Σε φάση έντονων εκκλησιαστικών διεργασιών βρίσκεται η Κρήτη, καθώς μέσα σε λίγες ημέρες «έδεσαν» θεσμικά εξελίξεις που οδηγούν στην πλήρωση δύο κενών μητροπολιτικών θρόνων, ανοίγοντας τον δρόμο για μια από τις σημαντικότερες συνόδους των τελευταίων ετών στην Εκκλησία της Κρήτης.
Καταλύτης των εξελίξεων υπήρξε η αποδοχή της παραίτησης του μητροπολίτη πρώην Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων Ειρηναίου από τη Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, υπό την προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου.
Η απόφαση του Φαναρίου, η οποία ελήφθη στις αρχές Ιανουαρίου και κοινοποιήθηκε άμεσα στην Επαρχιακή Σύνοδο της Εκκλησίας της Κρήτης με Πατριαρχικό και Συνοδικό Γράμμα, δεν ήταν μια απλή τυπική πράξη. Στην πράξη, αποτέλεσε το κρίσιμο θεσμικό βήμα που επιτρέπει να κινηθούν όλες οι επόμενες διαδικασίες, ώστε η συγκεκριμένη Μητρόπολη να θεωρηθεί κανονικά χηρεύουσα και να οδηγηθεί σε εκλογή νέου ποιμενάρχη. Παράλληλα, όμως, η εξέλιξη αυτή «κουμπώνει» χρονικά με ένα δεύτερο κενό, εκείνο της Μητρόπολης Κυδωνίας και Αποκορώνου, με αποτέλεσμα η Κρήτη να βρίσκεται μπροστά σε διπλή εκλογή μητροπολιτών μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα.
Το επόμενο κρίσιμο κεφάλαιο άνοιξε σχεδόν αμέσως. Η Επαρχιακή Σύνοδος της Εκκλησίας της Κρήτης απευθύνθηκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ζητώντας τη συμπλήρωση της σύνθεσής της, καθώς ο αριθμός των μελών της δεν επαρκούσε, σύμφωνα με το ισχύον κανονικό και νομοθετικό πλαίσιο, για να προχωρήσει απρόσκοπτα σε εκλογή μητροπολιτών. Η απάντηση του Φαναρίου ήταν άμεση και σαφής: ορίστηκαν δύο εν ενεργεία μητροπολίτες, οι οποίοι θα εκπροσωπήσουν το Πατριαρχείο και θα μετάσχουν στη διαδικασία εκλογής.
Πρόκειται για τον μητροπολίτη Γέροντα Χαλκηδόνος Εμμανουήλ και τον μητροπολίτη Αυστρίας Αρσένιο, ενώ καθήκοντα γραμματέα ανατέθηκαν στον διάκονο Οικουμένιο, υπογραμματέα της Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Με τον τρόπο αυτό, αίρεται το βασικό θεσμικό εμπόδιο που θα μπορούσε να προκαλέσει καθυστερήσεις ή αμφισβητήσεις και διασφαλίζεται ότι η επερχόμενη εκλογική διαδικασία θα διεξαχθεί με πλήρη κανονική κάλυψη και με άμεση πατριαρχική παρουσία.
Η επιλογή των δύο συγκεκριμένων ιεραρχών μόνο τυχαία δεν θεωρείται από εκκλησιαστικούς κύκλους. Και οι δύο διαθέτουν βαρύνον θεσμικό ρόλο και εμπειρία σε κρίσιμες συνοδικές διαδικασίες, ενώ σε δημοσιεύματα επισημαίνεται και η κρητική τους καταγωγή, στοιχείο που, αν και δεν έχει τυπική σημασία, εκλαμβάνεται ως πλεονέκτημα ως προς τη γνώση των ιδιαιτεροτήτων της τοπικής Εκκλησίας και των λεπτών ισορροπιών στο νησί.
Με αυτά τα δεδομένα, η Εκκλησία της Κρήτης εισέρχεται πλέον στην τελική ευθεία. Το αμέσως επόμενο διάστημα αναμένεται να ολοκληρωθούν οι εσωτερικές διοικητικές πράξεις που αφορούν την τοποθέτηση τοποτηρητή στη Μητρόπολη Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων, ώστε να καλύπτονται οι ποιμαντικές και διοικητικές ανάγκες μέχρι την εκλογή νέου μητροπολίτη. Παράλληλα, προχωρά η προετοιμασία για τη σύγκληση της Επαρχιακής Συνόδου με πλήρη σύνθεση, προκειμένου να καθοριστεί η ημερομηνία της εκλογής για τις δύο χηρεύουσες Μητροπόλεις.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις εκκλησιαστικών κύκλων, το πιθανότερο σενάριο είναι οι εκλογές να πραγματοποιηθούν είτε προς τα τέλη Ιανουαρίου είτε στις πρώτες ημέρες του Φεβρουαρίου, εφόσον δεν υπάρξουν απρόβλεπτες καθυστερήσεις. Το γεγονός ότι το Φανάρι κινήθηκε γρήγορα τόσο στην αποδοχή της παραίτησης Ειρηναίου όσο και στη συμπλήρωση της Συνόδου ερμηνεύεται ως σαφές μήνυμα ότι επιδιώκεται να κλείσει άμεσα και θεσμικά ένα κεφάλαιο που απασχόλησε έντονα την εκκλησιαστική επικαιρότητα το προηγούμενο διάστημα.
Ταυτόχρονα, όσο πλησιάζει η ημέρα της εκλογής, εντείνεται και η παρασκηνιακή κινητικότητα γύρω από πιθανά πρόσωπα που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τους δύο μητροπολιτικούς θρόνους. Αν και επισήμως δεν υπάρχει καμία λίστα υποψηφίων, είναι πάγια πρακτική σε τέτοιες περιόδους να κυκλοφορούν ονόματα και σενάρια, τα οποία όμως, όπως επισημαίνουν έμπειροι εκκλησιαστικοί συντάκτες, σπάνια αποτυπώνουν πλήρως τις τελικές ισορροπίες που διαμορφώνονται εντός της Συνόδου.
Σε κάθε περίπτωση, η συγκυρία θεωρείται κρίσιμη για την Εκκλησία της Κρήτης. Η ταυτόχρονη πλήρωση δύο σημαντικών Μητροπόλεων δεν αφορά μόνο πρόσωπα, αλλά και τη συνολική λειτουργία και φυσιογνωμία της τοπικής Εκκλησίας τα επόμενα χρόνια. Η παρουσία του Φαναρίου μέσω των δύο ορισθέντων μητροπολιτών προσδίδει ιδιαίτερο βάρος στη διαδικασία και λειτουργεί, σύμφωνα με εκκλησιαστικούς κύκλους, ως εγγύηση κανονικότητας, διαφάνειας και θεσμικής ισορροπίας.
Έτσι, το επόμενο διάστημα αναμένεται να είναι πυκνό σε εξελίξεις, με το ενδιαφέρον να μετατοπίζεται πλέον από το «τι συνέβη» στο «τι θα συμβεί», καθώς η Κρήτη οδεύει προς την ανάδειξη δύο νέων μητροπολιτών που θα κληθούν να διαχειριστούν όχι μόνο ποιμαντικά καθήκοντα, αλλά και τις προκλήσεις μιας Εκκλησίας που βρίσκεται διαρκώς στο επίκεντρο θεσμικών και κοινωνικών μεταβολών.

