Τα πρόσφατα γεγονότα με την τοποθέτηση – φωταγώγηση του λεγόμενου -κατά τους διοργανωτές- «μεγαλύτερου χριστουγεννιάτικου δέντρου της Ευρώπης» στο Ξυλόσκαλο Ομαλού, στην είσοδο του φαραγγιού της Σαμαριάς, δεν είναι απλώς ένα ακόμη viral γεγονός της εποχής των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (social media). Είναι ένας «καθρέφτης» μιας βαθύτερης παθογένειας που επανέρχεται, ανά διαστήματα, στην Κρήτη -και όχι μόνο- και αφορά τη σύγκρουση ανάμεσα στο «να γίνει κάτι εντυπωσιακό» και στο «να γίνει κάτι σωστά».
Ας μιλήσουμε και πάλι για τα αυτονόητα, στα οποία αναφέρθηκα και σε προηγούμενο άρθρο, στις 21 Δεκεμβρίου 2025, με τίτλο «Ξυλόσκαλο Ομαλού | Όταν λογική και αισθητική απουσιάζουν…». Κανείς δεν αμφισβητεί ότι χιλιάδες άνθρωποι ανέβηκαν στον Ομαλό, ότι η περιοχή έζησε μια σπάνια χειμερινή κινητικότητα, ότι υπήρξε -τουλάχιστον πρόσκαιρα- ένα αίσθημα γιορτής. Όμως η επιτυχία μιας εκδήλωσης δεν μετριέται μόνο με views, stories και αριθμό αυτοκινήτων. Μετριέται και με το αν σέβεται τον χώρο όπου πραγματοποιείται, το θεσμικό πλαίσιο και, τελικά, την κοινή λογική.
Διότι -επαναλαμβάνω- εδώ δεν μιλάμε για μια πλατεία πόλης ή έναν αστικό δημόσιο χώρο. Μιλάμε για την είσοδο ενός εθνικού δρυμού, για μια προστατευόμενη περιοχή με διεθνή περιβαλλοντική αξία. Κι εκεί, σύμφωνα με τα στοιχεία που αποκαλύφθηκαν εκ των υστέρων, τοποθετήθηκε μια μεταλλική κατασκευή 43 μέτρων, με τσιμεντένια βάση και αλεξικέραυνο, χωρίς καμία από τις απαιτούμενες άδειες. Ούτε από τη Διεύθυνση Δασών Χανίων, ούτε από τον Οργανισμό Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής (ΟΦΥΠΕΚΑ). Αυτό δεν είναι θέμα προσωπικής αισθητικής της καθεμιάς και του καθενός από εμάς. Είναι θέμα νομιμότητας. Κι εκεί δεν «χωράνε» προσωπικές απόψεις, καθώς τα πράγματα είναι ξεκάθαρα.
Η επιχειρηματολογία… ισορροπιών ότι «είναι προσωρινό» ή ότι «δεν έγινε ζημιά» δεν μπορεί να σταθεί ως «λογική», γιατί είναι ακριβώς εκείνη που έχει οδηγήσει, διαχρονικά, στην αυθαιρεσία, στη σταδιακή υποβάθμιση και τελικά στην απώλεια του μέτρου. Αναρωτιέμαι: Αν «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» τότε ποιος και τι ακριβώς προστατεύεται, ειδικά στην είσοδο ενός εθνικού δρυμού όπως η Σαμαριά;
Εξίσου προβληματική είναι η απόπειρα συμψηφισμού με άλλες υποδομές, όπως η κεραία κινητής τηλεφωνίας στο καταφύγιο Καλλέργη. Η σύγκριση είναι τουλάχιστον ατυχής. Η μία περίπτωση αφορά νόμιμα αδειοδοτημένη υποδομή, με σαφή λειτουργικό ρόλο, απολύτως αναγκαία για λόγους ασφάλειας των επισκεπτών της ευρύτερης περιοχής. Η άλλη αφορά μια καθαρά επικοινωνιακή και ψυχαγωγική δράση, χωρίς καμία θεσμική θωράκιση. Το «και αυτοί γιατί το έκαναν;» δεν είναι επιχείρημα, είναι υπεκφυγή.
Όσο για την… πεποίθηση ότι «ζηλεύουν» όσοι ασκούν κριτική, αυτό ίσως λέει περισσότερα για την προβληματική νοοτροπία που αντιμετωπίζει κάθε αντίλογο ως εχθρική πράξη και κάθε διαφορετική άποψη ως απειλή, συχνά με αρνητικούς χαρακτηρισμούς στη δημόσια σφαίρα προς εκείνους που την εκφέρουν, αντί για ουσιαστική αντιπαράθεση λογικών επιχειρημάτων.
Ο δε ισχυρισμός ότι «τα Χανιά δεν θέλουν να ακούγεται κανένας άλλος», δεν απαντά στην ουσία της κριτικής, αλλά επιχειρεί πονηρά να τη μετατοπίσει σε μια βολική και «πιασάρικη» αντιπαράθεση κέντρου και περιφέρειας, προκειμένου οι κανόνες να εμφανίζονται ως εμπόδιο και όχι ως σταθερό πλαίσιο.
Εν κατακλείδι, οφείλουμε να θυμόμαστε ότι η δημόσια συζήτηση για το τι ταιριάζει και τι όχι σε έναν τόσο ευαίσθητο και επιβλητικό -προστατευόμενο σε κάθε περίπτωση- τόπο δεν είναι υπονόμευση της περιοχής και των ανθρώπων της. Το αντίθετο. Είναι αναγκαία, θα πρέπει να γίνεται με ειλικρίνεια, αποτελεί, δε, στοιχείο ωριμότητας και δείγμα πραγματικού ενδιαφέροντος για τον τόπο και τους ανθρώπους του.

