Υπάρχουν στιγμές που μια τοπική «έκρηξη» φωτίζει με οδυνηρή καθαρότητα όσα η κοινωνία προτιμά συχνά να μη βλέπει. Όσα κουκουλώνονται πίσω από στατιστικά, συνθήματα, υποσχέσεις και πελατειακές σχέσεις.
Η σημερινή σύγκρουση, μερικές δεκάδες μέτρα από την είσοδο στον περιβάλλοντα χώρο του αεροδρομίου «Δασκαλογιάννης» των Χανίων, δεν είναι ένα ακόμη επεισόδιο ανάμεσα σε κτηνοτρόφους και ΜΑΤ. Είναι το σύμπτωμα μιας βαθιάς δυσπιστίας που δηλητηριάζει τη χώρα: δυσπιστίας απέναντι στο κράτος, στους θεσμούς, και τελικά δυσπιστίας του ενός απέναντι στον άλλον.
Στο βάθος, αυτό που εκρήγνυται δεν είναι μόνο η οργή του κτηνοτρόφου. Είναι η βαθιά κόπωση μιας κοινωνίας που σε αρκετές περιπτώσεις πιστεύει ότι ο διάλογος είτε δεν είναι ειλικρινής είτε δεν φέρνει αποτέλεσμα. Και γι’ αυτό καταφεύγει είτε στη φωνή είτε στη ράβδο.
Η φωνή της απελπισίας
Για πολλούς από τους ανθρώπους που ζουν από τη γη και τα ζώα τους, τα πράγματα έχουν φτάσει στα όρια. Οι τιμές των ζωοτροφών, της ενέργειας και των καυσίμων έχουν εκτοξευθεί. Το εισόδημά τους συρρικνώνεται, ενώ οι υποχρεώσεις –φορολογικές και ασφαλιστικές– παραμένουν ίδιες ή αυξάνονται.
Οι περισσότεροι δεν ζητούν προνόμια. Ζητούν να μπορούν να συνεχίσουν να ζουν από τη δουλειά τους. Και όταν η Πολιτεία απαντά σε αυτό με ΜΑΤ, η αγανάκτηση γίνεται εύκολα έκρηξη, στην οποία δεν είναι δύσκολο να λάβουν μέρος και ορισμένοι άνθρωποι που ενδεχομένως να έχουν απασχολήσει κατά το παρελθόν την Αστυνομία για παράνομες πράξεις.
Η σημερινή εικόνα στα Χανιά είναι, από αυτή τη σκοπιά, κραυγή επιβίωσης ενός κόσμου που στην πλειονότητά του νιώθει αόρατος και εγκαταλελειμμένος, που βλέπει την πρωτογενή παραγωγή να μαραζώνει, ενώ η αγορά γεμίζει με εισαγόμενα προϊόντα.
Η άλλη όψη: Τα κακώς κείμενα
Όμως η αλήθεια έχει και δεύτερη όψη. Η κτηνοτροφία στην Κρήτη –όπως και αλλού– δεν είναι άμοιρη ευθυνών. Για χρόνια, ένα τμήμα του κλάδου στηρίχθηκε σε επιδοτήσεις και «τεχνικές λύσεις» που αλλοίωσαν το τοπίο: ψευδείς δηλώσεις βοσκοτόπων, επιδοτήσεις χωρίς αντίκρισμα, ανοχή κρατικών μηχανισμών. Έτσι διαμορφώθηκε μια κουλτούρα εξάρτησης από το δημόσιο χρήμα και μια ψευδαίσθηση ότι η ενίσχυση είναι αυτονόητο δικαίωμα, όχι εργαλείο ανάπτυξης.
Και μαζί με αυτό, καλλιεργήθηκε μια παντελώς λανθασμένη κουλτούρα «αντίστασης χωρίς όρια»: Ότι η διαμαρτυρία έχει δικαίωμα να κλείνει δρόμους, λιμάνια, αεροδρόμια, να παραλύει την κοινωνία – στο όνομα του δίκαιου σκοπού. Αυτή η νοοτροπία, όσο κι αν έχει ιστορικές ρίζες, δεν μπορεί πια να αποτελεί άλλοθι. Η κοινωνία έχει δικαίωμα να μην κρατείται όμηρος.
Και βέβαια, η σημερινή βία δεν μπορεί να εξωραΐζεται ως «οργή». Η ανατροπή αστυνομικού οχήματος, η πρόκληση ζημιών, ο πετροπόλεμος, οι τραυματισμοί αστυνομικών δεν είναι «παραστρατήματα». Είναι βαριές πράξεις ατομικής ευθύνης. Η οργή μπορεί να είναι κατανοητή, η βία όχι.
Η ευθύνη της Πολιτείας
Η Πολιτεία, ωστόσο, δεν μπορεί να παριστάνει τον αμέτοχο παρατηρητή. Είναι εκείνη που επί δεκαετίες όχι απλώς ανέχθηκε, αλλά καθιέρωσε τις στρεβλώσεις, μοίρασε χρήματα χωρίς έλεγχο, ενίσχυσε τους «πολιτικούς πελάτες», στηρίχθηκε, εν πολλοίς, σε αυτούς και τώρα -που αποκαλύφθηκε το μέγεθος του προβλήματος- εμφανίζεται χωρίς καμία διάθεση αυτοκριτικής, μόνο για να επιχειρήσει να διορθώσει και να επιβάλει την τάξη.
Αντί να στηρίξει την παραγωγή με πολιτικές ουσίας –εκπαίδευση, οργάνωση συνεταιρισμών, μείωση κόστους παραγωγής–, επέλεξε τον βολικό δρόμο των επιδοτήσεων και των παχέων υποσχέσεων. Και τώρα, το τίμημα πληρώνεται στον δρόμο, με χημικά και πέτρες.
Η Αστυνομία και τα όρια της ισχύος
Από καθαρά επιχειρησιακή άποψη, η Αστυνομία ενήργησε -ως όφειλε- για να προστατεύσει έναν κρίσιμο δημόσιο χώρο. Όμως η υπερβολική χρήση βίας, ακόμα κι όταν γίνεται «σύμφωνα με το πρωτόκολλο», δεν λύνει τίποτα – επιτείνει την καχυποψία και τη ρήξη. Η δημόσια τάξη δεν αποκαθίσταται με χειροβομβίδες κρότου – λάμψης, αλλά με επαναφορά εμπιστοσύνης.
Η ισχύς, όταν ασκείται χωρίς μέτρο, γεννά νέους κύκλους θυμού. Και ο θυμός, όταν δεν έχει διέξοδο, γίνεται εύκολα πέτρα.
Η κοινωνία απέναντι στα γεγονότα
Αξίζει, όμως, να σημειωθεί και κάτι ακόμη: ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας δεν αντιμετωπίζει εχθρικά τα σημερινά γεγονότα. Όχι γιατί εγκρίνει τη βία, αλλά γιατί αναγνωρίζει την αδικία πίσω από αυτήν. Πρόκειται για ανθρώπους που ζουν κι αυτοί την ακρίβεια και την ανασφάλεια, βιώνουν στην καθημερινότητά τους τη χαμηλή αγοραστική δυνατότητα και νιώθουν ότι μοιράζονται την ίδια απόγνωση και τον ίδιο θυμό με τους κτηνοτρόφους.
Παράλληλα, δεν παραγνωρίζουν τον κρίσιμο ρόλο της Αστυνομίας σε ένα ευνομούμενο κράτος, αλλά θεωρούν πως σε αρκετές περιπτώσεις στο παρελθόν έχει ασκηθεί ανεπίτρεπτη βία από αστυνομικούς, χωρίς να υποστούν τις προβλεπόμενες εκ του νόμου συνέπειες. Η αίσθηση της ατιμωρησίας για τέτοιες πράξεις γεννά οργή και ενισχύει την πεποίθηση ότι υπάρχει βία «μη ανεκτή, περιττή, μη δικαιολογήσιμη» — βία που διχάζει αντί να προστατεύει.
Πώς οφείλει να απαντά η Πολιτεία
Το κρίσιμο ερώτημα είναι ένα: πώς πρέπει να απαντά η Πολιτεία όταν μια κοινωνική ομάδα επιχειρεί να αποκλείσει ένα αεροδρόμιο; Η απάντηση έχει τρεις διαστάσεις: πολιτική, θεσμική και επιχειρησιακή.
Πρώτον, η Πολιτεία πρέπει να λειτουργεί πολιτικά πριν την κρίση, όχι μετά. Να έχει ανοιχτά κανάλια επικοινωνίας με τους κλάδους που βρίσκονται σε πίεση, να εμφανίζεται εγκαίρως, να εξηγεί, να διαπραγματεύεται, να προλαμβάνει. Ένα κράτος που ακούει μόνο όταν σπάνε τζάμια, έχει ήδη αποτύχει να αντιμετωπίσει την κρίση.
Δεύτερον, οφείλει να ενεργεί θεσμικά και με αναλογικότητα. Ο αποκλεισμός ενός αεροδρομίου είναι παράνομη πράξη και δεν μπορεί να επιτραπεί. Όμως η επιβολή του νόμου πρέπει να είναι αποτρεπτική, όχι εκδικητική. Η χρήση βίας είναι το έσχατο μέσο, όχι η πρώτη αντίδραση. Και κάθε αστυνομική υπέρβαση πρέπει να έχει συνέπειες — η δικαιοσύνη δεν μπορεί να είναι μονόπλευρη.
Τρίτον, επιχειρησιακά, η παρουσία της Αστυνομίας πρέπει να είναι ψύχραιμη, στοχευμένη, χωρίς εξευτελισμό ή τυφλή επίθεση. Προειδοποίηση, διαπραγμάτευση, απομόνωση του κρίσιμου σημείου, όχι εκτεταμένη σύγκρουση. Σε κάθε περίπτωση, το έργο της μόνο εύκολο δεν είναι.
Η Πολιτεία έχει καθήκον να υπερασπιστεί τη νομιμότητα και τα δικαιώματα όλων. Αλλά έχει και υποχρέωση να θυμάται ότι η ισχύς χωρίς μέτρο δεν είναι δύναμη — είναι αδυναμία μεταμφιεσμένη σε τάξη.
Η αλήθεια χωρίς εξωραϊσμούς
Αν κάτι πρέπει να μείνει από τη σημερινή θλιβερή εικόνα, δεν είναι ο καπνός των δακρυγόνων ούτε οι ανατροπές οχημάτων. Είναι η ανάγκη να ειπωθεί η αλήθεια χωρίς εξωραϊσμούς.
Οι κτηνοτρόφοι έχουν δίκιο να φωνάζουν σήμερα. Αλλά όχι να κλείνουν την κοινωνία και να πετροβολούν ανθρώπους.
Η Πολιτεία έχει δίκιο να επιβάλλει κανόνες. Αλλά όχι να τους επιβάλλει με βία και υποκρισία.
Και η κοινωνία έχει δίκιο να απαιτεί τάξη. Αλλά όχι αδιαφορώντας για το γιατί κάποιοι εξεγείρονται.
Η αλήθεια, όπως σχεδόν πάντα, δεν βρίσκεται στα άκρα. Βρίσκεται στη μέση του δρόμου – εκεί όπου σήμερα, δυστυχώς, έπεσαν δακρυγόνα και πέτρες.
Φωτογραφία: protothema.gr


1 Σχόλιο
Μέχρι να βρεθεί ένας ηγέτης να επιβάλλει την ορθή κανονικότητα, να είναι όλοι ικανοποιημένοι. Τώρα ποιος και πότε, με αυτούς που εκλέγονται, πολιτεύονται, σπρώχνονται, φεύγουν κι επανέρχονται, προσδοκούν, άλλο θέμα.
Ένα “θαύμα”, μια πραγματική επανάσταση σκεπτόμενων πολιτών κι όχι περιθωριακών άπλυτων, μια μεγάλη επαναφορά, μπορώ να φανταστώ…