Η Κρήτη, το τελευταίο διάστημα, μοιάζει να στροβιλίζεται σε μια δίνη αρνητικής δημοσιότητας που αμαυρώνει την εικόνα της, όχι μόνο στο πανελλήνιο αλλά και διεθνώς. Ζούμε σε μια συγκυρία όπου οι θεσμοί δοκιμάζονται και η κοινωνική συνοχή απειλείται από αποκαλύψεις που προκαλούν οργή και απογοήτευση.
Από τη μία, το τεράστιο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, που άφησε τους πραγματικούς αγρότες και τους κτηνοτρόφους μας μετέωρους, αποκαλύπτοντας έναν μηχανισμό αδιαφάνειας που λυμαίνεται τον κόπο του Κρητικού παραγωγού. Από την άλλη, οι σοκαριστικές αποκαλύψεις για τη δράση «μαφίας» στα Χανιά, με εγκληματικές ενέργειες που παραπέμπουν σε άλλες εποχές και άλλους τόπους, και το χειρότερο; Με τη φερόμενη εμπλοκή ή την ανοχή ανθρώπων που φέρουν το σχήμα, ανθρώπων της Εκκλησίας, σε καταστάσεις που δεν συνάδουν με το θυμιατό, το πετραχήλι και το λευιτικό φρόνημα.
Μια αχρείαστη κρίση σε καιρούς παρακμής
Μέσα σε αυτό το δυστοπικό περιβάλλον, όπου η εμπιστοσύνη του πολίτη προς κάθε μορφή εξουσίας έχει κλονιστεί συθέμελα, θα περίμενε κανείς από την Εκκλησία της Κρήτης να αποτελέσει το λιμάνι της λογικής, της πραότητας και της ενότητας. Αντ’ αυτού, παρακολουθούμε εμβρόντητοι την Ιεραρχία του νησιού να διεκδικεί, σχεδόν εγωιστικά, μια προνομιακή θέση στην αρνητική επικαιρότητα. Η Εκκλησία της Κρήτης κινδυνεύει, ίσως για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της, να βρεθεί στο «μάτι του κυκλώνα», όχι για το πνευματικό της έργο, αλλά για παιχνίδια εξουσίας που θυμίζουν κοσμικές διαμάχες και πολιτικά παρασκήνια. Πρόκειται για μια δραματική εξέλιξη, κυριολεκτικά χωρίς πραγματικό λόγο, που εκθέτει ανεπανόρθωτα τον θεσμό.
Η ευθύνη και η έπαρση
Το βάρος αυτής της κρίσης δεν πέφτει μονόπλευρα. Σίγουρα, η «πυρηνική» αντίδραση του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου να προχωρήσει στην de facto παύση του Μητροπολίτη Λάμπης και Σφακίων κ. Ειρηναίου, διά της μεθόδου της μεταθέσεως, είναι μια κίνηση επίδειξης ισχύος που ξενίζει. Όμως, θα ήταν λάθος να εστιάσουμε μόνο στο Φανάρι. Όποιος γνωρίζει ελάχιστα εκκλησιαστική ιστορία, αντιλαμβάνεται πως τα νέα Πατριαρχεία και οι τοπικές Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, είναι δημιουργήματα ρήξεων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Στην προκειμένη όμως περίπτωση μεγάλο, ίσως και το μεγαλύτερο, μερίδιο ευθύνης, φέρουν Ιεράρχες εντός της Κρήτης.
Μιλάμε για μια ομάδα Μητροπολιτών -οι πληροφορίες συγκλίνουν στην ύπαρξη τριών- οι οποίοι έχουν δείξει μια ακατανόητη επιμονή, που κατά το Πατριαρχείο αγγίζει τα όρια της έπαρσης. Η στάση τους μαρτυρά πως δεν έχουν καμία διάθεση να υποχωρήσουν ή να αλλάξουν θέση, θέτοντας την άποψη τους πάνω από την ενότητα της Τοπικής Εκκλησίας. Αντικείμενο; Το περίφημο «μεταθετό». Η δυνατότητα, δηλαδή, ενός Επισκόπου να πάει από μια Μητρόπολη σε μια άλλη, «καλύτερη».
Τα δημοσιεύματα αναφέρουν πως όλα γίνονται με προεξάρχοντα -σύμφωνα με τους γνωρίζοντες- τον μητροπολίτη Κισάμου και Σελίνου κ. Αμφιλόχιο. Οι τρεις αντέδρασαν σθεναρά στην προοπτική κατάργησης του μεταθετού και μπλόκαραν ουσιαστικά την εκλογή του νέου Μητροπολίτη Κυδωνίας και Αποκορώνου. Δεν θέλουν να προχωρήσει η διαδικασία αν δεν διασφαλιστεί η δυνατότητα μετακίνησης. Αυτή η τακτική, οδήγησε στο αδιέξοδο της 31ης Οκτωβρίου και προκάλεσε την οργή του Πατριάρχη Βαρθολομαίου.
Το τίμημα της αδιαλλαξίας
Το αποτέλεσμα αυτής της εσωτερικής διαμάχης είναι η Εκκλησία να αυτοτραυματίζεται. Σε μια εποχή που η Κρήτη βλέπει το όνομά της να διασύρεται για υποθέσεις απάτης (ΟΠΕΚΕΠΕ) και οργανωμένου εγκλήματος, η αδιαλλαξία των τριών Μητροπολιτών έφερε την Κρήτη σε δυσμενή θέση έναντι του Οικουμενικού Πατριαρχείου, απειλώντας το ίδιο το ημιαυτόνομο καθεστώς της Εκκλησίας μας.
Τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν σε αυτό το δράμα είναι εξόχως σημαντικά και η ιστορία θα καταγράψει τη στάση τους.
Καταρχάς ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος που έδειξε πως δεν διστάζει να «πάρει κεφάλια». Η απόφασή του να «θυσιάσει» τον Μητροπολίτη Λάμπης, χρησιμοποιώντας τον ως μοχλό πίεσης για να σπάσει το μπλοκ των «τριών», είναι ένα μήνυμα πως η ανοχή στην «ανυπακοή» τελείωσε.
Ο μητροπολίτης Λάμπης και Σφακίων Ειρηναίος. Ο μεγάλος χαμένος, προς το παρόν, της υπόθεσης. Πληρώνει το μάρμαρο για λογαριασμό άλλων. Η άρνησή του να δεχτεί τη μετάθεση δημιουργεί νομικό και κανονικό προηγούμενο, αλλά η ουσία είναι πως χρησιμοποιείται ως «Ιφιγένεια» σε έναν πόλεμο που άλλοι ξεκίνησαν.
Ο μητροπολίτης Κισάμου Αμφιλόχιος και η ομάδα των «αντιδρώντων». Φέρονται να είναι ο πυρήνας της αντίστασης κατά των εντολών του Φαναρίου. Η επιμονή τους στο μεταθετό και η άρνηση συμβιβασμού για την εκλογή στα Χανιά, εξέθεσε την Εκκλησία της Κρήτης και προκάλεσε τη βίαιη παρέμβαση του Πατριάρχη. Αν συνεχίσουν το «αντάρτικο», κινδυνεύουν να χαρακτηριστούν ως οι υπαίτιοι για την απώλεια κεκτημένων.
Ο αρχιεπίσκοπος Κρήτης Ευγένιος. Βρίσκεται στη δυσκολότερη θέση, προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στις Συμπληγάδες. Πίεσε για λύση, αλλά βρήκε απέναντί του το τείχος των τριών Μητροπολιτών και τώρα καλείται να διαχειριστεί τα συντρίμμια μιας Συνόδου που εμφανίζεται διχασμένη και ανίσχυρη.
Ο μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου, Καστελίου και Βιάννου Ανδρέας που ως μέλος της Συνόδου βρέθηκε στο μέσον του κυκλώνα και παρά το ότι δεν ψήφισε, βρίσκεται στο επίκεντρο γιατί γνωρίζει όλα τα γεγονότα και συμμετέχει στις εξελίξεις. Ως Ιεράρχης που δεν είχε εκλεγεί Αρχιεπίσκοπος παρά τον τίτλο του φαβορί -και με διαχρονική σχέση με το Φανάρι- έχει ακόμα πιο δύσκολο ρόλο.
Ο μητροπολίτης Γέρων Χαλκηδόνος Εμμανουήλ (Αδαμάκης) που θα κληθεί πιθανότατα να έρθει στο νησί στο πλαίσιο εξαρχίας, αναλαμβάνοντας καθοριστικό ρόλο και έργο. Είναι γνωστή η ικανότητά του να ρυθμίζει τον διάλογο, τόσο μεταξύ ορθοδόξων όσο και ετεροδόξων, αλλά μεταξύ… συντοπιτών Μητροπολιτών, δεν έχει δοκιμαστεί. Κι αυτή θα είναι μια δύσκολη αποστολή, για την οποία δεν αρκεί η ικανότητά του να ενώνει τα «διεστώτα».
Μια Κοινωνία που βράζει και μια Εκκλησία που κωφεύει
Είναι τραγικό, την ώρα που η τοπική κοινωνία ζητά απαντήσεις για τη διαφθορά, την ώρα που ακούγονται ψίθυροι και φωνές για ιερείς μπλεγμένους σε σκοτεινές υποθέσεις στα Χανιά, η ηγεσία της Εκκλησίας να αναλώνεται σε παιχνίδια εξουσίας. Ο κόσμος βλέπει τους ποιμένες του να λειτουργούν αδιαφορώντας για το σκανδαλισμό του ποιμνίου.
Η εικόνα που εκπέμπει σήμερα η Εκκλησία της Κρήτης δεν βοηθά την κοινωνία και την Εκκλησία. Το να διεκδικεί μερίδιο στην επικαιρότητα μέσω συγκρούσεων και ίντριγκας, ενώ το νησί βουλιάζει στην ανυποληψία λόγω της εγκληματικότητας και της απάτης, συνιστά μεγάλο λάθος. Η επιμονή των τριών Μητροπολιτών να μην κάνουν βήμα πίσω, οχυρωμένοι πίσω από «ιερούς κανόνες» που στην ουσία εξυπηρετούν «ποιμαντορικές φιλοδοξίες», ρίχνει λάδι στη φωτιά.
Αν δεν υπάρξει άμεση αφύπνιση, αν δεν πρυτανεύσει η λογική και η ταπείνωση, η Εκκλησία της Κρήτης θα βγει από αυτή την περιπέτεια μικρότερη. Και δεν εννοούμε εδαφικά ή διοικητικά, αλλά ηθικά. Στα μάτια του απλού Κρητικού, που παλεύει με την ακρίβεια, που βλέπει τις επιδοτήσεις του να χάνονται στον ΟΠΕΚΕΠΕ και την ασφάλειά του να απειλείται από συμμορίες, οι δεσποτάδες που μαλώνουν για τις μίτρες φαντάζουν πλέον ξένοι και μακρινοί. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο πλήγμα για την ιστορική μας Εκκλησία.
Ο κίνδυνος είναι ορατός. Να μετατραπεί η Κρήτη σε πεδίο μόνιμης εκκλησιαστικής ανωμαλίας, με το Φανάρι να παρεμβαίνει όλο και πιο επιθετικά και την τοπική Σύνοδο να απαξιώνεται. «Οι καιροί ου μενετοί». Όλοι οφείλουν να αναλογιστούν τις ευθύνες τους, το Φανάρι να δείξει πατρική στοργή και όχι μόνο τιμωρητική διάθεση, οι τρεις να δείξουν πως αντιλαμβάνονται τον ρόλο τους και όλοι μαζί να θυμηθούν πως η Εκκλησία υπάρχει ως Σώμα και ως Κοινωνία προσώπων, έχοντας να επιτελέσει σωτηριολογικό έργο. Κάθε άλλη αποστολή, επικουρεί τη βασική αποστολή.
* Ο κ. Μιχάλης Ατσαλάκης είναι δημοσιογράφος
Διαβάστε ακόμη: Φανάρι – Εκκλησία Κρήτης | Ενας «πόλεμος» που δοκιμάζει πίστη, ήθος και ενότητα


