Στην Ελλάδα του 2025, η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος εξακολουθεί να διαμορφώνεται από έναν μηχανισμό που είναι τόσο σύνθετος, ώστε όσο πιο απλά τον περιγράφει κανείς, τόσο πιο παράδοξος μοιάζει.
Το Χρηματιστήριο Ενέργειας, το οποίο δημιουργήθηκε για να εναρμονίσει τη χώρα με το ευρωπαϊκό «μοντέλο – στόχο», λειτουργεί στην πράξη με έναν τρόπο που συχνά οδηγεί σε υψηλές τιμές, ειδικά όταν απαιτείται η χρήση ακριβών μονάδων παραγωγής. Και αυτό έχει συνέπειες που τελικά πληρώνουν όλοι: νοικοκυριά, επιχειρήσεις και το ίδιο το σύστημα.
Πώς λειτουργεί το Χρηματιστήριο Ενέργειας; Κάθε μέρα πραγματοποιείται μια μεγάλη «δημοπρασία» ηλεκτρικής ενέργειας για την επόμενη ημέρα. Σε αυτήν, οι παραγωγοί δηλώνουν πόση ενέργεια μπορούν να παρέχουν και σε ποια τιμή, ενώ οι προμηθευτές δηλώνουν πόση ενέργεια χρειάζονται για να καλύψουν τους πελάτες τους. Μέχρι εδώ, όλα φαίνονται απολύτως φυσιολογικά. Εκείνο όμως που κάνει τη διαφορά -και τελικά δημιουργεί την παραδοξότητα- είναι ο τρόπος με τον οποίο προκύπτει η τελική τιμή κάθε ώρας. Αν οι φθηνές μονάδες, όπως οι ανανεώσιμες πηγές και τα υδροηλεκτρικά, δεν επαρκούν για να καλύψουν τη ζήτηση σε μια συγκεκριμένη ώρα, τότε το σύστημα αναγκαστικά χρησιμοποιεί και μια ακριβή μονάδα, εν προκειμένω φυσικού αερίου. Από εκείνη τη στιγμή και για εκείνη την ώρα, η τιμή που ζητά η συγκεκριμένη ακριβή μονάδα γίνεται η τιμή για όλους τους παραγωγούς!
Το αποτέλεσμα είναι ότι ανεξάρτητα από το πόσο φθηνά παράγει κάποιος ηλεκτρική ενέργεια, αμείβεται βάσει της οριακής τιμής της ώρας, η οποία συχνά καθορίζεται από την ακριβότερη μονάδα που χρειάστηκε να ενεργοποιηθεί. Οι ανανεώσιμες πηγές -τουλάχιστον όσες δεν αμείβονται με σταθερές τιμές μέσω μακροχρόνιων συμβάσεων- αμείβονται με την ίδια τιμή, ακόμη κι αν το δικό τους κόστος παραγωγής είναι σχεδόν μηδενικό. Ο καταναλωτής, αντίστοιχα, χρεώνεται τιμές που αντανακλούν το κόστος της ακριβότερης ώρας, ακόμη και όταν σε πολλές άλλες ώρες της ημέρας τα φωτοβολταϊκά και οι ανεμογεννήτριες καλύπτουν σημαντικό μέρος της ζήτησης με χαμηλό κόστος.
Η στρέβλωση δεν σταματά εκεί. Η ελληνική αγορά είναι μικρή και απαρτίζεται από λίγους μεγάλους παραγωγούς, ενώ οι δυνατότητες αποθήκευσης ενέργειας παραμένουν περιορισμένες. Αυτό σημαίνει ότι αρκεί να χρειαστεί μια μόνο ακριβή μονάδα φυσικού αερίου για κάποιες ώρες, ώστε να «τραβήξει» προς τα πάνω τις τιμές των συγκεκριμένων ωρών. Οι μονάδες φυσικού αερίου, ευέλικτες και απαραίτητες για την εξισορρόπηση του συστήματος, ενεργοποιούνται συχνά για λόγους που δεν σχετίζονται αποκλειστικά με το κόστος αλλά με την ασφάλεια τροφοδοσίας και τη σταθερότητα του δικτύου. Με το που μπαίνουν στο σύστημα έστω και για μία ώρα, η τιμή της συγκεκριμένης ώρας καθορίζεται από αυτές.
Το οξύμωρο είναι ότι ακόμη και σε ημέρες όπου οι ανανεώσιμες πηγές παράγουν άφθονα -ηλιόλουστες ή ανεμώδεις μέρες όπου η Ελλάδα καλύπτει μεγάλο μέρος της ζήτησης με σχεδόν μηδενικό οριακό κόστος- η συνολική εικόνα της ημέρας μπορεί να παραμένει ακριβή. Γιατί; Διότι αρκούν ορισμένες ώρες όπου απαιτείται η λειτουργία μονάδων φυσικού αερίου για να διατηρηθεί η σταθερότητα του συστήματος. Και αυτές οι ώρες της υψηλής τιμής δεν «εξουδετερώνονται» από τις φθηνές ώρες, αφού η τιμολόγηση γίνεται ωριαία και όχι ως μέσος όρος που θα μετέφερε αυτόματα το χαμηλό κόστος στον τελικό χρήστη.
Δεν υπάρχει άλλος τομέας της οικονομίας όπου η τιμή καθορίζεται από τον ακριβότερο παραγωγό της συγκεκριμένης ώρας, ανεξάρτητα από το ποιος παρέχει το μεγαλύτερο μέρος του προϊόντος. Δεν υπάρχει άλλη αγορά όπου το χαμηλό κόστος παραγωγής δεν μεταφέρεται αναγκαστικά στον τελικό χρήστη. Και δεν υπάρχει άλλος κλάδος όπου η χρήση ακριβών τεχνολογιών σε μια μόνο στιγμή της ημέρας μπορεί να επηρεάσει τόσο καθοριστικά το συνολικό κόστος.
Παρά ταύτα, το μοντέλο αυτό έχει επικρατήσει σχεδόν σε όλη την Ευρώπη. Κι εδώ βρίσκεται η απάντηση στο γιατί «στα χαρτιά μοιάζει λογικό». Το σύστημα της οριακής τιμολόγησης σχεδιάστηκε με την προϋπόθεση ότι οι αγορές είναι μεγάλες, με πολυάριθμους παραγωγούς, ισχυρές διασυνδέσεις και άφθονη προσφορά. Σε τέτοιες συνθήκες, οι ακριβές μονάδες λειτουργούν σπάνια, ενώ οι φθηνές τεχνολογίες καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της ζήτησης. Έτσι, η οριακή τιμή λειτουργεί ως εργαλείο σταθερότητας και όχι ως μηχανισμός διαρκούς αύξησης του κόστους.
Το πρόβλημα στην Ελλάδα -και όχι μόνο- είναι ότι η πραγματικότητα δεν μοιάζει καθόλου με το θεωρητικό υπόδειγμα: η αγορά είναι μικρή, οι δυνατότητες αποθήκευσης περιορισμένες, η εξάρτηση από το φυσικό αέριο μεγάλη και η ποικιλία των παραγωγών μικρή. Το αποτέλεσμα είναι ότι ένας μηχανισμός που θεωρητικά ενισχύει τον ανταγωνισμό, στην πράξη συχνά τον αποδυναμώνει.
Ποια είναι η λύση; Ίσως όχι στην κατάργηση του Χρηματιστηρίου Ενέργειας, αλλά στην προσαρμογή του στις πραγματικές συνθήκες: μεγαλύτερη ενσωμάτωση των ΑΠΕ με κατάλληλες μορφές τιμολόγησης, επενδύσεις σε αποθήκευση ενέργειας, ενίσχυση των διασυνδέσεων και ουσιαστική αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο εφαρμόζεται η οριακή τιμολόγηση.
Μέχρι να συμβούν αυτά, θα συνεχίσουμε να πληρώνουμε το ρεύμα όχι με βάση το πραγματικό κόστος παραγωγής, αλλά με βάση τις ώρες όπου απαιτείται η ακριβότερη τεχνολογία. Και αυτό, όσο κι αν προσπαθήσει κανείς να το εξηγήσει, εξακολουθεί να μοιάζει παράλογο.

