Με την πρόσφατη δημόσια παρέμβασή του περί «στιγματισμού της Κρήτης», με αφορμή τα θλιβερά γεγονότα στα Βορίζια Ηρακλείου και όσα ακολούθησαν, ο δήμαρχος Αποκορώνου Χαράλαμπος Κουκιανάκης επιχειρεί να παρουσιαστεί ως υπερασπιστής του νησιού. Πρόκειται για μία παρέμβαση που επενδύει πρωτίστως στο συναίσθημα και δευτερευόντως στην εύκολη ρητορική, ενώ αποφεύγει συστηματικά την τεκμηρίωση. Έτσι, μοιάζει περισσότερο με μια επιμελημένη προσπάθεια να παρακαμφθούν όσα όλες και όλοι γνωρίζουμε.
Όταν ένας άνθρωπος που υπηρέτησε για χρόνια στην Ελληνική Αστυνομία, πριν ασχοληθεί με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, υποστηρίζει ότι «η Κρήτη δεν είναι τόπος ανομίας», τότε ο ισχυρισμός του δεν μπορεί να εκληφθεί ως απλή υπερβολή. Διαβάζεται μόνο ως άρνηση -ή διαστρέβλωση- της πραγματικότητας. Γιατί όλοι -Κρητικοί και μη- γνωρίζουν ότι σε συγκεκριμένες, λίγες μεν, αλλά υπαρκτές περιοχές του νησιού, εμφανίζονται εδώ και δεκαετίες έντονα φαινόμενα παραβατικότητας. Φαινόμενα που δεν οφείλονται σε «συκοφαντίες» ή σε κάποια οργανωμένη διάθεση «στοχοποίησης της Κρήτης», αλλά σε αμείλικτα γεγονότα. Αν ο κ. Κουκιανάκης προσποιείται σήμερα ότι αυτά δεν τα γνωρίζει, το μόνο που χρειάζεται είναι να ρωτήσει τους πρώην συναδέλφους του – ειδικά εκείνους των οποίων οι ζωές κινδύνευσαν όταν επιχείρησαν να κάνουν τη δουλειά τους, ειδικά σε αυτές ακριβώς τις περιοχές.
Εξίσου προβληματικός είναι ο απόλυτος ισχυρισμός του ότι «η παράδοση δεν έχει σχέση με την παραβατικότητα». Η σύνδεση συγκεκριμένων εκφάνσεων της «παράδοσης» -όπως η οπλοχρησία σε κοινωνικές εκδηλώσεις- με παράνομες πράξεις δεν είναι επινόηση των «δελτίων ειδήσεων». Είναι υπαρκτό, βαθιά καταγεγραμμένο κοινωνιολογικό φαινόμενο. Η συντριπτική πλειονότητα των Κρητικών δεν φέρει καμία ευθύνη. Όμως μικρές μειοψηφίες αξιοποιούν το παραδοσιακό πλαίσιο ως επίφαση άτυπης ισχύος – και αυτό είναι δεδομένο που δεν εξαφανίζεται με ρητορικά σχήματα ή ευχολόγια.
Όταν ο Δήμαρχος Αποκορώνου δηλώνει ότι «η Κρήτη δεν αποδέχεται συμπεριφορές που θέτουν σε κίνδυνο ζωές», η πρώτη αντίδραση είναι: μακάρι να ήταν έτσι. Γιατί η πραγματικότητα δείχνει ότι οι μπαλωθιές -ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα- δεν αποτελούν φαινόμενο αποκλειστικά «σκληρών παραβατικών». Αποτελούν πρακτική αρκετών πολιτών που πυροβολούν στον αέρα σε γάμους, βαφτίσια, πανηγύρια, γλέντια και κοινωνικές συναθροίσεις. Δεν τα έχει συναντήσει αυτά ο κ. Κουκιανάκης; Δεν τα έχει δει, ακούσει ή ενημερωθεί γι’ αυτά στα χρόνια που βρίσκεται στη δημόσια ζωή;
Αυτή η «εσωτερική» ευθύνη -η κοινωνική ανοχή απέναντι σε προβληματικές συμπεριφορές- απουσιάζει παντελώς από την παρέμβασή του. Σε κάθε τόπο, η ανοχή είναι μέρος του προβλήματος. Και η Κρήτη δεν αποτελεί εξαίρεση. Η απουσία οποιασδήποτε μορφής αυτοκριτικής αφήνει την αίσθηση υπεκφυγής, λες και όλο το βάρος πέφτει σε εξωτερικούς παράγοντες: στα Μέσα Ενημέρωσης, στην Πολιτεία, στον αρμόδιο Υπουργό. Η πραγματικότητα, όμως, είναι σχεδόν πάντα πιο σύνθετη.
Το ίδιο ισχύει και για την επίκληση περί «συλλογικής στοχοποίησης». Μένει μετέωρη, χωρίς παραδείγματα, χωρίς συγκεκριμένες δηλώσεις, χωρίς τεκμήρια. Πρόκειται για ένα γενικό σύνθημα που λειτουργεί περισσότερο ως αντιπερισπασμός παρά ως πειστικό επιχείρημα. Αν υπάρχει στοχοποίηση, πρέπει να αποδεικνύεται. Αν όχι, δεν μπορεί να αξιοποιείται ως πολιτικό άλλοθι.
Τέλος, οι καταληκτικές διατυπώσεις –«η Κρήτη θέλει ασφάλεια», «η Κρήτη σέβεται τον νόμο», «η αξιοπρέπεια αυτού του τόπου είναι αδιαπραγμάτευτη»– είναι συνθήματα, όχι επιχειρήματα. Προσφέρουν δραματικότητα στην παρέμβαση -και πιθανώς πολλά «like» στα κοινωνικά δίκτυα- αλλά δεν απαντούν στο πραγματικό ερώτημα: πώς αντιμετωπίζονται οι παθογένειες που πράγματι υπάρχουν.
Το τελικό αποτέλεσμα είναι μια «παρέμβαση» που επιδιώκει να προστατεύσει την ταυτότητα της Κρήτης όχι μέσα από την αλήθεια, αλλά μέσα από την άρνησή της. Κι αυτή η στάση -ειδικά από έναν άνθρωπο που γνώρισε την πραγματικότητα της ασφάλειας μέσα από την υπηρεσία του στην Ελληνική Αστυνομία- γεννά ερωτήματα, όχι απαντήσεις.
Συμπέρασμα: Η Κρήτη δεν έχει ανάγκη από ωραιοποιήσεις και «φτιασιδώματα», ούτε από προστατευτές της φήμης της. Έχει ανάγκη από καθαρές κουβέντες, ξεκάθαρη βούληση και καθαρή διάκριση ανάμεσα στη μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων που τιμούν τον τόπο και στις μειοψηφικές συμπεριφορές που τον εκθέτουν. Αυτό είναι το πραγματικό ζητούμενο – και αυτό, δυστυχώς, απουσιάζει από την παρέμβαση του Χαράλαμπου Κουκιανάκη.
Διαβάστε ακόμη: Κρήτη | Η ατιμωρησία είναι το οξυγόνο αυτής της νοσηρής πραγματικότητας


