Η τροχιά της ψυχής μου το 2025
«Επιμένω σ’ έναν άλλο κόσμο.
Τον έχω τόσο ονειρευτεί,
τόσο πολύ έχω σεργιανήσει μέσα του
που πια είναι αδύνατο να μην υπάρχει».
— Χρίστος Λάσκαρης
Η αληθινή αλλαγή που φέρνει ένας χρόνος δεν είναι να φτάνεις πιο μακριά, αλλά να βλέπεις αλλιώς. Να στρέφεσαι μέσα σου και να αναγνωρίζεις τα πρόσωπα που υπήρξες πριν γίνεις αυτό που είσαι.
Η χρονιά ξεκίνησε με φλουρί, ποδαρικό και κόκκινα στιγμιότυπα. Με πιλάτες και υγιεινή διατροφή. Κι εκείνη την κρυφή βεβαιότητα πως φέτος τα πράγματα θα πάνε καλύτερα. Το σώμα είναι ένας μικρός πλανήτης – έχει καιρό και καιρικά φαινόμενα, δικούς του νόμους. Χρειάζεται φροντίδα για να συνεχίσει να περιστρέφεται. Μαθαίνω σιγά σιγά να τον κατοικώ με ευγνωμοσύνη και σεβασμό.
Κι έξω η πόλη περνούσε από μπροστά μου σαν ανοιχτό βιβλίο. Καράβια, αεροπλάνα και το πάρκινγκ στη γειτονιά μου απελπισία. Πάρτι και φωτιές στην κρεαταγορά, πορείες και σημαίες, καπνογόνα. Η Αθήνα, άγρια και τρυφερή, σπαρταράει σαν σώμα που ζητά να αγαπηθεί. Δεν προσποιείται τίποτα. Κουβαλά την αλήθεια όλων μας απλωμένη στα πεζοδρόμια, στα μπαλκόνια, στα φανάρια. Μια νύχτα στο Μεταξουργείο, ένας άνθρωπος που μιλούσε στον εαυτό του -οξύς, γεμάτος λογική και οδύνη- μου θύμισε πως η πραγματική ποίηση δεν γράφεται πάντα. Συμβαίνει. Στους δρόμους. Στις ρωγμές. Στους ανθρώπους που δεν αντέχουν άλλο να σωπαίνουν.
Και τότε άρχισε να ξεδιπλώνεται κάτι άλλο. Μια αίσθηση ότι ο κόσμος είναι τελικά μια γειτονιά.
Στην Ιαπωνία οι σακούλες για τα ψώνια είναι φτιαγμένες από άμυλο πατάτας – πράξη φροντίδας για τη γη. Διαλύονται στο νερό σαν ζάχαρη. Η ευγένεια είναι το μόνο πολίτευμα που αναγνωρίζω.
Στη Σεούλ των μουσώνων η βροχή είναι μάγος. Το Project Monsoon, με τα ειδικά χρώματα που ξυπνούν μόλις βραχούν, μεταμορφώνει τους γκρίζους δρόμους σε ποτάμια με ψάρια και φάλαινες. Είναι η τέλεια μεταφορά για την ψυχή μας. Γιατί κι εμείς, άνθρωποι-ποτάμια, κουβαλάμε κρυμμένες ζωές που δεν φανερώνονται μέχρι να βραχούμε ως το κόκαλο.
Τα ταξίδια δεν με έκαναν άλλο άνθρωπο. Με έφεραν πιο κοντά σε αυτό που ήμουν όταν δεν με έβλεπε κανείς. Η Θεσσαλονίκη έχει πάντα ένα άλλοθι και ανθρώπους που σε χωρούν στην αγκαλιά τους. Το κορίτσι με τα μωβ μαλλιά στο παγκάκι, το βραχιολάκι που μου χάρισε και ο Θερμαϊκός που απλώνεται στα πόδια μας.
Η Κωνσταντινούπολη είναι ο τόπος όπου η ώρα δεν τρέχει, αλλά χορεύει. Οι παραμυθένιες βόλτες στον Βόσπορο με τους γλάρους να τρώνε από το χέρι μου. Οι αγορές που στήνουν την παράσταση της ημέρας. Πιπέρι, σταφίδες, κανέλα και μπαχάρια. Το χαμάμ με τον ατμό που ανεβαίνει. Η φωνή του μουεζίνη που σκαρφαλώνει στον λεπτό λαιμό του μιναρέ και χύνεται πάνω στις στέγες. Ο Μεχμέτ με τα παζάρια και τα έξυπνα μάτια. Και γέλια ατελείωτα. Όσο μεγάλωνε ο ορίζοντας, τόσο επέστρεφα σε ό,τι με ξεδιπλώνει αληθινά.
Τελικά η μαγεία του κόσμου ήταν παντού. Μια λασπωμένη μπάλα ποδοσφαίρου μετά την καταιγίδα αντανακλά όλο τον ουρανό. Ένα μικρό σφαιρικό σύμπαν που κυλάει. Η ομορφιά ζητά μόνο ένα βλέμμα για να υπάρξει.
Μερικές φορές πιστεύω πως ο κόσμος αποκαλύπτεται διαφορετικά σε όσους κατοικούν ακόμη στη χώρα των θαυμάτων της παιδικής τους ηλικίας. Βρέθηκα σε ένα δωμάτιο γεμάτο παιδικές ζωγραφιές και ξέχασα ότι είχα μεγαλώσει. Ήμουν πάλι εκείνο το κορίτσι που πίστευε πως τα παιχνίδια ξυπνούν τη νύχτα και ζουν μια παράλληλη ζωή που ζωντανεύει, όταν κλείνουμε τα μάτια.
Και μετά ήρθε ο βυθός. Το νερό ως επιστροφή. Ένας βράχος με τη μορφή του τίγρη. Το βλέμμα του ακίνητο και εγώ, γυναίκα-ψάρι, κολυμπούσα πλάι του αναζητώντας πού τελειώνει το σώμα και πού αρχίζει η ψυχή. Κάτω από την επιφάνεια όλα ησυχάζουν. Για λίγο ένιωσα ότι ανήκω παντού, επειδή δεν προσπαθούσα να ανήκω πουθενά.
Ακολούθησαν ξενύχτια στο κυνήγι των λέξεων. Άνθρωποι που μοιάζουν με ποιήματα και άλλοι που θυμίζουν ανακοινώσεις. Κρατώ τους πρώτους. Συνάντησα κι έναν άνθρωπο-βιβλιοπωλείο. Όλο του το σώμα ήταν ράφια και στις παλάμες του είχε σημάνσεις λέξεων. Ίσως να ήθελα να τον ξεφυλλίσω. Όμως η μόνη ιστορία που με τραβάει ακόμα, είναι εκείνη που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Κάποιες νύχτες άγγιζα το μαξιλάρι όπως κάποτε άγγιζα το πρόσωπό σου. Κίνηση αργή, σχεδόν τελετουργική. Δεν έψαχνα κάτι. Ήθελα να θυμηθώ την ηρεμία του να μην περιμένω τίποτα. Άλλωστε εσύ δεν έφυγες ποτέ από μέσα μου. Κάποιες αγκαλιές δεν τελειώνουν ποτέ. Αλλάζουν τόπο και μένουν να κατοικούν στο δέρμα. Τόσα χρόνια μετά κι ακόμη επιλέγω εσένα, γιατί στα μάτια σου αναγνωρίζω τον εφηβικό εαυτό μου που πιστεύει στα θαύματα. Ό,τι αγαπώ θέλω να είναι ελεύθερο, ακόμη και από εμένα.
Δεν είμαι η ίδια. Αν δεν με νιώθεις τώρα, δεν θα σε πείσουν ποτέ οι λέξεις μου. Έμαθα να αποδέχομαι τις μέρες χωρίς ήλιο, τις βροχερές εποχές και τα πρωινά που δεν θέλεις να σηκωθείς από το κρεβάτι. Αυτή είναι η μοναδική μου δουλειά. Η συντήρηση του εσωτερικού μου σύμπαντος.
Ένα άδειο κλουβί στην αυλή μού έμαθε τη διαφορά ανάμεσα στην ελευθερία του να φεύγεις και στην ελευθερία του να μη χρειάζεται να κρατήσεις κανέναν. Αυτή η γνώση έγινε βαθιά ευγνωμοσύνη, και από εκεί άρχισε μια νέα ησυχία.
Κι ενώ εγώ άλλαζα, ο κόσμος γύρω μου αποκάλυπτε τις πληγές του. Μια γάτα κοιμάται πάνω στα γεγονότα της ημέρας. Ο Ρούτσι αγωνίζεται για τα αυτονόητα.
Ιστορίες που επαναλαμβάνονται. Σκάνδαλα και βοσκοτόπια, κατσίκες που τρώνε θυμάρι και η απληστία φυτρώνει πιο εύκολα. Βεντέτες στα χωριά, τάματα για εξιλέωση. Αγρότες αγανακτισμένοι. Σιωπές που γίνονται άθελά μας αποδοχή. Πολιτικές πράξεις που αλλάζουν ονόματα για να κρύψουν το βάρος τους. Η αλαζονεία χαμογελά πάνω στα ερείπια μιας γενοκτονίας. Κατάλαβα πως η ειρήνη δεν χρειάζεται δηλώσεις. Χρειάζεται ανθρώπους.
Ο Ελ Πέπε, ο πιο ταπεινός ηγέτης του κόσμου, έφυγε για τα αστέρια. Εκείνος και η γυναίκα της ζωής του καλλιεργούσαν χρυσάνθεμα. Ήταν παππούς όλων εμάς που επιμένουμε να πιστεύουμε πως ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός.
Μέσα σε αυτό το χάος η τέχνη έγινε η σχεδία μου. Σώματα αναπνέουν μαζί, πρόσωπα στραμμένα στη σκηνή.
Ο Γιάννης Χαρούλης βγαίνει αθόρυβα. Για μια στιγμή όλα παγώνουν. Κι ύστερα η πρώτη νότα ανοίγει τον αέρα σαν ρωγμή. Τον κοιτάζω με συγκίνηση και βλέπω τον συμμαθητή μου που έγινε φωνή για χιλιάδες. Η περηφάνια αλλάζει μορφή. Γίνεται συλλογική. Γίνεται γενιά.
Μετά ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου – η σταθερά μου. Όλο το στάδιο παραληρεί. Η φωνή του αγγίζει όλες τις συνάψεις του μυαλού μου, με τρυπάει στο βάθος. Τα δάκρυά μου κυλούν κάθε φορά. Κάθαρση.
Κι όταν έσβησαν τα φώτα της σκηνής, έμειναν τα μικρά. Η κίτρινη πολυθρόνα. Ο αστείος λαγός πλάι στο γυμνό σώμα. Η αθωότητα καθισμένη δίπλα στην έκθεση σαν παιδί που δεν ξέρει γιατί ντρέπεται. Τα κλειδιά για ένα σπίτι και μια καρδιά που δεν με χώρεσαν. Βρήκα ένα ήσυχο θάρρος στη σιωπή, στο να μη γεμίζω κάθε κενό με λόγια.
Η αετοφωλιά μου έγινε καταφύγιο για έρωτες. Οι φίλοι δεν μου δείχνουν τον δρόμο. Με επιστρέφουν στον δικό μου. Κι εγώ έγινα η φίλη – συρτάρι που φυλάω τα μυστικά όλων με τόση αφοσίωση που ξεχνώ ποια είναι τα δικά μου. Τα όνειρά μου περπατούν ξυπόλυτα στο σπίτι και αφήνουν ίχνη νερού στο πάτωμα. Εξατμίζονται πριν ξημερώσει.
Βρήκα ένα σταματημένο ρολόι εκεί όπου ένα φιλί είχε διαρκέσει μια ζωή. Ο χρόνος δεν μετριέται. Θυμάται. Η θάλασσα είχε κάτι από άνθρωπο που σε καταλαβαίνει. Τελικά, όλοι ψάχνουμε το ίδιο πράγμα: μια στιγμή που να νικήσει τον χρόνο.
Και ξαφνικά ένιωσα ανάλαφρη. Δεν βιαζόμουν. Απολάμβανα.
Βρέθηκα ξανά ανάμεσα στις λέξεις. Το βιβλίο του Τσολάκη που με φίλησε «Σαν Αεράκι», και η αφιέρωση που με συνέθλιψε σαν τις σταγόνες του Κορτάσαρ. Η έκλειψη της σελήνης μέσα από το τηλεσκόπιο. Το σημείωμα «της Σοφίας η Άνοιξη για πάντα» από τον Σαββόπουλο, ίχνος μιας εποχής και ενός ανθρώπου που ταξιδεύει πέρα από τον χρόνο. Στην Ελένη, που δεν είναι πια εδώ, το γλυκό αισιόδοξο κορίτσι με τα κατακόκκινα χείλη που έμοιαζε να κουβαλά έναν ήλιο, ο στίχος του Ελύτη: «Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο».
Και μέσα σε αυτή τη συνεχή ροή ανακάλυψα πως η ευτυχία δεν είναι κατάσταση, αλλά παύση. Μια στιγμή που λες ναι, εδώ, τώρα, έτσι όπως είναι. Δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο. Η ζωή συμπυκνώνεται σε αυτό το ανεπαίσθητο ναι.
Κι αυτό είναι το τέλος και η αρχή μαζί. Δεν έσωσα τον κόσμο. Δεν σώθηκα. Έμεινα. Με όλα μου τα ρήγματα ανοιχτά, όχι για να φαίνονται, αλλά για να μπορώ να αναπνέω. Δεν προσπάθησα να διορθώσω τίποτα γύρω μου. Κράτησα την ευαισθησία μου ζωντανή. Σε έναν κόσμο που σκληραίνει, το να παραμένεις τρυφερός είναι μορφή αντίστασης.
Ό,τι έγινε, μικρό ή μεγάλο, έγινε ύλη. Λόγια που δεν ειπώθηκαν, αποχαιρετισμοί που δεν ολοκληρώθηκαν, αλήθειες που άργησαν. Όλα δικά μου. Κομμάτια της ίδιας ιστορίας. Χάρτες για ένα τοπίο που δεν υπήρχε ακόμη, μα το περπατούσα ήδη χωρίς να το ξέρω. Η ελευθερία δεν είναι η απουσία προσδοκιών, αλλά η ικανότητα να κρατάς απαλά τις επιθυμίες σου, σαν πεταλούδες στην παλάμη.
Όπως στην ιαπωνική τέχνη του kintsugi τα σπασμένα κεραμικά ενώνονται με χρυσό και οι ρωγμές γίνονται μέρος της ομορφιάς, έτσι κι εγώ στάθηκα απέναντι στον χρόνο. Με σημάδια πάνω μου. Δεν του ζήτησα να τα σβήσει μα να τα ενώσει. Και μέσα από αυτά κράτησα τον εαυτό μου όρθιο.
Ο μικρός μου πλανήτης δεν ηρέμησε. Ισορρόπησε. Βρήκε ξανά την τροχιά του όχι επειδή όλα έγιναν εύκολα, αλλά επειδή έγιναν αληθινά. Συνεχίζει να γυρίζει με θόρυβο, με δύναμη, κόντρα στην ανάγκη να είμαι κάτι άλλο. Δεν περιμένω θαύματα. Τα κουβαλάω. Στα μάτια που ακόμα πιστεύουν. Στο σώμα που θυμάται. Στις χρυσοκλωστές που με κρατούν ενωμένη. Ευγνώμων.
Κι αν κάποτε εκραγεί, είναι γιατί τόλμησε να υπάρξει ολόκληρος, κράτησε μέσα του περισσότερη αγάπη απ’ όση χωρούσε ο χρόνος. Κι εγώ μαζί.









