Στο Δημοτικό Συμβούλιο Χανίων, το κορυφαίο συλλογικό όργανο διοίκησης του Δήμου, έχουν εκλεγεί -ως γνωστόν- 43 μέλη. Από αυτά, τα 29 προέρχονται από τον συνδυασμό του δημάρχου Παναγιώτη Σημανδηράκη. Πρόσωπα με επαγγελματική και κοινωνική παρουσία, με εμπειρίες, απόψεις και -θεωρητικά- τη δυνατότητα να εμπλουτίσουν τον δημόσιο διάλογο. Κι όμως, η πλειονότητα σιωπά. Σπάνια παίρνει τον λόγο, πλην των Αντιδημάρχων, οι οποίοι συνήθως -όχι πάντα- αρκούνται στο να εισηγούνται τα θέματα αρμοδιότητάς τους, σπανιότερα καταθέτει προσωπική άποψη, σχεδόν ποτέ δεν διαφοροποιείται δημόσια, ακόμη κι όταν οι περιστάσεις φαίνεται να το επιβάλλουν.
Δεν είναι φαινόμενο αποκλειστικό των Χανίων. Σε πολλούς Δήμους της χώρας, οι δημοτικοί σύμβουλοι της συμπολίτευσης αντιμετωπίζουν το αξίωμά τους περισσότερο ως ρόλο επικύρωσης. Ακολουθούν, συνήθως αδιαμαρτύρητα, τη γραμμή της Διοίκησης, αποφεύγοντας να εκφράσουν, τουλάχιστον δημόσια, επιφυλάξεις ή να επισημάνουν αστοχίες. Έτσι, όμως, χάνεται η ουσία της θεσμικής αντιπροσώπευσης.
Σε μεγάλο βαθμό, η σιωπή αυτή δεν οφείλεται σε αδιαφορία ή έλλειψη ενδιαφέροντος, αλλά σε μια παγιωμένη νοοτροπία που ταυτίζει την πολιτική στήριξη με την απόλυτη ταύτιση. Πολλοί δημοτικοί σύμβουλοι πιθανότατα θεωρούν -λανθασμένα ή όχι, αυτό είναι ένα άλλο θέμα συζήτησης- ότι η έκφραση διαφορετικής άποψης μπορεί να εκληφθεί ως υπονόμευση της παράταξης ή προσωπική αντιπαράθεση με τον Δήμαρχο. Άλλοι επιλέγουν τη σιωπή για λόγους πολιτικής αυτοπροστασίας ή επειδή φοβούνται το ενδεχόμενο να διαμορφωθεί η εντύπωση ότι υφίσταται εσωτερική σύγκρουση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η έλλειψη εμπειρίας ή η υπερσυγκέντρωση ρόλων στη διοίκηση ενισχύει αυτή τη στάση. Η… αναμονή αξιοποίησης μπορεί να είναι ένας ακόμη λόγος. Το αποτέλεσμα, ωστόσο, είναι το ίδιο. Η συλλογική λειτουργία του Δημοτικού Συμβουλίου περιορίζεται και η πολυφωνία, που αποτελεί όρο δημοκρατικής υγείας, αποδυναμώνεται.
Θα πρέπει, πάντως, να επισημανθεί ότι η διαφοροποίηση για έναν Δημοτικό Σύμβουλο της συμπολίτευσης, όσο αυτονόητη κι αν φαίνεται θεσμικά, δεν είναι καθόλου εύκολη στην πράξη. Το δημαρχοκεντρικό μοντέλο εξουσίας -πανελλαδικά, όχι μόνο στα Χανιά- η άτυπη παραταξιακή πειθαρχία, ο φόβος πολιτικού στιγματισμού και η απουσία κουλτούρας θεσμικής διαφωνίας καθιστούν το περιβάλλον αποτρεπτικό. Σε μια τοπική κοινωνία όπου οι σχέσεις είναι προσωπικές και οι ισορροπίες εύθραυστες, κάθε δημόσια διαφοροποίηση συχνά εκλαμβάνεται ως «ανταρσία» και όχι ως θεσμική υπευθυνότητα. Κι όμως, η κριτική και η τεκμηριωμένη διαφωνία δεν αποδυναμώνουν τη Διοίκηση – τη θωρακίζουν, γιατί λειτουργούν ως φίλτρο αυτοελέγχου και δημοκρατικής λογοδοσίας. Μια ζωντανή Αυτοδιοίκηση δεν φοβάται τις διαφορετικές φωνές – τις χρειάζεται για να παραμένει υγιής.
Σε κάθε περίπτωση, και παρά τις προαναφερόμενες αντικειμενικές δυσκολίες, τις οποίες δεν μπορεί κανείς εύκολα να παραβλέψει, η παρουσία κάθε Δημοτικού Συμβούλου δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι διακοσμητική. Ορκίζεται να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, όχι να αναπαράγει άκριτα τις επιλογές του επικεφαλής του συνδυασμού του. Κάθε απόφαση που λαμβάνεται στο Δημοτικό Συμβούλιο διαμορφώνει την καθημερινότητα των πολιτών κι επηρεάζει το παρόν και το μέλλον της πόλης. Και κάθε πολιτική συζήτηση προσδιορίζει, τελικά, τη «συλλογική ταυτότητα» κάθε παράταξης, ειδικά όταν ουδείς διαφοροποιείται – ακόμα και όταν διαφωνεί με το περιεχόμενο, εν μέρει ή εν συνόλω. Γι’ αυτό, η ενεργή συμμετοχή και ο δημόσιος λόγος δεν είναι πολυτέλεια, αλλά ουσιαστικό μέρος της αποστολής κάθε Δημοτικού Συμβούλου και ταυτόχρονα επιλογή αυτοπροστασίας.
Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς οι σύμβουλοι της συμπολίτευσης να έχουν πιο ενεργό ρόλο, ιδίως όταν δεν συμφωνούν -έστω και σιωπηρά- με το περιεχόμενο ορισμένων τοποθετήσεων που δεν αφορούν μόνο την ιεράρχηση και τον προγραμματισμό έργων ή τη χάραξη πολιτικής, αλλά, κυρίως, την προαναφερόμενη πολιτική συζήτηση, που καταλήγει, συχνά, σε έντονη αντιπαράθεση, η οποία ενίοτε ξεφεύγει από τα όρια της θεσμικής σοβαρότητας. Σε τέτοιες στιγμές, η αποστασιοποίηση ή η νηφάλια δημόσια τοποθέτηση κάθε Δημοτικού Συμβούλου δεν είναι πράξη αμφισβήτησης, αλλά πράξη θεσμικής αξιοπρέπειας και προσωπικού θάρρους απέναντι στο σώμα και στους πολίτες που εκπροσωπεί.
Η διαφοροποίηση, όταν στηρίζεται σε επιχειρήματα και όχι σε προσωπικές φιλοδοξίες, είναι επιλογή δημοκρατικής ωριμότητας. Ο διάλογος, η κριτική, η διαφωνία είναι θεμέλια της αυτοδιοικητικής λειτουργίας. Αντιθέτως, η απόλυτη ταύτιση και η απουσία δημόσιας άποψης οδηγούν σε απονεύρωση της πολιτικής ζωής, σε έναν «μονόλογο εξουσίας» που αδικεί και τον Δήμαρχο και την παράταξή του.
Σε τελική ανάλυση, οι δημοτικοί σύμβουλοι της συμπολίτευσης στα Χανιά -και παντού- δεν εκλέχθηκαν για να αποτελούν την ηχώ του -κάθε- Δημάρχου, αλλά για να λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές ευθύνης, ευθυκρισίας και διαφάνειας. Η σιωπή μπορεί να είναι ασφαλής επιλογή, αλλά δεν είναι δημιουργική. Η φωνή τους δεν είναι υπονόμευση, είναι αναγκαία. Είναι εγγύηση ότι η δημοκρατία στην Τοπική Αυτοδιοίκηση παραμένει πολυφωνική και ουσιαστική. Γιατί η δημοκρατία -για την οποία κατά καιρούς γίνεται λόγος και στο Δημοτικό Συμβούλιο Χανίων- δεν στηρίζεται στη σιωπή των πολλών, αλλά στη φωνή εκείνων που τολμούν να μιλούν.

