Μ. Βλαζάκη: Το «μπαλκόνι» των Χανίων δεν μπορεί να παραδοθεί στους «εκλεκτούς» του τουρισμού

Ο λόφος Καστέλλι, στην παλαιά πόλη των Χανίων, όπου στο υψηλότερο και πιο καίριο σημείο του δεσπόζει το πρώην κτήριο της 5ης Μεραρχίας «δεν είναι δυνατόν να παραδοθεί για “φιλοξενία” των εκλεκτών του τουρισμού», επισημαίνει η τέως γενική γραμματέας του Υπουργείου Πολιτισμού, αρχαιολόγος Μαρία Βλαζάκη, σε συνέντευξή της στην εφημερίδα «Η Εποχή».

Η κα Βλαζάκη επισημαίνει ότι ο συγκεκριμένος χώρος, «είναι χώρος με δημόσιο χαρακτήρα και έτσι πρέπει να παραμείνει. Το Πολυτεχνείο Κρήτης οφείλει να αγωνιστεί για να το αποκαταστήσει και, γιατί όχι, να ιδρύσει σε αυτό τη Σχολή Καλών Τεχνών, όραμα όχι μόνο δικό του αλλά και των Χανιωτών. Ή άλλως να το χρησιμοποιήσει για τον εκπαιδευτικό σκοπό που του παραχωρήθηκε».

Παράλληλα, η κα Βλαζάκη σημειώνει ότι «το οικονομικό σκέλος είναι ψευδοπρόβλημα. Τόσα προγράμματα έχουν τρέξει και τρέχουν σε όλη την Ελλάδα για αποκατάσταση νεότερων μνημείων, δημόσιων ή μη. Χρειάζεται όραμα και προσήλωση στο σκοπό αυτό. Και βέβαια με το υπουργείο Παιδείας και την Πολιτεία συμπαραστάτη του».

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Διαβάστε ολόκληρη τη συνέντευξη που έδωσε η κα Βλαζάκη, στην εφημερίδα «Η Εποχή» και στη δημοσιογράφο Ζωή Γεωργούλα.

Τα ευρήματα της ανασκαφής, των προηγούμενων αλλά και της τελευταίας φάσης, στο λόφο Καστέλλι στην παλιά πόλη των Χανίων κινούν το διεθνές ενδιαφέρον. Ποια είναι η σημασία τους από αρχαιολογική, ιστορική και εν γένει πολιτιστική άποψη;

Κατ’ αρχάς, πολύ σημαντικό είναι το γεγονός ότι στο λόφο Καστέλλι αποκαλύπτεται, αργά αλλά σταθερά, το μινωικό / μυκηναϊκό κέντρο της Κυδωνίας, το σπουδαιότερο της δυτικής Κρήτης. Μέσα από τις δυσκολίες που παρουσιάζει μια ανασκαφή, όταν αυτή διεξάγεται σε χώρους περιορισμένους μέσα στον πυκνοδομημένο ιστό της Παλιάς Πόλης, το ανακτορικό κέντρο έρχεται στο φως με τη βοήθεια των σύγχρονων μεθόδων που μας προσφέρουν οι θετικές επιστήμες και με τη συνεργασία διαφόρων ειδικών επιστημόνων, όπως αρχαιοβοτανολόγων, ζωοαρχαιολόγων, ανθρωπολόγων, χημικών, γεωλόγων. Οι πληροφορίες που σήμερα λαμβάνουμε είναι και πυκνότερες και πολυπληθέστερες, σε σχέση με αυτές που πρόσφεραν οι παλαιότερες ανασκαφές στα μεγάλα κρητικά ανάκτορα. Επίσης, μεγάλη σημασία έχει ότι ανασκάπτεται ένα κρητικό ανακτορικό κέντρο της μυκηναϊκής περιόδου για την Κρήτη. Τα παραπάνω καθιστούν σήμερα την έρευνα στο λόφο Καστέλλι ιδιαίτερα σημαντική για τη μελέτη των μινωικών και μυκηναϊκών ανακτόρων.

Η ανθρωποθυσία σε σχέση με την ενεργοποίηση του σεισμικού ρήγματος τον 13ο αιώνα π.Χ. απογειώνει τη σημασία του ανακτορικού κέντρου. Η εικόνα του ρήγματος, όπως μας την προσφέρει το κατακερματισμένο δάπεδο με τους κυματισμούς, τις καταπτώσεις και ανυψώσεις του, είναι πολύ χρήσιμη για γεωλογικές παρατηρήσεις. Αλλά κυρίως η ανθρωποθυσία στα μυκηναϊκά χρόνια ως ανασκαφικό εύρημα, οδηγεί την αρχαιολογική έρευνα σε νέους προβληματισμούς, σκέψεις και διαπιστώσεις. Στην ελληνική μυθολογία και ειδικά στο έργο των τραγικών ποιητών της κλασικής αρχαιότητας το θέμα της θυσίας νέας κοπέλας υπήρξε αγαπητό και πάντα συνδεόταν με μεγάλα δεινά του κάθε τόπου και πολέμους. Η θυσία νέας κοπέλας, μιας παρθένου, δεν δηλώνει άγρια ένστικτα αλλά σημαίνει βαθιά υποταγή στους θεούς και την προσπάθεια της κοινότητας να τους εξευμενίσει, να κατευνάσει την οργή τους, να επιφέρει την κάθαρση και να αποκαταστήσει την εύνοια τους. Πόσο μάλλον όταν συνδεόταν με ένα μεγάλο σεισμικό γεγονός που τους παρέπεμπε στην οργή των θεϊκών δυνάμεων του Κάτω Κόσμου. Σε αυτούς πρόσφεραν μεγάλη θυσία με πολυτιμότερη προσφορά την ανθρώπινη ζωή, μια «άγευστη» θυσία, όπως θα ταίριαζε στους χθόνιους θεούς.

Πώς ακριβώς αποκαλύπτεται το περιστατικό της θυσίας/ανθρωποθυσίας από την ανασκαφή και τι τυχόν αποκαλύπτει από κοινωνιολογικής άποψης;

Η τελετουργική θυσία 43 τουλάχιστον αιγοπροβάτων, δύο βοοειδών, τεσσάρων χοίρων και μιας νέας κοπέλας ήταν εντελώς αναπάντεχο γεγονός. Η ανασκαφή στο οικόπεδο επί της οδού Κατρέ αρ. 1 είχε ξεκινήσει με σκοπό να ελεγχθούν οι φάσεις που σχετίζονταν με τη θεμελίωση του βυζαντινού τείχους, που αποτελεί το νότιο όριο του οικοπέδου, καθότι στο σημείο αυτό προϋπήρχε η θεμελίωση του τείχους της ακρόπολης της αρχαίας Κυδωνίας. Παράλληλα, η ανασκαφή θα προχωρούσε σε όλη την έκταση του απαλλοτριωμένου οικοπέδου με απώτερο σκοπό την αποκάλυψη και τεκμηρίωση των ιστορικών και προϊστορικών καταλοίπων των εγκαταστάσεων που απλώνονταν στο χώρο και τη σύνδεσή τους με τις άλλες ανασκαφές σε γειτονικά οικόπεδα. Η συστηματική ανασκαφή ξεκίνησε το 2006 και τα πρώτα λιγοστά οστά από την απόθεση ήρθαν στο φως στο τέλος της ανασκαφικής περιόδου του 2007. Ανάμεσά τους ήταν και το μηριαίο της νέας κοπέλας. Δεν μπορούσαμε τότε να ερμηνεύσουμε το εύρημα. Περιμέναμε την επόμενη περίοδο του 2008 για να επεκτείνουμε την έρευνα στο χώρο της απόθεσης. Τα οστά των ζώων πολλαπλασιάστηκαν και μαζί με αυτά αυξήθηκαν και τα ανθρώπινα, όλα σφραγισμένα κάτω από μία στρώση λίθων και πλακών. Στην ομάδα προστέθηκε η αρχαιολόγος-ανθρωπολόγος δρ Tina McGeorge και η ζωοαρχαιολόγος δρ Δήμητρα Μυλωνά. Ούτε τότε αποκαλύφθηκε όλη η έκταση της απόθεσης. Τούτο συνέβη κατά τα έτη 2012 και 2013. Όλο αυτό το διάστημα μας στοίχειωνε η ιδέα ότι στο σημείο αυτό του λόφου κατά τον 13ο αιώνα π.Χ., σε ένα μεγάλο δημόσιο χώρο, τέλεσαν θυσία τόσων ζώων και μιας κοπέλας, διαμέλισαν τα σώματά τους και τα τοποθέτησαν στο κατεστραμμένο τμήμα του δαπέδου, σφραγίζοντάς τα με λίθους και πλάκες. Πώς να πει κανείς κάτι τέτοιο;

Το 2012 ήρθε στο φως το κρανίο της κοπέλας, με κόψιμο από ξίφος, ανοιγμένο στη συνέχεια από τις ραφές και διασκορπισμένο. Στον έντονο προβληματισμό μας για τη θυσία, και δη την ανθρωποθυσία, η ανεύρεση του κρανίου και η εικόνα του ήταν πλέον η επισφράγιση του γεγονότος. Ταυτόχρονα μετά την επίσκεψη κατ’ αρχάς του καθηγητή Μ. Κορρέ και στη συνέχεια των καθηγητών γεωλόγων Μ. Μανούτσογλου και Α. Βαφείδη και τις μετρήσεις που οι τελευταίοι πραγματοποίησαν στο χώρο, κατά τα επόμενα έτη, ο μεγάλος σεισμός του 13ου αιώνα π.Χ. ήταν και αυτός γεγονός.

Έχετε σημειώσει ότι το ισχυρό και κομματιασμένο δάπεδο αποτελεί και σπουδαίο φυσικό εύρημα. Εξηγείστε μας γιατί.

Το δάπεδο του εκτεταμένου χώρου του ανακτορικού συγκροτήματος της Κυδωνίας, όπου πραγματοποιήθηκε η μεγαλειώδης θυσία, αποτελείται από ισχυρή στρώση ασβεστοκονιάματος με βότσαλα, πάχους έως και 10 εκ., όπως ακριβώς τα δάπεδα των μυκηναϊκών ανακτόρων της ηπειρωτικής Ελλάδας. Το ενεργό ρήγμα διασχίζει το δάπεδο από δυτικά προς τα ανατολικά και η ενεργοποίησή του το 13ο αιώνα π.Χ. το γέμισε ρωγμές, το κομμάτιασε, το ανύψωσε, και στην καρδιά του το κατακρήμνισε μέχρι το βάθος του ενός μέτρου. Δηλαδή, η κατάσταση του δαπέδου, η «παλλόμενη» εικόνα που αντικρίσαμε παρουσιάζει ανάγλυφα την πορεία του ίδιου του ρήγματος, του φυσικού αυτού ευρήματος. Αν το δάπεδο ήταν απλώς χωμάτινο δεν θα είχε διασωθεί αυτή ακριβώς η εικόνα. Το συγκεκριμένο θέμα προκάλεσε ζωηρό ενδιαφέρον στους γεωλόγους.

Η πιο πρόσφατη ανασκαφική φάση, στο απαλλοτριωμένο οικόπεδο της οδού Κατρέ, χαρακτηρίστηκε ως «πολύ δύσκολη ανασκαφή». Τι ιδιαίτερες δυσκολίες παρουσίασε;

Οι ανασκαφές στον λόφο Καστέλλι είναι από τις πιο δύσκολες στο είδος τους. Η έρευνα μέσα στο πυκνοκατοικημένο κέντρο της πόλης, τα λεπτότατα στρώματα κατοίκησης και ο μεγάλος αριθμός τους προϋποθέτουν ιδιαίτερη ανασκαφική εμπειρία και ανεξάντλητη υπομονή τόσο από τους τεχνίτες όσο και από τους αρχαιολόγους. Όταν, λοιπόν, εκτός από όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά, η ανασκαφή έχει να αντιμετωπίσει όχι μόνο οριζόντια στρώματα αλλά και φοβερά διαταραγμένα και κατακρημνισμένα, σχεδόν κάθετα, στρώματα, είναι προφανές ότι πρόκειται για μια πολύ δύσκολη έρευνα. Η ικανότητα των έμπειρων τεχνιτών των Χανίων είναι δεδομένη και εξαιρετική, όπως και της συνεργάτιδάς μου κ. Ευτυχίας Πρωτοπαπαδάκη.

Ποια είναι τα συναισθήματα καθώς ψηλαφείτε το παρελθόν και το φέρνετε στο φως;

Δεν πρόκειται απλώς για μια μοναδική εμπειρία, στην οποία αισθάνεται κανείς προνομιούχος. Το βάρος που επωμίζεται ο αρχαιολόγος σε κάθε ανασκαφή είναι τεράστιο. Έχει λεχθεί χαρακτηριστικά ότι μια ανασκαφή μπορεί να είναι μια καταστροφή, διότι αν δεν εργαστείς με μεγάλη υπομονή, υπευθυνότητα, ενδιαφέρον και προσήλωση στο αντικείμενο της έρευνας, αυτό που έρχεται στο φως μπορεί μοιραία να διαβαστεί λανθασμένα, να μην εντοπιστεί καν ή να μη γίνει κατανοητή η σπουδαιότητά του. Και βέβαια με το τέλος της ανασκαφής τα στοιχεία που αφαιρέθηκαν δεν είναι πια αναστρέψιμα, έχουν πλέον αφανιστεί. Κυριαρχεί, λοιπόν, το καθήκον της θωράκισης της πολιτιστικής κληρονομιάς, της πολύ προσεκτικής ανασκαφής και της ορθής ερμηνείας της. Τα άλλα συναισθήματα ακολουθούν, όπως ο ενθουσιασμός στην περίπτωση ενός μοναδικού ευρήματος και η συγκίνηση απέναντι στην επαφή και τη «συνομιλία» με το παρελθόν του τόπου.

Πρόσφατα, η κυβέρνηση διά του υφυπουργού Παιδείας Διγαλάκη επανέφερε ζήτημα «αξιοποίησης» των κτιρίων που βρίσκονται στο λόφο Καστέλλι και ανήκουν στο Πολυτεχνείο Κρήτης. Ποια είναι η εκτίμηση της αρχαιολόγου απέναντι σε μια τέτοια προοπτική;

Η πόλη των Χανίων είναι μια από τις αρχαιότερες πόλεις. Η ζωή σε αυτήν ξεκίνησε πριν από 5.500 χρόνια περίπου. Και ξεκίνησε στο λόφο Καστέλλι, ο οποίος στη συνέχεια υπήρξε πάντα το κέντρο ζωής των αλλεπάλληλων κατοικήσεων. Στο υψηλότερο και πιο καίριο σημείο του λόφου, όπου σήμερα δεσπόζει το κτίριο της 5ης Μεραρχίας και τα δύο συνοδά του κτίρια, εγκαταστάθηκαν οι πρώτοι κάτοικοι. Εδώ υψώθηκε το μινωικό ανάκτορο, όπως το αποδίδει το περίφημο «σφράγισμα του ηγεμόνα» του Αρχαιολογικού Μουσείου Χανίων, το οποίο βρέθηκε επίσης νότια του κτιρίου της Μεραρχίας. Στα κλασικά χρόνια, ο λόφος ήταν η ακρόπολη της αρχαίας Κυδωνίας. Στη βυζαντινή περίοδο, εδώ ιδρύθηκε η μεγάλη βασιλική. Στα βενετσιάνικα χρόνια χτίστηκε το Διοικητήριο των Ενετών και παλάτι του ρέκτορα.

Στην εποχή της τουρκοκρατίας, εδώ ανεγέρθηκε το Οθωμανικό Διοικητήριο και κονάκι του πασά. Στα μεταγενέστερα χρόνια, στην ίδια θέση οικοδομήθηκε το Διοικητήριο της Κρητικής Πολιτείας, το οποίο στη συνέχεια έγινε η έδρα της 5ης Μεραρχίας Χανίων. Το 1986, τα τρία κτίρια παραχωρήθηκαν από το υπουργείο Εθνικής Άμυνας στο υπουργείο Παιδείας με πολύ χαμηλό, εντελώς συμβολικό ποσό, για εκπαιδευτική χρήση και στέγαση του νεοσύστατου Πολυτεχνείου Κρήτης.

Επειδή το κτίριο της Μεραρχίας παρέμενε αχρησιμοποίητο, το υπουργείο Πολιτισμού το ζήτησε για μουσειακή χρήση. Στην προσπάθειά μας, μάλιστα, να βρεθεί χώρος για τη στέγαση του νέου, μεγάλου Αρχαιολογικού Μουσείου, θεωρήσαμε το συγκεκριμένο κτίριο, στη συγκεκριμένη θέση, ως το πλέον κατάλληλο για την προβολή της ιστορίας και του πολιτισμού του νομού, πάνω στον ίδιο το λόφο με τις ανασκαφές της Κυδωνίας. Η απάντηση του Πολυτεχνείου ήταν αρνητική, διότι προοριζόταν για τη στέγαση της Σχολής Καλών Τεχνών. Τότε το Ίδρυμα αγωνιζόταν για το σκοπό αυτό και βεβαίως εμείς το σεβαστήκαμε. Έτσι, το νέο Μουσείο ανεγέρθηκε, μετά από πολλές διαδικασίες, στη Χαλέπα, σε ένα άλλο ιστορικό κέντρο, ανάμεσα σε διάφορα μνημεία της νεότερης ιστορίας της πόλης. Είναι κρίμα αν το Πολυτεχνείο έχει εγκαταλείψει το όραμα της Σχολής Καλών Τεχνών. Γιατί τα Χανιά, με το μεγάλο αριθμό καλλιτεχνών, μια πόλη και ένα τοπίο που κυριολεκτικά εμπνέει την τέχνη, είναι η πλέον κατάλληλη πόλη για να στεγάσει και να αναπτύξει έναν τέτοιο θεσμό.

Από όλα τα παραπάνω, καταλαβαίνετε ότι η άποψη μιας αρχαιολόγου και ανασκαφέα του λόφου δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι υπέρ μιας μίσθωσης του συγκροτήματος αυτού σε εξωχώρια εταιρεία και μιας εμπορευματοποίησης της ιστορικής μνήμης. Εξάλλου, το Κοινό Όργανο των δύο Ανώτατων Κεντρικών Συμβουλίων του ΥΠΠΟΑ, του Αρχαιολογικού Συμβουλίου και του Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων, υπό την προεδρία μου, ομόφωνα γνωμοδότησε υπέρ του χαρακτηρισμού ως νεώτερου μνημείου του κτιρίου του Διοικητήριου – 5ης Μεραρχίας, «καθώς αποτελεί τοπόσημο της πόλης των Χανίων και κτίσμα με αξιόλογα αρχιτεκτονικά τυπολογικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά, δείγμα αρχιτεκτονικής της ειδικής αυτής κατηγορίας Δημόσιων Κτηρίων-Διοικητηρίων. Η διατήρησή του συμβάλλει στην τεκμηρίωση της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτισμικής ιστορίας της πόλεως των Χανίων στα τέλη του 19ου αιώνα και κατά συνέπεια εμπλουτίζει το πολιτιστικό απόθεμά της».

Το τοπόσημο αυτό της πόλης, το μπαλκόνι των Χανίων δεν είναι δυνατόν να παραδοθεί για «φιλοξενία» των εκλεκτών του τουρισμού. Είναι χώρος με δημόσιο χαρακτήρα και έτσι πρέπει να παραμείνει. Το Πολυτεχνείο Κρήτης οφείλει να αγωνιστεί για να το αποκαταστήσει και, γιατί όχι, να ιδρύσει σε αυτό τη Σχολή Καλών Τεχνών, όραμα όχι μόνο δικό του αλλά και των Χανιωτών. Ή άλλως να το χρησιμοποιήσει για τον εκπαιδευτικό σκοπό που του παραχωρήθηκε. Το οικονομικό σκέλος είναι ψευδοπρόβλημα. Τόσα προγράμματα έχουν τρέξει και τρέχουν σε όλη την Ελλάδα για αποκατάσταση νεότερων μνημείων, δημόσιων ή μη. Χρειάζεται όραμα και προσήλωση στο σκοπό αυτό. Και βέβαια με το υπουργείο Παιδείας και την Πολιτεία συμπαραστάτη του.

Πηγή: epohi.gr

Κανένα σχόλιο

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Login

Welcome! Login in to your account

Remember me Lost your password?

Don't have account. Register

Lost Password

Register

Επιστροφή στην κορυφή