Η πρόσφατη απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου να «μετακινήσει» -μετά από σχεδόν τριάντα έξι χρόνια- τον μητροπολίτη Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων Ειρηναίο -έναν ιεράρχη 82 ετών (τα συμπληρώνει στις 10 Ιανουαρίου), που, ως γνωστόν, δοκιμάζεται από προβλήματα υγείας- στη Μητρόπολη Μοσχονησίων (με έδρα τον οικισμό Μόσχος, στο Μοσχονήσι του Αιγαίου, απέναντι από το Αϊβαλί), δεν είναι μια απλή διοικητική πράξη. Είναι μια μάλλον αμφιλεγόμενη απόφαση με σαφή στόχευση, που φωτίζει περαιτέρω τις εσωτερικές εντάσεις των τελευταίων αρκετών μηνών στις σχέσεις του Φαναρίου με την Εκκλησία της Κρήτης.
Η απόφαση αυτή, που ελήφθη παμψηφεί από τη Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου και, όπως είναι ξεκάθαρο, έγινε με προσωπική πρωτοβουλία του Πατριάρχη Βαρθολομαίου, αποσκοπεί στο να μείνει σκόπιμα σε χηρεία και δεύτερη μητροπολιτική έδρα στην Κρήτη. Έτσι, το Πατριαρχείο αποκτά τη δυνατότητα, βάσει του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Κρήτης (Ν. 4149/1961), να αποστείλει Εξαρχία δύο αρχιερέων του στην Επαρχιακή Σύνοδο, προκειμένου να ξεπεραστεί το αδιέξοδο που έχει δημιουργηθεί γύρω από την εκλογή νέου Μητροπολίτη Κυδωνίας και Αποκορώνου.
Από θεσμικής πλευράς, η αποστολή Εξαρχίας είναι κανονικά επιτρεπτή. Ο προαναφερόμενος νόμος προβλέπει ότι, όταν μένουν κενές δύο έδρες ή παρατηρούνται δυσλειτουργίες, το Φανάρι δύναται να παρέμβει για να αποκαταστήσει την κανονική τάξη. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα μέτρο νόμιμο και θεσμικά δικαιολογημένο.
Ωστόσο, το γεγονός ότι κάτι είναι θεσμικά επιτρεπτό δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι είναι και πνευματικά ορθό. Η «μετακίνηση» ενός ηλικιωμένου και ασθενούς ιεράρχη, όχι για λόγους ποιμαντικής ανάγκης, αλλά για να εξυπηρετηθεί μία σημαντική διοικητική σκοπιμότητα, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί πράξη εκκλησιαστικής ευαισθησίας. Η Εκκλησία δεν είναι μόνο κανονισμοί και ισορροπίες· είναι, κυρίως, πρόσωπα, σεβασμός και πνευματική εντιμότητα.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος είναι μια παγκόσμια προσωπικότητα με τεράστιο εκκλησιαστικό κύρος και ιστορική προσφορά. Με πνευματική ευθύνη, διορατικότητα και διεθνή ακτινοβολία, έχει διαφυλάξει την ενότητα της Ορθοδοξίας σε εποχές δύσκολες κι έχει αναδείξει το Φανάρι σε σημείο αναφοράς για ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο. Ο σεβασμός προς το πρόσωπό του είναι αυτονόητος και βαθύς.
Ωστόσο, ακόμη και οι πλέον φωτισμένοι ηγέτες μπορεί, μέσα στη σοφία της πρόθεσης, να (χρειαστεί να) σφάλλουν στην επιλογή του μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Πατριάρχης επιχείρησε να επιλύσει ένα υπαρκτό και σύνθετο πρόβλημα με έναν τρόπο που, αν και θεσμικά επιτρεπτός, δεν αντέχει στην ηθική και ποιμαντική δοκιμασία. Έτσι, η ουσία του σκοπού σκιάστηκε από τη «σκληρότητα» της μεθόδου, που ταυτόχρονα αποτελεί κι ένα σαφές μήνυμα ότι δεν θα ανεχθεί άλλο όσα διαδραματίζονται τους τελευταίους μήνες στη μεγαλόνησο με ευθύνη συγκεκριμένων Ιεραρχών.
Σε κάθε περίπτωση, η Εκκλησία της Κρήτης -και γενικότερα η Ορθοδοξία- έχει ανάγκη σήμερα όχι από διοικητικές υπεκφυγές και προσωπικές στρατηγικές, ούτε από εσωτερικές έριδες, αλλά από ειλικρινή επανεκκίνηση. Η ενότητα και οι λύσεις στα υπαρκτά -και συχνά σύνθετα- προβλήματα δεν θα έρθουν μέσα από εγωισμούς, αλαζονικές συμπεριφορές και σιωπηρές ή ηχηρές αντιπαραθέσεις, αλλά μέσα από αλήθεια, αγάπη, ταπείνωση και συνεπή ακολουθία λόγων και έργων.
Με ειλικρίνεια απέναντι στο χριστεπώνυμο πλήρωμα, που εύλογα νιώθει σύγχυση, λύπη και απορία, η Εκκλησία καλείται να θυμηθεί τον βαθύτερο προορισμό της. Όχι τη διαχείριση των τύπων και -πολύ περισσότερο- της εξουσίας, αλλά τη διακονία του πνεύματος. Να πορευτεί ξανά με το βλέμμα στραμμένο στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, στον λόγο της αγάπης, της συγχώρεσης και της ταπείνωσης που Εκείνος υπήρξε ο ίδιος η ζωντανή του απόδειξη, όπως οι Ιεράρχες υπενθυμίζουν από άμβωνος, αλλά όλοι καλούνται να θυμούνται στην πράξη της καθημερινής τους διακονίας.
Διαβάστε ακόμη: Η Εκκλησία της Κρήτης «στο μάτι του κυκλώνα»
Φωτογραφία: romfea.gr


