Τις (λογής – λογής) «ηχηρές μειοψηφίες», διαχρονικά στα Χανιά, κάποιοι τις ανέχθηκαν, κάποιοι τους έκαναν «πλάτες», κάποιοι τις χρησιμοποίησαν, κάποιοι τις παρουσίασαν, -γιατί βόλευε, εξυπηρετούσε…-, ως «πλειοψηφίες» και κάποιοι άλλοι -οι περισσότεροι- δεν ασχολήθηκαν με αυτές, αδιαφόρησαν.
Στις «ηχηρές μειοψηφίες» θα συναντήσει κανείς, ενίοτε, πρόσωπα – «συγκοινωνούντα δοχεία», θα διακρίνει -συχνά- ιδεοληπτικές προσεγγίσεις και συμπεριφορές, ισχυρή έλλειψη σεβασμού στη διαφορετική άποψη και πρακτικές διαστρέβλωσης της πραγματικότητας όταν αυτή δεν συμφωνεί με τις απόψεις τους, αλλά και «στοχοποίησης» προσώπων με τη χρήση γνωστών -και συνήθως φαιδρών- χαρακτηρισμών. Πάγιος ισχυρισμός τους είναι ότι εκφράζουν την πλειονότητα της κοινωνίας, αν και αυτό απέχει παρασάγγας από την πραγματικότητα.
Οι «ηχηρές μειοψηφίες» κάνουν επίκληση της νομιμότητας όταν βολεύει, ενώ όταν δεν βολεύει μιλούν για το δίκαιο της κοινωνίας, αδιαφορώντας για την εφαρμογή ή μη των νόμων. Συνήθως η νομιμότητα αφορά τους άλλους, όχι τις ίδιες.
Οι «ηχηρές μειοψηφίες», με ή χωρίς κομματικό μανδύα, είναι ένα «φρούτο» που «ενδημεί» στα Χανιά εδώ και πολλά χρόνια – κι ενίοτε η παρουσία τους και η δράση τους καθίσταται εξαιρετικά βολική ή και εξαιρετικά άβολη. Εξαρτάται σε ποια «όχθη του ποταμού» στέκεσαι, σε ποια χρονική στιγμή και ποιο «διακύβευμα» έχεις επιλέξει -προφανώς όχι άδολα- να προτάξεις.
Θετικό πρόσημο σε αυτή την πολυετή διαδρομή μπορεί κανείς να αποδώσει στη δράση ορισμένων «ηχηρών μειοψηφιών» σε λίγες και πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις – δηλαδή μόνο όταν οι στόχοι και οι επιδιώξεις τους «ταυτίστηκαν» με πραγματικές ανάγκες και πραγματικά «θέλω» της πλειονότητας της -συνήθως σιωπηλής και βολεμένης- χανιώτικης κοινωνίας, η οποία αποφάσισε, κάποιες φορές, να συμπορευτεί μαζί τους, γιατί διέκρινε ένα κραυγαλέο έλλειμμα πρωτοβουλιών για την ικανοποίηση αυτών των αναγκών και αυτών των «θέλω» από την πλευρά των αιρετών: βουλευτών, αυτοδιοικητικών και άλλων. Ήταν τότε που οι «ηχηρές μειοψηφίες» μετατράπηκαν σε «ηχηρές πλειοψηφίες» για την εξυπηρέτηση ενός κοινού στόχου, για τον οποίο είχαν «στρατευτεί» πολίτες με διαφορετικές πολιτικές, ιδεολογικές, κοινωνικές και πολιτισμικές αφετηρίες.
Κάθε περίπτωση, σε αυτό το βάθος χρόνου, είναι διαφορετική, ξεχωριστή -παρά τις επιμέρους «ομοιότητες» σε πρακτικές, «μοτίβα» και ρητορικές- και καθίσταται, αργά ή γρήγορα (είναι θέμα χρόνου, δηλαδή) απολύτως ξεκάθαρη στο συλλογικό υποσυνείδητο…
Φωτογραφία αρχείου: pixabay.com

