλγαρίας η οποία είχε 1, 9 εκ. επισκέπτες με 121, 8 και 23, 9% αύξηση την τελευταία διετία.

Η Γαλλία κινήθηκε στο 1, 5 εκ., η Ιταλία στο 1, 35 εκ. η Τουρκία στο 1, 153 εκ. ενώ η Ρωσία καταποντίστηκε την περσινή χρονιά, ξεπερνώντας κατ’ ελάχιστο το μισό εκ. επισκέπτες. Σε όλο τον κατάλογο ξεχωρίζει η μεγάλη άνοδος των Βαλκανικών και ορισμένων κεντροευρωπαϊκών ( Τσεχία, Πολωνία), ενώ η Σκανδιναβία κινήθηκε ξανά πολύ χαμηλά.
ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΠΟΛΛΩΝ ΤΑΧΥΤΗΤΩΝ
Είναι προφανές το συμπέρασμα πως ο τουρισμός στη χώρα δεν αναπτύσσεται ούτε εξελίσσεται με ενιαίο τρόπο, ούτε παρέχει το ίδιο προϊόν. Ο οδικός τουρισμός στη Βόρεια Ελλάδα που αυξήθηκε ραγδαία, δίνει αφορμές σε πολιτικούς και τουριστικούς παράγοντες να πανηγυρίζουν για αυξήσεις, ανοίγει νέους τουριστικούς δρόμους και ενισχύει οικονομικά περιοχές της χώρας, ωστόσο ο τουρισμός πολλαπλών ταχυτήτων με ελλιπή στήριξη και απόντα οποιοδήποτε σχεδιασμό από το κράτος, δεν αποτελεί επαρκή απάντηση για την πραγματική ανάπτυξη της χώρας, για την οποία τόσο ο ΣΕΤΕ όσο κι ο πολιτικός κόσμος κάνουν λόγο.
Τα παραπάνω δεδομένα, αλλά και η ανάλυση των μηνιαίων στοιχείων για τις αφίξεις των τελευταίων ετών, αποδεικνύουν πως οι κλασικοί, νησιώτικοι προορισμοί (Νότιο Αιγαίο, Κρήτη, Δωδεκάνησα, Κέρκυρα) κινήθηκαν σε αναμενόμενα επίπεδα αυξήσεων (όταν δεν κατέγραφαν μειώσεις, όπως συνέβη στην Αν. Κρήτη). Συνεπώς, η μεγάλη τουριστική αύξηση για την οποία γίνεται λόγος τα τελευταία χρόνια, δεν αποτελεί κάποιο εξαιρετικά σοβαρό δεδομένο για την πορεία του τουρισμού σε περιοχές που έχουν στηρίξει διαχρονικά την τοπική οικονομία στον τουρισμό, αλλά είναι ευοίωνη σε σχετικά νέες αγορές. Παράλληλα, μοιάζει να υπήρξε αποτέλεσμα συγκυριών και όχι οργανωμένης δράσης φορέων του τουρισμού ή της πολιτείας, στοιχείο εξαιρετικά ανησυχητικό για το μέλλον του τουρισμού.

