Η πρόσφατη δήλωση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη για τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα είναι απολύτως καθαρή ως προς την πολιτική της στόχευση: ευθεία καταδίκη του καθεστώτος Μαδούρο, στήριξη μιας «ειρηνικής και ταχείας μετάβασης» και πλήρης ευθυγράμμιση με την ευρωπαϊκή και δυτική γραμμή. Είναι, ταυτόχρονα, προσεκτικά διατυπωμένη ώστε να αποφύγει την παγίδα μιας άμεσης νομικής κρίσης των γεγονότων. Ακριβώς αυτή η επιλογή, όμως, είναι που γεννά το πραγματικό ερώτημα.
Η φράση «δεν είναι η ώρα να σχολιάσουμε τη νομιμότητα των πρόσφατων ενεργειών» δεν αποτελεί μια αθώα διπλωματική διατύπωση. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, είναι επιλογή με σαφές θεσμικό και στρατηγικό βάρος. Η ελληνική εξωτερική πολιτική, ειδικά απέναντι σε μια αναθεωρητική δύναμη όπως η Τουρκία, δεν στηρίζεται στην ισχύ, αλλά στη συνέπεια επίκλησης του Διεθνούς Δικαίου. Στο Αιγαίο Πέλαγος, στην Κύπρο, στην Ανατολική Μεσόγειο συνολικά, το ελληνικό επιχείρημα είναι διαχρονικά σαφές: πρώτα η νομιμότητα, μετά ο διάλογος. Ποτέ το αντίστροφο.
Η αμήχανη αυτή διατύπωση, ωστόσο, δεν προκύπτει στο κενό. Εγγράφεται σε ένα νέο, πιο αβέβαιο γεωπολιτικό περιβάλλον, το οποίο διαμορφώνεται μετά την επάνοδο του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Σε αυτό το πλαίσιο, η αξιακή συνοχή της Δύσης υποχωρεί αισθητά υπέρ της ωμής συναλλαγής, ενώ το Διεθνές Δίκαιο παύει να λειτουργεί ως αυτονόητο σημείο αναφοράς και μετατρέπεται σε εργαλείο κατά περίπτωση, χωρίς, πλέον, να κρατούνται ούτε τα προσχήματα, όπως συνέβαινε στο παρελθόν, πριν από ανάλογες «επιχειρήσεις». Οι μεγάλες δυνάμεις επενδύουν λιγότερο στην κανονιστική συνέπεια και περισσότερο στο αποτέλεσμα, ακόμη κι αν αυτό συνεπάγεται «γκρίζες ζώνες» νομιμότητας.
Η Ελλάδα αντιλαμβάνεται πλήρως αυτή τη μετατόπιση. Και γνωρίζει επίσης ότι, ακριβώς λόγω των ανοιχτών και κρίσιμων θεμάτων με την Τουρκία, δεν έχει την πολυτέλεια να εμφανιστεί ως χώρα που υιοθετεί απόλυτες, καταδικαστικές θέσεις σε κάθε διεθνή κρίση, ανεξαρτήτως συσχετισμών. Η επιλογή της αποφυγής νομικής κρίσης στη Βενεζουέλα μπορεί να διαβαστεί ως προσαρμογή: μια προσπάθεια να μην αποκοπεί από τον πυρήνα των δυτικών αποφάσεων σε έναν κόσμο όπου η αμερικανική στάση γίνεται λιγότερο προβλέψιμη και περισσότερο ωμά παρεμβατική και συναλλακτική.
Εδώ, όμως, αναδεικνύεται το ελληνικό παράδοξο. Η χώρα που κατανοεί καλύτερα από πολλές άλλες τη σημασία των κανόνων, είναι ταυτόχρονα εκείνη που εξαρτά την ίδια της την ασφάλεια από αυτούς. Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ ή άλλες μεγάλες δυνάμεις, η Ελλάδα δεν διαθέτει την πολυτέλεια της «ευέλικτης νομιμότητας». Για την Ελλάδα, το Διεθνές Δίκαιο δεν είναι απλώς ηθική αναφορά, είναι εργαλείο επιβίωσης.
Γι’ αυτό και κάθε δημόσια τοποθέτηση που αφήνει να εννοηθεί ότι η νομιμότητα μπορεί να τεθεί σε παρένθεση -έστω προσωρινά- δημιουργεί μια ρωγμή. Όχι νομική, αλλά πολιτική και αφηγηματική. Διότι το ίδιο σκεπτικό που σήμερα χρησιμοποιείται για μια μακρινή κρίση, αύριο μπορεί να επιστραφεί αυτούσιο από την Τουρκία: πρώτα η «σταθερότητα», πρώτα η «πραγματικότητα επί του πεδίου», και αργότερα -αν ποτέ- η συζήτηση περί Διεθνούς Δικαίου.
Υποστηρικτές της κυβερνητικής στάσης θα αντέτειναν ότι η Ελλάδα ορθώς αποφεύγει τον ρόλο του άκαμπτου νομικιστή σε μια υπόθεση εκτός του άμεσου γεωπολιτικού της χώρου, ιδίως σε μια εποχή όπου προέχει η αποτροπή αποσταθεροποίησης και η προστασία πολιτών. Το επιχείρημα δεν στερείται λογικής. Όμως για χώρες χωρίς σκληρή ισχύ, η επιλεκτική ευελιξία κοστίζει συχνά περισσότερο απ’ όσο ωφελεί.
Η δήλωση του Πρωθυπουργού είναι, λοιπόν, αποκαλυπτική των ορίων. Δείχνει μια χώρα που αντιλαμβάνεται ότι ο κόσμος αλλάζει, αλλά γνωρίζει ταυτόχρονα ότι δεν αντέχει να αλλάξει μαζί του τον τρόπο με τον οποίο υπερασπίζεται τα συμφέροντά της. Το πραγματικό ρίσκο δεν βρίσκεται στο τι είπε η Ελλάδα για τη Βενεζουέλα, αλλά στο τι μπορεί να αναγκαστεί να μη λέει στο μέλλον, αν η διεθνής κανονικότητα συνεχίσει να υποχωρεί.
Για κράτη που ζουν στη σκιά αναθεωρητικών απειλών, το Διεθνές Δίκαιο δεν είναι επιλογή στρατηγικής. Είναι όρος ύπαρξης. Και όταν η νομιμότητα αντιμετωπίζεται ως ζήτημα timing, τότε αργά ή γρήγορα μετατρέπεται σε ζήτημα ερμηνείας. Εκεί ακριβώς αρχίζουν οι πραγματικοί γεωπολιτικοί κίνδυνοι.

