Παρά τις αυξήσεις στους μισθούς των τελευταίων ετών και τη σημαντική μείωση της ανεργίας σε μονοψήφιο ποσοστό, η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων παραμένει από τις χαμηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι αριθμοί της Eurostat είναι αποκαλυπτικοί: το 2023, ο μέσος προσαρμοσμένος μισθός πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα ανερχόταν σε 1.710 μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS), όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν 3.155 PPS. Η χώρα κατατάσσεται τρίτη από το τέλος ανάμεσα στα 27 κράτη – μέλη, πίσω ακόμη και από χώρες που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν «οικονομικά αδύναμες», όπως η Ουγγαρία και η Σλοβακία.
Η χαμηλή αγοραστική δυνατότητα δεν οφείλεται μόνο στους μισθούς, αλλά και στο υψηλό κόστος ζωής, που ενισχύεται από τη φορολογική δομή της τελευταίας δεκαπενταετίας. Ενώ το διαθέσιμο εισόδημα έχει αυξηθεί ονομαστικά, η ακρίβεια στα βασικά αγαθά, στην ενέργεια και στις υπηρεσίες, σε συνδυασμό με τους φόρους που διατηρήθηκαν από τα χρόνια των μνημονίων, απορροφά το μεγαλύτερο μέρος κάθε μισθολογικής βελτίωσης.
Η πραγματική κατανάλωση των ελληνικών νοικοκυριών (AIC) αντιστοιχεί περί το 77% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ποσοστό που καταγράφει τη δυσκολία των πολιτών να καλύψουν βασικές ανάγκες σε συνθήκες επίμονης ακρίβειας.
Οι φόροι που δεν έφυγαν ποτέ
Η δημοσιονομική προσαρμογή της περιόδου 2010 – 2018 στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην αύξηση των φόρων. Θεσπίστηκαν ή ενισχύθηκαν δεκάδες επιβαρύνσεις, αρκετές από τις οποίες εξακολουθούν να ισχύουν έως και σήμερα, αποτελώντας τη «ραχοκοκαλιά» των δημοσίων εσόδων.
Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι ο ΕΝΦΙΑ, που ξεκίνησε το 2011 ως «έκτακτο χαράτσι μέσω της ΔΕΗ» και το 2014 μονιμοποιήθηκε. Παρά τις μειώσεις συντελεστών και τις εξαιρέσεις που θα ισχύσουν από το 2026 και μετά -για κύρια κατοικία σε μικρούς οικισμούς έως 1.500 κατοίκους και αξία έως 400.000 ευρώ- ο ΕΝΦΙΑ εξακολουθεί να αποτελεί σταθερό έσοδο του κράτους και σημαντική επιβάρυνση για τα νοικοκυριά.
Ανάλογη πορεία είχε και ο ΦΠΑ. Ο βασικός συντελεστής αυξήθηκε από το 19% το 2009 στο 24% το 2016, επίπεδο που παραμένει έως σήμερα. Το πεδίο εφαρμογής των μειωμένων συντελεστών έχει περιοριστεί σε σχέση με τα προ κρίσης χρόνια, με εξαίρεση ορισμένες προσωρινές μειώσεις — κυρίως στην ενέργεια, την εστίαση και τις μεταφορές. Ο ΦΠΑ στην Ελλάδα συγκαταλέγεται στους υψηλότερους της Ευρώπης, επηρεάζοντας δυσανάλογα τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, αφού επιβάλλεται οριζόντια σχεδόν σε όλα τα αγαθά και τις υπηρεσίες.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και η φορολογία μέσω των Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης (ΕΦΚ). Οι επιβαρύνσεις αυτές αυξήθηκαν δραματικά στα χρόνια της κρίσης. Σήμερα, ο ΕΦΚ στην αμόλυβδη βενζίνη (95 οκτανίων) ανέρχεται σε 700 ευρώ ανά 1.000 λίτρα (δηλαδή 0,70 €/λίτρο). Με βάση μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος, σε μια τυπική αποσύνθεση τιμής, οι φόροι και δασμοί (ΕΦΚ, ΦΠΑ και λοιπές επιβαρύνσεις) αποτελούν περίπου 65% της τελικής τιμής που πληρώνει ο καταναλωτής στο πρατήριο — ποσοστό που μεταβάλλεται ανάλογα με τις διεθνείς τιμές και τις κυβερνητικές πολιτικές.
Η επιβάρυνση αυτή δεν περιορίζεται στα καύσιμα. Οι ΕΦΚ σε προϊόντα όπως τα καπνικά, το αλκοόλ και η ηλεκτρική ενέργεια παραμένουν θεσμοθετημένοι, αποδίδοντας δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως στο Δημόσιο — έσοδα απαραίτητα, σύμφωνα με το οικονομικό επιτελείο, για τη δημοσιονομική σταθερότητα, αλλά με σαφή αντίκτυπο στην αγοραστική δυνατότητα των νοικοκυριών.
Η άμεση φορολογία της εργασίας
Παράλληλα με την έμμεση φορολογία, ιδιαίτερα επιβαρυντική υπήρξε και η άμεση φορολογία των εισοδημάτων. Από το 2010 και μετά, το αφορολόγητο όριο μειώθηκε δραστικά -από περίπου 12.000 ευρώ πριν την κρίση σε 8.636 ευρώ για μισθωτούς και συνταξιούχους- ενώ αυξήθηκαν οι φορολογικοί συντελεστές και εισήχθησαν νέες επιβαρύνσεις. Καθιερώθηκαν η ειδική εισφορά αλληλεγγύης, η προκαταβολή φόρου 100% για τους αυτοαπασχολούμενους -που πλέον είναι 55%- και τα τεκμήρια διαβίωσης, που λειτούργησαν ως πρόσθετος, έμμεσος φόρος.
Από το 2019 και μετά, ξεκίνησε σταδιακή αποκλιμάκωση. Ο βασικός συντελεστής φόρου εισοδήματος για φυσικά πρόσωπα μειώθηκε από 22% σε 9% για τα πρώτα 10.000 ευρώ εισοδήματος, ενώ για τα επόμενα κλιμάκια εφαρμόζονται συντελεστές 22%, 28%, 36% και 44%. Παράλληλα, ο φόρος στα νομικά πρόσωπα περιορίστηκε στο 22% (από 29%). Παρά τις αλλαγές αυτές, η φορολόγηση της εργασίας παραμένει από τις υψηλότερες στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ (Taxing Wages 2025), για έναν μέσο εργαζόμενο με δύο παιδιά στην Ελλάδα, το συνολικό βάρος φόρων και εισφορών φτάνει περίπου το 37% του κόστους εργασίας, ποσοστό υψηλότερο από τον μέσο όρο του Οργανισμού.
Οι ελαφρύνσεις των τελευταίων ετών
Η φορολογική αποκλιμάκωση -με τη μείωση και την κατάργηση σειράς φόρων- δεν αφορούσε μόνο την άμεση φορολογία. Σύμφωνα με το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, περισσότεροι από 80 φόροι και εισφορές έχουν μειωθεί ή καταργηθεί συνολικά, εκ των οποίων περίπου 25 αφορούν την έμμεση φορολογία.
Μειώθηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές, καταργήθηκε ο φόρος πολυτελούς διαβίωσης για τη μεγάλη πλειονότητα των φορολογουμένων, περιορίστηκε ο φόρος επιχειρηματικής δραστηριότητας, ενώ ο ΕΝΦΙΑ έχει μειωθεί κατά περίπου 34% μεσοσταθμικά σε σχέση με το 2019. Από το 2026, με στοχευμένα κριτήρια, προβλέπεται έκπτωση 50% στον ΕΝΦΙΑ για κύρια κατοικία σε μικρούς οικισμούς έως 1.500 κατοίκους, με αξία έως 400.000 ευρώ, και από το 2027 σταδιακή πλήρης απαλλαγή. Παράλληλα, σειρά προϊόντων και υπηρεσιών -όπως η ενέργεια, η εστίαση και οι μεταφορές- υπάγονται σήμερα σε μειωμένους συντελεστές ΦΠΑ (13% ή 6%).
Ωστόσο, παρά τη σημαντική αυτή αποκλιμάκωση, το φορολογικό φορτίο στην Ελλάδα παραμένει ιδιαίτερα υψηλό σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι μειώσεις δεν έχουν ακόμη μεταφραστεί σε ουσιαστική ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης, καθώς η ακρίβεια και το αυξημένο κόστος ενέργειας απορροφούν μεγάλο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος.
Η επιμονή της φοροδιαφυγής
Παρά τα βήματα των τελευταίων ετών για τον περιορισμό της, η φοροδιαφυγή παραμένει μια από τις μεγαλύτερες πληγές της ελληνικής οικονομίας. Εκτιμάται ότι στερεί από το Δημόσιο έσοδα άνω των 8 – 10 δισ. ευρώ ετησίως, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 4% του ΑΕΠ. Η απώλεια αυτή καλύπτεται, στην πράξη, από τους συνεπείς φορολογουμένους -κυρίως μισθωτούς και συνταξιούχους- οι οποίοι δεν έχουν τη δυνατότητα απόκρυψης εισοδημάτων.
Η άνιση αυτή κατανομή του φορολογικού βάρους ενισχύει το αίσθημα αδικίας και περιορίζει τη φορολογική βάση, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τα νοικοκυριά που ήδη πιέζονται από την ακρίβεια. Παρά την επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, τα POS, τα ψηφιακά τιμολόγια και τις διασταυρώσεις της ΑΑΔΕ, σημαντικό μέρος της παραοικονομίας -ιδίως σε ελεύθερα επαγγέλματα, τουρισμό και υπηρεσίες- εξακολουθεί να διαφεύγει της φορολόγησης. Έτσι, η φοροδιαφυγή λειτουργεί ως «κρυφός πολλαπλασιαστής» της ακρίβειας και της ανισότητας, μειώνοντας το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών που δηλώνουν πλήρως τα εισοδήματά τους.
Οι δομικές στρεβλώσεις της ελληνικής αγοράς
Πέρα από το φορολογικό βάρος, καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των τιμών παίζουν και οι δομικές στρεβλώσεις της ελληνικής αγοράς. Σε πολλούς κλάδους -όπως τα τρόφιμα, τα καύσιμα, η ενέργεια και οι τηλεπικοινωνίες- η λειτουργία του ανταγωνισμού παραμένει περιορισμένη, με λίγες μεγάλες εταιρείες να ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς. Η έλλειψη ισχυρού ανταγωνισμού, σε συνδυασμό με τον υψηλό ΦΠΑ, οδηγεί σε παγιωμένα υψηλές τιμές στα ράφια και στους λογαριασμούς, ακόμη και όταν οι διεθνείς τιμές ή το κόστος παραγωγής μειώνονται. Σύμφωνα με σχετικές μελέτες της Επιτροπής Ανταγωνισμού και της Τράπεζας της Ελλάδος, το φαινόμενο αυτό περιορίζει την ευνοϊκή επίδραση των μισθολογικών αυξήσεων, αφού μεγάλο μέρος των εισοδηματικών βελτιώσεων «εξατμίζεται» σε μια αγορά που δεν λειτουργεί πλήρως με όρους υγιούς ανταγωνισμού.
Η καθημερινότητα υπό πίεση
Την ίδια ώρα, φόροι που θεσπίστηκαν ως προσωρινά μέτρα ανάγκης έγιναν, στην πράξη, μόνιμοι πυλώνες του φορολογικού συστήματος. Έτσι, παρά τις διαδοχικές αυξήσεις μισθών στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, τα τελευταία χρόνια, η πραγματική αγοραστική δύναμη των πολιτών παραμένει στάσιμη ή μειωμένη.
Το 2024, ο μέσος ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα ανερχόταν σε περίπου 18.000 ευρώ, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ξεπερνούσε τα 39.000 ευρώ. Με τέτοια απόσταση στους μισθούς, σε συνδυασμό με υψηλούς έμμεσους φόρους (ΦΠΑ και ΕΦΚ), η βελτίωση των ονομαστικών εισοδημάτων δεν μεταφράζεται σε πραγματική αύξηση αγοραστικής δύναμης.
Παρότι το συνολικό επίπεδο τιμών στην Ελλάδα παραμένει χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τους Price Level Indices της Eurostat, η ενέργεια και τα τρόφιμα επιβαρύνουν δυσανάλογα το κόστος ζωής, ενώ η πραγματική κατανάλωση (AIC) των νοικοκυριών παραμένει αισθητά χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Έτσι, το διαθέσιμο εισόδημα συρρικνώνεται, ενώ το κόστος ζωής παραμένει σταθερά υψηλό — από τα πρατήρια καυσίμων έως τα ράφια των σούπερ μάρκετ.
Παρά, λοιπόν, τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και τη δημοσιονομική σταθεροποίηση, η οικονομία εξακολουθεί να φέρει τα αποτυπώματα μιας δεκαετούς κρίσης: υψηλό φορολογικό βάρος, χαμηλή ανταγωνιστικότητα και εύθραυστη αγοραστική δύναμη.
Ένα μόνιμο αποτύπωμα της κρίσης
Η Ελλάδα μπορεί να έχει αφήσει πίσω της τα μνημόνια, αλλά όχι τις φορολογικές τους σκιές και ορισμένες από τις παθογένειες προ κρίσης. Μέχρι να αλλάξει ουσιαστικά η αναλογία φορολογίας προς εισόδημα και να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά τα ολιγοπώλια, η χώρα θα εξακολουθεί να είναι μια οικονομία με αυξανόμενους ονομαστικούς μισθούς, αλλά χαμηλή πραγματική ευημερία. Μεγάλο και κομβικό ζητούμενο είναι, ταυτόχρονα, η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου προς μια οικονομία που παράγει περισσότερη αξία και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Μόνο τότε η αύξηση των μισθών θα μεταφραστεί σε πραγματική ευημερία για τα ελληνικά νοικοκυριά.

