H απόφαση της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου να εκκινήσει τη διαδικασία για την πλήρη αναθεώρηση του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Κρήτης υπήρξε μια αναγκαία πρωτοβουλία για να λυθούν -επιτέλους- τα προβλήματα που υπήρχαν στον χάρτη.
Πρόκειται για μια εξέλιξη ιστορικής σημασίας. Η παρέμβαση αυτή έρχεται ως άμεση απάντηση στην πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία της Ελληνικής Κυβέρνησης, η οποία προκάλεσε έντονη κρίση στις σχέσεις της με την ημιαυτόνομη Εκκλησία του νησιού. Το Φανάρι, με την κίνησή του, όχι μόνο επιβεβαιώνει τον θεσμικό του ρόλο ως η ανώτατη κανονική αρχή, αλλά και μετατοπίζει το επίκεντρο της διένεξης, ανοίγοντας έναν νέο δρόμο για την επίλυση της διαφοράς.
Η παρέμβαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου
Στις 29 Αυγούστου 2025, η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, υπό την προεδρία της Α.Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, εκδίδει ένα ιστορικής σημασίας ανακοινωθέν. Η κεντρική απόφαση που περιέχει είναι η εξής: «ἀπεφασίσθη ἡ ἔναρξις τῆς διαδικασίας πρός ἀναθεώρησιν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς ἐν Κρήτῃ Ἐκκλησίας, κατά τόν προβλεπόμενον ὑπό τοῦ ἰσχύοντος τρόπον».
Η αποφασιστική παρέμβαση της ανώτατης κανονικής αρχής της Εκκλησίας της Κρήτης, του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όχι μόνο αλλάζει τις ισορροπίες αλλά χαράσσει και μια εντελώς νέα πορεία για την επίλυση της κρίσης, «κατά τον προβλεπόμενον ὑπό τοῦ ἰσχύοντος τρόπον». Κι ο τρόπος αυτός είναι ξεκάθαρος και περιγράφεται με σαφήνεια στο τέλος του: «Διάταξις ἀκροτελεύτιος. Τροποποίησις τοῦ παρόντος γίνεται μετά γνώμην τῆς Ἱερᾶς Ἐπαρχιακῆς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης μετά τῆς Πολιτείας, ἐπι δ κανονικῆς φύσεως ζητημάτων κατόπιν συνεννοήσεως καί μετά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου».
Πώς ερμηνεύεται η ακροτελεύτια διάταξη
Η «ἀκροτελεύτιος διάταξις» του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Κρήτης (Νόμος 4149/1961) καθορίζει με σαφήνεια τη διαδικασία τροποποίησής του, διακρίνοντας δύο θεμελιώδεις κατηγορίες ζητημάτων και θεσπίζοντας αντίστοιχες, διακριτές διαδικασίες. Η ερμηνεία της διάταξης αυτής αποκαλύπτει το ιδιαίτερο ημιαυτόνομο καθεστώς της Εκκλησίας της Κρήτης, την κανονική της εξάρτηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τη σχέση της με την Ελληνική Πολιτεία.
Η διάταξη λοιπόν αναγνωρίζει την τροποποίηση για γενικά, διοικητικά και οργανωτικά ζητήματα. Και την τροποποίηση για ζητήματα «κανονικής φύσεως».
Η αλλαγή των γενικών διατάξεων
Για την τροποποίηση διατάξεων που δεν άπτονται του πυρήνα του κανονικού δικαίου (π.χ. θέματα διοικητικής οργάνωσης, οικονομικής διαχείρισης, εκκλησιαστικής εκπαίδευσης), η διαδικασία που θα γίνει με την αλλαγή του Καταστατικού Χάρτη, απαιτεί δύο βασικούς παράγοντες.
Ο πρώτος, περιγράφεται στην φράση: «Μετά γνώμην τῆς Ἱερᾶς Ἐπαρχιακῆς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης». Ο όρος «γνώμη» στο εκκλησιαστικό δίκαιο αναφέρεται σε μια γνωμοδότηση. Αυτή η γνωμοδότηση, αν και υποχρεωτικό να ζητηθεί, δεν είναι νομικά δεσμευτική για το τελικό αποφασίζον όργανο, που στην περίπτωση αυτή είναι η Ελληνική Πολιτεία μέσω της νομοθετικής οδού (Βουλή των Ελλήνων). Ωστόσο, η «γνώμη» της τοπικής Εκκλησίας, ως του άμεσα ενδιαφερόμενου και αρμόδιου σώματος, διαθέτει ιδιαίτερη ηθική και πολιτική βαρύτητα. Μια αρνητική γνωμοδότηση θα καθιστούσε πολιτικά δυσχερή την προώθηση της τροποποίησης. Άρα, η μονομερής ενέργεια της ελληνικής πολιτείας που πρόσφατα ψήφισε μια τροπολογία, καταργείται, επί της ουσίας.
Ο δεύτερος παράγοντας εστιάζεται στη φράση: «Μετά τῆς Πολιτείας»: Η φράση αυτή καταδεικνύει ότι η τελική πράξη της τροποποίησης είναι νόμος του Ελληνικού Κράτους. Η συνεργασία με την Πολιτεία είναι απαραίτητη, καθώς ο Καταστατικός Χάρτης αποτελεί νόμο της Ελληνικής Δημοκρατίας. Συνεπώς, για τα γενικά ζητήματα, η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος της Κρήτης προτείνει ή γνωμοδοτεί και η Ελληνική Πολιτεία νομοθετεί. Ποιος μοιάζει να έχει -θεσμικά- αποφασιστικό ρόλο;
Η αλλαγή για ζητήματα «Κανονικής Φύσεως»
Όταν η τροποποίηση αφορά ζητήματα «κανονικής φύσεως», η διαδικασία γίνεται αυστηρότερη και περιλαμβάνει έναν επιπλέον, καθοριστικό παράγοντα.
Ο τρίτος παράγοντας είναι τα «Κανονικῆς φύσεως ζητήματα». Ο όρος αυτός αναφέρεται σε θέματα που σχετίζονται με τον πυρήνα της ορθόδοξης εκκλησιαστικής διδασκαλίας, παράδοσης και δομής. Και το εκκλησιαστικό δίκαιο που είναι αρχαιότατο, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για λανθασμένες ερμηνείες. Ενδεικτικά, τέτοια ζητήματα «κανονικής φύσεως» περιλαμβάνουν πρωτίστως, τα δογματικά θέματα. Αλλά και τη λειτουργική τάξη και μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας καθώς και την οργάνωση και λειτουργία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων. Οι σχέσεις της Εκκλησίας Κρήτης με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία.
Αυτά μόνο; Ασφαλώς και όχι. Βασικό θέμα «κανονικής τάξεως» είναι ο τρόπος εκλογής των Αρχιερέων, καθώς καθορίζει την αποστολική διαδοχή και την κανονική τάξη. Συνεπώς, η πρόσφατη παρέμβαση της Πολιτείας, ανοίγοντας η συζήτηση για τον καταστατικό χάρτη, θα κριθεί άπαξ δια παντός. Ή όπως σχολίαζε ορθώς, κρητικός αρχιερέας «για τα επόμενα 70 χρόνια». Άλλωστε ο σημερινός χάρτης από το 1961 έχει κλείσει τον ιστορικό του κύκλο, μετά από 64 χρόνια ισχύος.
Ο καταστατικός χάρτης και το Πατριαρχείο
Ο χάρτης, λοιπόν αλλάζει. Και εκτός από τα παραπάνω για να αλλάξει, πρέπει να γίνει «Κατόπιν συνεννοήσεως καί μετά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου». Ο όρος «συνεννόησις» έχει ισχυρότερη νομική βαρύτητα από την απλή «γνώμη». Υποδηλώνει την ανάγκη διαβούλευσης, διαλόγου και, εν τέλει, συναίνεσης ή συμφωνίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η συνεννόηση δεν είναι μια απλή διατύπωση άποψης, αλλά μια διαδικασία που αποσκοπεί στην εξεύρεση κοινής θέσης. Η απαίτηση αυτή πηγάζει από το γεγονός ότι η Εκκλησία της Κρήτης είναι ημιαυτόνομη και υπάγεται κανονικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο είναι ο θεματοφύλακας της κανονικής τάξης και ενότητας. Μια τροποποίηση κανονικού περιεχομένου χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Πατριαρχείου θα ήταν κανονικά άκυρη και θα διατάρασσε τις σχέσεις της τοπικής εκκλησίας με το κέντρο της Ορθοδοξίας.
Με βάση όλα τα παραπάνω, καθίσταται σαφές πως, αφενός, η τοπική Εκκλησία έχει καθοριστικό λόγο για τη λειτουργία της, αφετέρου, η Ελληνική Πολιτεία ασκεί τη νομοθετική της εξουσία, ενώ το Οικουμενικό Πατριαρχείο προστατεύει την κανονική τάξη σε θέματα που άπτονται της ορθόδοξης πίστης και παράδοσης και αυτά περιλαμβάνουν και την εκλογή αρχιερέων.

