Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026, γύρω στις 8 το βράδυ, στο Ηράκλειο. Μια παρέα νέων ανθρώπων, μεταξύ 25 και 30 ετών, συζητά στο κέντρο της πόλης, επί της λεωφόρου Δικαιοσύνης, μερικές δεκάδες μόλις μέτρα μακριά από τα «Λιοντάρια». Ένας άνδρας από τη συγκεκριμένη παρέα βγάζει από την τσέπη του ένα πακέτο τσιγάρων, παίρνει το τελευταίο και πετά το άδειο πακέτο στον δρόμο, αν και σε απόσταση μόλις λίγων μέτρων -όχι πάνω από 4-5- υπάρχει καλάθι για τα μικρά απορρίμματα! Τριγύρω του αρκετά σκουπίδια -έχεις την αίσθηση ότι μάλλον- «διευκολύνουν» την απόφασή του…
Τα τελευταία τέσσερα και πλέον χρόνια επισκέπτομαι συχνά το Ηράκλειο. Το έκανα και παλαιότερα, όχι όμως με την ίδια συχνότητα. Αυτή η επαναλαμβανόμενη επαφή με την πόλη, σχεδόν σε διαφορετικές εποχές και συνθήκες, δεν σου επιτρέπει να μένεις στην «επιφάνεια». Αναπόφευκτα αρχίζεις να βλέπεις τις λεπτομέρειες, τις μικρές αλλαγές, τις βελτιώσεις, αλλά κι εκείνα που μένουν στάσιμα ή επιδεινώνονται.
Και η αίσθηση που σταδιακά διαμορφώνεται είναι πως το Ηράκλειο, μια ιστορική πόλη με βαρύ παρελθόν και κομβικό ρόλο για ολόκληρη την Κρήτη, δείχνει να γερνάει πιο γρήγορα απ’ όσο το φροντίζουν. Όχι με τον θεαματικό τρόπο της κατάρρευσης, αλλά με εκείνη τη σιωπηλή, καθημερινή φθορά που συχνά περνά απαρατήρητη, μέχρι να γίνει κανονικότητα. Και ίσως εδώ να βρίσκεται το πιο ανησυχητικό στοιχείο: όταν η φθορά παύει να μας ξενίζει, παύει, συνήθως, σταδιακά και να μας κινητοποιεί.
Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω τι ακριβώς έχει πάει στραβά όλα αυτά τα χρόνια. Δεν μπορώ να κρίνω αν οι προτεραιότητες τέθηκαν λανθασμένα, αν χάθηκαν ευκαιρίες χρηματοδότησης, αν τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά ή εθνικά «εργαλεία» δεν αξιοποιήθηκαν όπως έπρεπε ή αν απλώς οι ανάγκες ξεπέρασαν τις δυνατότητες. Ούτε μπορώ ως δημότης Χανίων -και δεν επιδιώκω- να αξιολογήσω πρόσωπα της Αυτοδιοίκησης, παλαιότερα ή σημερινά. Σε κάθε περίπτωση, άλλωστε, η καθημερινότητα μιας πόλης δεν αποτυπώνεται μόνο σε αποφάσεις γραφείων, αλλά κυρίως στο πώς αυτές «μεταφράζονται» στον δρόμο.
Αυτό που δύσκολα αμφισβητείται, όμως, είναι το αποτέλεσμα. Υποδομές «κουρασμένες», δημόσιοι χώροι που μοιάζουν να έχουν αφεθεί στη φθορά του χρόνου, πεζοδρόμια και δρόμοι που δεν εκπέμπουν την αίσθηση μιας σύγχρονης, ζωντανής πρωτεύουσας. Δεν πρόκειται απλώς για τεχνικές ατέλειες και αισθητικές «παραφωνίες». Πρόκειται για μια συνολική εικόνα που επηρεάζει την καθημερινότητα του εργαζόμενου, του ηλικιωμένου, του επαγγελματία του κέντρου, του γονιού που κινείται καθημερινά με το παιδί του στην πόλη, του επισκέπτη.
Και μέσα σε όλα αυτά, ένα από τα ζητήματα που ξεχωρίζουν και προβληματίζουν ιδιαίτερα είναι η εικόνα της καθαριότητας. Η καθαριότητα είναι ίσως ο πιο άμεσος δείκτης της λειτουργίας μιας πόλης. Δεν χρειάζεσαι τεχνικές γνώσεις για να την αξιολογήσεις. Τη βλέπεις, τη μυρίζεις, τη βιώνεις. Στο Ηράκλειο, υπάρχουν συνοικίες που εμφανίζονται βρώμικες σχεδόν σε καθημερινή βάση, γειτονιές που αντικρύζεις εικόνες οι οποίες δεν συνάδουν με μια πόλη που θέλει να θεωρείται και είναι, δικαίως, εμπορικό και διοικητικό κέντρο της Κρήτης.
Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, είναι ότι αυτή η σχεδόν παρακμιακή εικόνα δεν περιορίζεται μόνο σε περιοχές μακριά από το βλέμμα του επισκέπτη. Ακόμη και στο ιστορικό κέντρο της πόλης, γύρω από την εμβληματική Κρήνη Μοροζίνι, τα γνωστά «Λιοντάρια», η αίσθηση που αποκομίζει κανείς είναι εκείνη μιας περιοχής κουρασμένης και υποβαθμισμένης. Κι όμως, πρόκειται για το σημείο αναφοράς της πόλης, για τον χώρο όπου συναντιούνται κάτοικοι, επισκέπτες, νέοι και ηλικιωμένοι. Μιλάμε για τη «βιτρίνα» του Ηρακλείου προς τα έξω.
Εδώ αναδεικνύεται και μια βαθύτερη αντίφαση. Το Ηράκλειο είναι ταυτόχρονα μια πόλη που δέχεται ισχυρές τουριστικές ροές το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου και μια πόλη που πρέπει να εξυπηρετεί καθημερινά τους μόνιμους κατοίκους της, καθώς και τους χιλιάδες φοιτητές της. Αυτή η διπλή ταυτότητα αυξάνει τις απαιτήσεις σε υποδομές, καθαριότητα και οργάνωση. Όταν, όμως, οι υπηρεσίες δεν επαρκούν ή δεν προσαρμόζονται στον πραγματικό φόρτο, η πίεση αποτυπώνεται πρώτα και πιο έντονα στον δημόσιο χώρο.
Φυσικά, η κύρια ευθύνη για την κατάσταση όπως περιγράφεται παραπάνω βαραίνει -διαχρονικά- τους αυτοδιοικητικούς φορείς. Ο Δήμος Ηρακλείου έχει την υποχρέωση -παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες που μπορεί να δυσχεραίνουν το έργο του, τις κεντρικές πολιτικές επιλογές σε επίπεδο Αυτοδιοίκησης, αλλά και την πολυπλοκότητα των θεμάτων- να εξασφαλίζει, στο μέτρο του εφικτού προφανώς, ότι οι υπηρεσίες του είναι στελεχωμένες επαρκώς και λειτουργούν αποτελεσματικά, ότι υπάρχει ολοκληρωμένος σχεδιασμός, συντήρηση και διαρκής έλεγχος. Η καθημερινότητα, αλλά και η συντήρηση, προστασία και ανάδειξη των υποδομών, καθώς και η δημιουργία νέων, απαιτούν συνέπεια και στοχοπροσήλωση.
Ταυτόχρονα, όμως, θα ήταν άδικο -και ίσως βολικό- να σταματήσει εδώ η συζήτηση. Γιατί καμία πόλη δεν μπορεί να διατηρηθεί καθαρή και λειτουργική αν ένα μέρος των ίδιων των πολιτών της δεν σέβεται τον δημόσιο χώρο. Η αδιαφορία, η λογική του «δεν πειράζει», το πέταγμα των απορριμμάτων εκτός κάδου, η ανοχή στη μικρή παραβατικότητα, όλα αυτά συσσωρεύονται. Και στο τέλος, η υποβάθμιση παύει να είναι υπόθεση «των άλλων» και γίνεται συλλογική εμπειρία.
Με απλά λόγια, ο δημόσιος χώρος δεν ανήκει ούτε αποκλειστικά στον Δήμο -που φέρει την κύρια, άρα τη μεγαλύτερη ευθύνη- ούτε αποκλειστικά στους κατοίκους, οι οποίοι δεν δικαιούνται να εμφανίζονται ως αμέτοχοι. Ανήκει σε όλους. Και η σχέση μιας πόλης με τους ανθρώπους της αποτυπώνεται ακριβώς σε αυτό: στο πώς τη φροντίζουν όταν δεν τους κοιτά κανείς, αλλά και στο αν υπάρχει ένα κοινό όραμα για το σε τι πόλη θέλουν να ζουν αύριο.
Το Ηράκλειο, ως μια ζωντανή πόλη, η μεγαλύτερη της Κρήτης, αξίζει περισσότερα. Ακούγεται ως κοινότοπο προεκλογικό κλισέ, αλλά είναι η πικρή πραγματικότητα, όπως την αντιλαμβάνεται, με ξεκάθαρα καλοπροαίρετη διάθεση, ένας τακτικός επισκέπτης. Όχι επειδή είναι τουριστικός προορισμός, αλλά επειδή είναι μια πόλη με ιστορία, πολιτισμό και δυναμική που δεν φαίνεται να αξιοποιούνται με σχέδιο και διάρκεια. Η αλλαγή της σημερινής εικόνας δεν είναι ουτοπία, ούτε όμως μπορεί να επιτευχθεί χωρίς κόπο και συλλογική δουλειά. Και είναι βέβαιο ότι απαιτεί, συν τοις άλλοις, μια ειλικρινή, δημόσια συζήτηση για το πού θέλει να πάει αυτή η πόλη τα επόμενα χρόνια και με ποιους όρους.
Εν κατακλείδι, η κριτική έχει στόχο να επισημάνει τη φθορά όπως την αντιλαμβάνεται ένας επισκέπτης και να υπενθυμίσει ότι δεν είναι μοιραία, όπως καλά γνωρίζει κάθε ενεργός πολίτης. Φθορά που είναι αποτέλεσμα διαχρονικών επιλογών, αλλά και παραλείψεων, και άρα μπορεί να ανατραπεί. Σήμερα, πλέον, το ουσιαστικό ερώτημα για το Ηράκλειο δεν είναι αν υπάρχουν προβλήματα. Αυτά είναι ορατά. Το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί στην πράξη, στο πεδίο, είναι αν υπάρχει η συλλογική βούληση -θεσμική και κοινωνική- ώστε αυτή η εικόνα να πάψει να θεωρείται «φυσιολογική», πριν παγιωθεί ως μόνιμη πραγματικότητα για το Ηράκλειο, και ν’ αρχίσει, επιτέλους, ν’ αλλάζει…

