Τα τελευταία αρκετά χρόνια, οι εργαστηριακοί γιατροί στα Χανιά και στην υπόλοιπη χώρα βρίσκονται σε μια δεινή θέση, εγκλωβισμένοι σε ένα οικονομικό πλαίσιο που τους έχει φέρει στα όρια της αντοχής τους. Παρότι αποτελούν κρίσιμο πυλώνα της δημόσιας υγείας, έχοντας καθημερινά στα χέρια τους την έγκαιρη διάγνωση και παρακολούθηση εκατομμυρίων ασθενών, καλούνται να λειτουργήσουν μέσα σε ένα σύστημα που υπονομεύει τη βιωσιμότητά τους.
Η δεινή αυτή πραγματικότητα οφείλεται σε τρεις αλληλοσυμπληρούμενους μηχανισμούς: τη μειωμένη κρατική ασφαλιστική τιμή των εξετάσεων, το rebate -δηλαδή την αναγκαστική κλιμακωτή έκπτωση που επιβάλλεται πριν καν πληρωθούν- και το claw back, την αυτόματη επιστροφή χρημάτων από τους εργαστηριακούς γιατρούς όταν ο προϋπολογισμός του ΕΟΠΥΥ ξεπερνιέται σε πανελλαδικό επίπεδο.
Η κρατική ασφαλιστική τιμή αποτελεί το πρώτο πλήγμα στα έσοδα των εργαστηρίων. Η τιμή που βλέπει ο ασφαλισμένος στο παραπεμπτικό του δεν έχει καμία σχέση με την τιμή που αποζημιώνει ο ΕΟΠΥΥ. Το Υπουργείο Υγείας χρησιμοποιεί έναν ξεχωριστό τιμοκατάλογο (κρατικό ασφαλιστικό τιμολόγιο), ο οποίος παραμένει «παγωμένος» επί χρόνια και προβλέπει αποζημιώσεις μειωμένες κατά 40% έως 45% σε σχέση με την ονομαστική αξία των εξετάσεων, όπως επισημαίνουν οι εργαστηριακοί γιατροί. Έτσι, τα εργαστήρια ξεκινούν ήδη με σημαντικά χαμηλότερα έσοδα, πριν συνυπολογιστούν οι υπόλοιπες περικοπές. Την ίδια στιγμή, ο κατάλογος των διαθέσιμων εξετάσεων διευρύνεται διαρκώς, καθώς η ιατρική τεχνολογία εξελίσσεται και η ζήτηση για πιο εξειδικευμένες και συχνά ακριβές πράξεις αυξάνεται. Ωστόσο, ο συνολικός προϋπολογισμός παραμένει ίδιος, μετατρέποντας την πρόοδο της επιστήμης σε επιπλέον βάρος για τα εργαστήρια, κάτι που συνέβη και επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, σύμφωνα με τον υπουργό Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη.
Το rebate, που επιβλήθηκε το 2013, έρχεται να προσθέσει ένα δεύτερο αναγκαστικό «ψαλίδι». Πρόκειται για μια κλιμακωτή έκπτωση που εφαρμόζεται αυτόματα, ανάλογα με τον όγκο των εξετάσεων που εκτελεί κάθε εργαστήριο. Όσο μεγαλύτερη είναι η ζήτηση από τους ασθενείς, τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η έκπτωση που επιβάλλεται. Είναι ένας μηχανισμός που δεν συνδέεται με την ποιότητα, την ορθότητα ή την αναγκαιότητα των εξετάσεων· αποτελεί απλώς μια επιπλέον μείωση της τελικής αποζημίωσης, ανεξάρτητα από τις πραγματικές συνθήκες.
Στο τέλος έρχεται το claw back, ίσως η πιο δραστική και επιβαρυντική πτυχή του συστήματος, που θεσπίστηκε επίσης το 2013 και εξακολουθεί να ισχύει μέχρι και σήμερα. Τι είναι το claw back; Με απλά λόγια, κάθε χρόνο ορίζεται ένα ανώτατο ποσό δαπανών για τις διαγνωστικές εξετάσεις. Αν το ποσό αυτό ξεπεραστεί -κάτι που συμβαίνει σχεδόν κάθε χρονιά- ο ΕΟΠΥΥ περικόπτει οριζόντια τις πληρωμές προς όλα τα εργαστήρια, μικρά και μεγάλα, χωρίς να εξετάζει ποιος συνέβαλε πραγματικά στην υπέρβαση και γιατί. Έτσι, για παράδειγμα, ένα εργαστήριο που τιμολόγησε 10.000 ευρώ μπορεί να λάβει στο τέλος μόλις 5.500 ή 6.000 ευρώ. Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη, καθώς τα claw back των προηγούμενων ετών θεωρούνται φορολογικά απαιτητές οφειλές, «εγκλωβίζοντας» πολλούς εργαστηριακούς γιατρούς ακόμη και στο δικαίωμα συνταξιοδότησης.
Η συστηματική αυτή υπέρβαση του προϋπολογισμού δεν είναι αποτέλεσμα αμέλειας των εργαστηρίων· είναι φυσική συνέπεια της πραγματικότητας που αντιμετωπίζει η χώρα. Η Ελλάδα γερνά, και ένα γηρασμένο πληθυσμιακό προφίλ συνεπάγεται μεγαλύτερη ανάγκη για εξετάσεις. Τα χρόνια νοσήματα αυξάνονται, ενώ η πανδημία ενίσχυσε την τάση για πιο τακτικούς προληπτικούς ελέγχους. Σε αυτό το περιβάλλον, χωρίς ισχυρή Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας και χωρίς σαφή διαγνωστικά πρωτόκολλα, η ζήτηση εκτοξεύεται. Σήμερα, οι γιατροί έχουν την ευχέρεια να γράφουν εξετάσεις χωρίς περιορισμούς, καθώς το σύστημα δεν διαθέτει ενιαίες οδηγίες που να ορίζουν ξεκάθαρα πότε και πόσες εξετάσεις χρειάζεται κάθε ασθενής. Απουσιάζει, δηλαδή, ένας ουσιαστικός μηχανισμός που θα διασφαλίζει ομοιομορφία, συνέπεια και ορθολογισμό στη συνταγογράφηση.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, τα εργαστήρια επωμίζονται ένα βάρος που δεν τους αναλογεί. Δεν μπορούν να ελέγξουν τη ροή των παραπεμπτικών που φτάνουν στο εργαστήριό τους, υποχρεούνται όμως να εκτελέσουν τις εξετάσεις και στο τέλος να επιστρέψουν σημαντικό μέρος της αποζημίωσης. Η αντίφαση είναι προφανής: η υπέρβαση δημιουργείται από τη συνολική ζήτηση του συστήματος, αλλά η οικονομική επιβάρυνση επιβάλλεται αποκλειστικά σε αυτούς που εκτελούν τις πράξεις.
Οι συνέπειες αυτής της πολιτικής έχουν γίνει εμφανείς, εδώ και καιρό, σε όλη τη χώρα. Πολλά μικρά εργαστήρια δυσκολεύονται να καλύψουν ακόμη και τα βασικά λειτουργικά τους έξοδα. Σε αρκετές περιοχές έχουν περιοριστεί υπηρεσίες, έχουν μειωθεί ώρες λειτουργίας, ενώ δεν λείπουν οι περιπτώσεις οριστικών «λουκέτων». Η προοπτική να αποδυναμωθεί η πρόσβαση των πολιτών σε κρίσιμες διαγνωστικές υπηρεσίες -ιδιαίτερα στην περιφέρεια, σε μικρές πόλεις, χωριά και νησιά- δεν είναι πια μια μακρινή ανησυχία, αλλά ένας πραγματικός και άμεσος κίνδυνος.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, οι εργαστηριακοί γιατροί ζητούν αλλαγές που θεωρούν απαραίτητες για την επιβίωση του κλάδου και την εύρυθμη λειτουργία της δημόσιας υγείας. Προτείνουν αύξηση του προϋπολογισμού του ΕΟΠΥΥ, ώστε να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες του πληθυσμού, καθιέρωση ανώτατου ορίου στις αυτόματες περικοπές, εισαγωγή σύγχρονων ηλεκτρονικών διαγνωστικών πρωτοκόλλων που θα καθορίζουν με σαφήνεια ποιες εξετάσεις χρειάζονται και πότε και αναθεώρηση ή διαγραφή των παλαιών claw back που έχουν συσσωρευθεί και τους «πνίγουν».
Όπως τονίζουν, το ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι θεσμικό, δομικό και βαθιά κοινωνικό. Ένα σύστημα που δεν λειτουργεί ορθολογικά δεν μπορεί να ανταποκριθεί στη σύγχρονη ιατρική πραγματικότητα, ούτε να στηρίξει τους επιστήμονες που κρατούν όρθιο το διαγνωστικό σκέλος της δημόσιας υγείας.
Χωρίς ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, χωρίς έμπρακτη αναβάθμιση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας που «χωλαίνει» βαθιά, χωρίς διαφάνεια και χωρίς ένα νέο ολιστικό μοντέλο ορθολογικής λειτουργίας, ο κίνδυνος δεν αφορά μόνο τα εργαστήρια. Αφορά, τελικά, την ίδια την πρόσβαση των πολιτών σε ελεύθερες, αξιόπιστες και άμεσα διαθέσιμες εξετάσεις — ένα θεμέλιο της υγειονομικής ασφάλειας που καμία κοινωνία δεν μπορεί να επιτρέψει να υποβαθμιστεί ή, ακόμα χειρότερα, να καταρρεύσει.

