Μια μικρή λατινική λέξη -Filioque, που σημαίνει «και από τον Υιό»- υπήρξε για σχεδόν μία χιλιετία το πιο βαθύ θεολογικό ρήγμα ανάμεσα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Από το 1054, όταν η Ανατολή και η Δύση χωρίστηκαν οριστικά, μέχρι σήμερα, το Filioque συμβόλιζε όσα τις απομάκρυναν.
Και όμως, στη Νίκαια της Βιθυνίας -εκεί όπου θεμελιώθηκε το «Πιστεύω»- οι δύο Εκκλησίες έψαλαν πάλι μαζί το αρχαίο Σύμβολο, χωρίς την προσθήκη που άλλαξε την ιστορία.
Η αρχή μιας διαφοράς
Το Filioque (προφέρεται φιλιόκβε) προστέθηκε από τη Δυτική Εκκλησία γύρω στον 6ο αιώνα στο Σύμβολο της Πίστεως, ώστε το Άγιο Πνεύμα να περιγράφεται ως «εκ του Πατρός και εκ του Υιού».
Όμως το αρχικό ελληνικό κείμενο, όπως είχε οριστεί από τις Οικουμενικές Συνόδους Νικαίας (325) και Κωνσταντινουπόλεως (381), αναφέρει ρητά: «το Πνεύμα το Άγιον το εκ του Πατρός εκπορευόμενον».
Για την Καθολική Εκκλησία, η προσθήκη Filioque δεν αλλοίωνε το δόγμα, αλλά διευκρίνιζε ότι ο Πατέρας και ο Υιός αποτελούν μία ενιαία πηγή του Αγίου Πνεύματος, σύμφωνα με τη δυτική θεολογική παράδοση.
Αντίθετα, η Ορθόδοξη Εκκλησία τη θεώρησε θεολογικά εσφαλμένη και αντικανονική, υποστηρίζοντας ότι μόνο ο Πατέρας είναι η «πηγή» της θεότητας και ότι η μονομερής αλλαγή του Συμβόλου της Πίστεως παραβίαζε συνοδική απόφαση.
Τι σημαίνει «εκπορεύεται»
Στην ορθόδοξη θεολογία, η λέξη «εκπορεύεται» δηλώνει την αιώνια προέλευση του Αγίου Πνεύματος από την πρώτη πηγή της Θεότητας – τον Πατέρα. Δεν αφορά απλώς την «αποστολή» ή «αποκάλυψη» του Πνεύματος στον κόσμο, αλλά την ίδια την υποστατική Του ύπαρξη μέσα στην Αγία Τριάδα.
Αντίθετα, στη Δύση, ο λατινικός όρος processio χρησιμοποιήθηκε με ευρύτερη έννοια, περιλαμβάνοντας και την αποστολή του Πνεύματος μέσω του Υιού. Αυτή η διαφοροποίηση στη γλώσσα και τη θεολογική ορολογία συνέβαλε καθοριστικά στη διαφορετική κατανόηση του δόγματος από τις δύο πλευρές.
Το «Πιστεύω» της Νίκαιας χωρίς το Filioque
Δεκαπέντε αιώνες μετά τη Σύνοδο της Νικαίας, η ιστορική πόλη της Βιθυνίας έγινε το 2000 τόπος με έντονο συμβολισμό.
Κατά τη Θεία Λειτουργία που τελέστηκε εκεί, εκπρόσωποι του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας έψαλαν μαζί το «Πιστεύω» χωρίς το Filioque, ακριβώς όπως είχε συνταχθεί το 381 στην Κωνσταντινούπολη.
Το γεγονός αυτό θεωρήθηκε ένδειξη σεβασμού προς το αρχικό ελληνικό κείμενο και σύμβολο καλής θέλησης ανάμεσα στις δύο Εκκλησίες, χωρίς όμως να μεταβάλει επίσημα τις θεολογικές τους θέσεις.
Η σημασία της Νίκαιας
Η Νίκαια δεν είναι απλώς ένα ιστορικό τοπωνύμιο, αλλά το σημείο εκκίνησης της ενιαίας χριστιανικής ομολογίας πίστεως. Εκεί, το 325 μ.Χ., συγκλήθηκε η Α’ Οικουμενική Σύνοδος από τον Μέγα Κωνσταντίνο, με σκοπό να αντιμετωπίσει την αίρεση του Αρείου και να καθορίσει τη δογματική διδασκαλία για τη θεότητα του Χριστού.
Η Σύνοδος αυτή διαμόρφωσε τα πρώτα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως και καθόρισε το θεμέλιο της ορθόδοξης τριαδολογίας, αναγνωρίζοντας τον Υιό «ομοούσιον τω Πατρί».
Έτσι, η ψαλμώδηση του «Πιστεύω» στη Νίκαια το 2000, χωρίς το Filioque, δεν είχε μόνο συμβολική αλλά και βαθιά θεολογική αξία: επανέφερε στο προσκήνιο το πνεύμα της πρώτης ενότητας της Εκκλησίας, όπως αυτή θεμελιώθηκε στους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού.
Από τη ρήξη στον διάλογο
Το Filioque υπήρξε μία από τις βασικές αιτίες του Μεγάλου Σχίσματος του 1054, όταν ο πάπας Λέων Θ’ και ο πατριάρχης Μιχαήλ Κηρουλάριος αλληλοαφορίστηκαν.
Η ρήξη παρέμεινε για αιώνες, ώσπου το Β’ Βατικανό (1962–1965) και οι ιστορικές συναντήσεις Πατριαρχών και Παπών (Αθηναγόρας – Παύλος ΣΤ’, Βαρθολομαίος – Ιωάννης Παύλος Β’, Βενέδικτος ΙΣΤ’, Φραγκίσκος) εγκαινίασαν μια νέα περίοδο θεολογικού διαλόγου.
Ιδιαίτερα καθοριστική υπήρξε η άρση των αφορισμών του 1054, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 7 Δεκεμβρίου 1965, ταυτόχρονα στη Ρώμη και στην Κωνσταντινούπολη, από τον Πάπα Παύλο ΣΤ’ και τον Πατριάρχη Αθηναγόρα Α’.
Με κοινή διακήρυξη, οι δύο Εκκλησίες αναγνώρισαν ότι οι αφορισμοί «ξεπερνούν πλέον τα όρια του χρόνου και των ανθρώπινων αδυναμιών» και εξέφρασαν την πρόθεσή τους για αποκατάσταση αδελφικών σχέσεων. Η στιγμή εκείνη θεωρείται ιστορική αφετηρία του σύγχρονου οικουμενικού διαλόγου.
Στους σύγχρονους θεολογικούς κύκλους χρησιμοποιείται συχνά η διατύπωση «εκ του Πατρός διά του Υιού», που επιχειρεί να εκφράσει τη σχέση Πατρός, Υιού και Πνεύματος με τρόπο αποδεκτό και από τις δύο παραδόσεις, χωρίς να υποκαθιστά τις επίσημες θέσεις.
Η πολιτική και πολιτισμική διάσταση
Η διαμάχη για το Filioque δεν υπήρξε μόνο θεολογική. Αντικατόπτριζε και την ευρύτερη πολιτισμική και εκκλησιαστική αντιπαράθεση ανάμεσα στην Ανατολική και τη Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
Η Ρώμη διεκδικούσε πρωτείο εξουσίας πάνω σε όλη την Εκκλησία, ενώ η Κωνσταντινούπολη υποστήριζε τη συνοδικότητα και την ισοτιμία των Πατριαρχείων.
Έτσι, το Filioque λειτούργησε και ως σύμβολο αυτονομίας για την Ανατολή, η οποία αρνήθηκε να δεχθεί τη Ρώμη ως ανώτατη αυθεντία στην πίστη.
Η νέα εποχή με τον Πάπα Λέοντα ΙΔ’
Μετά τον θάνατο του Πάπα Φραγκίσκου (Απρίλιος 2025) και την εκλογή του Πάπα Λέοντος ΙΔ’ (Robert Francis Prevost), το Βατικανό δείχνει να συνεχίζει τη γραμμή διαλόγου, συνεργασίας και μετριοπάθειας απέναντι στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Ο νέος Πάπας, προερχόμενος από το Τάγμα του Αγίου Αυγουστίνου και γνωστός για το ενδιαφέρον του για τη θεολογική ενότητα, έχει ήδη εκφράσει την πρόθεσή του να διατηρήσει ανοιχτό τον θεολογικό διάλογο με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο.
Ο θεσμικός διάλογος σήμερα
Από το 1980 λειτουργεί η Μικτή Διεθνής Επιτροπή Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και των Ορθοδόξων Εκκλησιών, υπό την αιγίδα του Βατικανού και του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Η Επιτροπή έχει συνεδριάσει σε περιοχές όπως η Ρόδος, το Μπάρι, η Ραβέννα και το Κολυμπάρι Χανίων, εξετάζοντας ζητήματα όπως το πρωτείο του Πάπα, η συνοδικότητα και η ερμηνεία του Filioque. Αποτελεί σήμερα τον επίσημο θεολογικό δίαυλο επικοινωνίας ανάμεσα στις δύο Εκκλησίες.
Οι προοπτικές
Οι δύο Εκκλησίες επιβεβαιώνουν δημόσια τη δέσμευσή τους στη συνέχιση του διαλόγου. Ο Πάπας Λέων ΙΔ’ έχει δηλώσει ότι «η ενότητα δεν μπορεί να οικοδομηθεί χωρίς αλήθεια και ταπείνωση», ενώ ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος τονίζει πως «ο διάλογος παραμένει ο μόνος δρόμος για τη συμφιλίωση».
Οι δηλώσεις αυτές εκφράζουν τις ρεαλιστικές προσδοκίες των δύο πλευρών: σταθερή συνέχιση του διαλόγου και αναζήτηση κοινής μαρτυρίας, χωρίς ακόμη να τίθεται θέμα δογματικής ένωσης.
Φωτογραφίες: Οικουμενικό Πατριαρχείο



