Το Γενικό Νοσοκομείο Χανίων «Ο Άγιος Γεώργιος» αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του δημόσιου συστήματος υγείας στη Δυτική Κρήτη. Εφημερεύει 365 ημέρες τον χρόνο, 24 ώρες το 24ωρο. Υποδέχεται καθημερινά μεγάλο αριθμό περιστατικών – αριθμό που πολλαπλασιάζεται τους θερινούς μήνες, όταν η τουριστική κίνηση εκτοξεύεται και η το τοπικό νοσηλευτικό Ίδρυμα καλείται να εξυπηρετήσει πληθυσμό πολλαπλάσιο του μόνιμου.
Η πίεση αυτή δεν οφείλεται μόνο στη μεγάλη προσέλευση, αλλά και στο σαφές έλλειμμα πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Η απουσία επαρκώς στελεχωμένων Κέντρων Υγείας και Τοπικών Μονάδων Υγείας (ΤΟΜΥ) οδηγεί πολίτες -ακόμη και με ήπια προβλήματα- απευθείας στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών. Εκεί, η αναμονή συχνά μετατρέπεται σε πολύωρη ταλαιπωρία – όχι από αδιαφορία, αλλά εξαιτίας της αντικειμενικής αδυναμίας επαρκούς στελέχωσης με ειδικευμένους γιατρούς, αλλά και λόγω του μεγάλου αριθμού περιστατικών που θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται στην πρωτοβάθμια φροντίδα, εάν αυτή λειτουργούσε επαρκώς. Αντίστοιχες δυσκολίες αντιμετωπίζουν και ορισμένες κλινικές, οι οποίες λειτουργούν χάρη στην αυταπάρνηση λίγων, με την «ανθρώπινη αντοχή» να έχει γίνει πια δομικό στοιχείο της υγειονομικής καθημερινότητας, ενώ μείζον θέμα υφίσταται και σε ό,τι αφορά στα Χειρουργεία.
Ταυτόχρονα, στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών, η υφιστάμενη έλλειψη ειδικευμένων γιατρών έχει ως αποτέλεσμα οι ειδικευόμενοι να επωμίζονται καθημερινά ένα βάρος δυσανάλογο προς την εμπειρία και το στάδιο της εκπαίδευσής τους. Καλούνται να διαχειρίζονται περιστατικά που συχνά υπερβαίνουν την αρμοδιότητα ή τη γνώση τους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται – τόσο για τους ίδιους, όσο και δυνητικά για τους ασθενείς. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί ένα φαύλο κύκλο: οι νεότεροι γιατροί εξουθενώνονται νωρίς, πολλοί επιλέγουν να αποχωρήσουν ή να αναζητήσουν άλλες προοπτικές, και το βάρος μεταφέρεται ξανά στους λίγους που απομένουν.
Το προσωπικό -γιατροί, νοσηλευτές, τεχνολόγοι και διοικητικοί- σηκώνει ένα βάρος δυσανάλογο προς τις απολαβές του. Οι χαμηλοί μισθοί, ιδίως των νέων γιατρών του ΕΣΥ και των νοσηλευτών, συγκρούονται με την πραγματικότητα μιας ακριβής πόλης όπως τα Χανιά, όπου το στεγαστικό πρόβλημα είναι οξύ. Τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί -και λόγω του τουρισμού και της βραχυχρόνιας μίσθωσης- ενώ η διαθεσιμότητα κατοικιών είναι περιορισμένη. Για ένα νέο γιατρό ή νοσηλευτή που διορίζεται στο Νοσοκομείο, η ανεύρεση στέγης -και μάλιστα σε προσιτή τιμή- συχνά αποδεικνύεται ανυπέρβλητο εμπόδιο. Αυτός ο συνδυασμός χαμηλών αποδοχών και υψηλού κόστους διαβίωσης λειτουργεί ως ισχυρό αντικίνητρο παραμονής, επιτείνοντας το «σπιράλ» υποστελέχωσης.
Από την πλευρά τους, το Υπουργείο Υγείας και η 7η Υγειονομική Περιφέρεια (ΥΠΕ) Κρήτης υποστηρίζουν ότι το πρόβλημα δεν αγνοείται, αλλά αντιμετωπίζεται μέσω διαδοχικών προκηρύξεων, παροχής οικονομικών και επιστημονικών κινήτρων και νέου μοντέλου λειτουργικής διασύνδεσης ανάμεσα στις υγειονομικές μονάδες του νησιού.
Θα ήταν άδικο αν κάποιος ισχυριζόταν ότι δεν έχουν γίνει βήματα, όπως η κάλυψη ορισμένων κρίσιμων ειδικοτήτων και η αναβάθμιση μέρους των υποδομών και του ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού, που δείχνουν ότι υπάρχει διοικητική κινητικότητα, διάθεση βελτίωσης των παρεχόμενων υπηρεσιών και προσπάθεια να συγκρατηθεί το ανθρώπινο δυναμικό. Ωστόσο, το εύρος του προβλήματος φαίνεται ότι ξεπερνά τις επιμέρους κινήσεις. Οι μεμονωμένες προκηρύξεις, που συνήθως αφορούν μικρό αριθμό γιατρών, και τα όποια επιδόματα δύσκολα μπορούν να ανατρέψουν τη δυναμική ενός «γηρασμένου συστήματος», που στηρίζεται στους λίγους που αντέχουν.
Χωρίς ομαδικές προσλήψεις και γενναία αναπροσαρμογή των αποδοχών, το πρόβλημα απλώς ανακυκλώνεται: οι ελλείψεις μετακινούνται από μονάδα σε μονάδα, οι υπάρχοντες γιατροί και νοσηλευτές εξουθενώνονται -αρκετοί από αυτούς, συνήθως οι πιο έμπειροι, αποφασίζουν να μετακινηθούν στον ιδιωτικό τομέα υγείας ή ν’ αναζητήσουν εργασία στο εξωτερικό με πολύ καλύτερους όρους- και οι νεότεροι αποθαρρύνονται να ενταχθούν, ειδικά σε νοσηλευτικά ιδρύματα με τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες αυτού των Χανίων. Το ζητούμενο δεν είναι να καλυφθούν προσωρινά τα κενά, αλλά να αποκατασταθεί η ισορροπία ανάμεσα στην ευθύνη και την ανταμοιβή – με σχέδιο που θα καθιστά την παραμονή στο δημόσιο σύστημα επιλογή, όχι υπέρβαση.
Εν κατακλείδι, η ενίσχυση του Νοσοκομείου Χανίων δεν αφορά μόνο τα Χανιά. Είναι δοκιμή αντοχής για ολόκληρο το δημόσιο σύστημα υγείας – για το κατά πόσο, δηλαδή, μπορεί να στηρίξει με συνέπεια τις περιφερειακές του δομές. Η 24ωρη εφημερία τού μεγαλύτερου νοσηλευτικού ιδρύματος της Δυτικής Κρήτης δεν μπορεί να στηρίζεται επ’ άπειρον στην αυταπάρνηση των ίδιων -εν πολλοίς- ανθρώπων. Απαιτείται ισχυρή πολιτική βούληση, ρεαλιστικός και μακρόπνοος σχεδιασμός και έμπρακτη μέριμνα για τους επαγγελματίες που κρατούν όρθια τη δημόσια υγεία. Αν αυτά υπάρξουν, το Νοσοκομείο Χανίων -όπως και άλλα νοσηλευτικά Ιδρύματα- μπορεί να εξελιχθεί σε πραγματικό σημείο αναφοράς, με όρους σταθερότητας, επάρκειας και αξιοπιστίας.
Αν όχι, τότε η καθημερινή υπέρβαση μέρους των εργαζομένων θα παραμένει το βασικό «πρωτόκολλο» λειτουργίας – και αυτό, μακροπρόθεσμα, καμία κοινωνία δεν μπορεί να το αντέξει. Ιδίως όταν μιλάμε για το σημαντικότερο δημόσιο «περιουσιακό της στοιχείο»: την κρισιμότερη δομή φροντίδας της ανθρώπινης ζωής.

