Στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, ο πρωθυπουργός του Καναδά Mark Carney εκφώνησε μια ομιλία που υπερέβη κατά πολύ τα συνήθη όρια της διπλωματικής ρητορικής και της τεχνοκρατικής ανάλυσης. Με λόγο ευθύ και χωρίς τις καθιερωμένες διατυπώσεις κατευνασμού, περιέγραψε το τέλος της μεταπολεμικής «διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες» και την είσοδο του κόσμου σε μια περίοδο ωμής αντιπαράθεσης μεγάλων δυνάμεων, όπου η οικονομία, το εμπόριο και οι εφοδιαστικές αλυσίδες χρησιμοποιούνται πλέον ανοιχτά ως εργαλεία γεωπολιτικού εξαναγκασμού.
Ο Καναδός Πρωθυπουργός υποστήριξε ότι ο κόσμος δεν βρίσκεται σε μια σταδιακή μετάβαση αλλά σε μια βαθιά ρήξη, υπογραμμίζοντας ότι οι θεσμοί στους οποίους βασίστηκαν επί δεκαετίες οι μεσαίες δυνάμεις -από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου έως τον ΟΗΕ- έχουν αποδυναμωθεί δραματικά. Σε αυτό το νέο περιβάλλον, όπως τόνισε, η παθητική προσήλωση σε ένα σύστημα που δεν λειτουργεί πλέον ισοδυναμεί με πολιτική αυταπάτη και στρατηγική αδυναμία.
Κεντρικός άξονας της ομιλίας ήταν η ανάγκη των λεγόμενων «μεσαίων δυνάμεων» να εγκαταλείψουν την προσποίηση της ουδετερότητας και της αυτόματης προστασίας μέσω κανόνων που δεν εφαρμόζονται ισότιμα. Ο Carney κάλεσε τα κράτη αυτά να «κατεβάσουν την πινακίδα» της ρητορικής συμμόρφωσης και να επενδύσουν τόσο στη δική τους εσωτερική ισχύ όσο και σε νέες, ευέλικτες συμμαχίες, βασισμένες σε κοινά συμφέροντα και επαρκή σύγκλιση αξιών, αντί για αδρανείς πολυμερείς δομές.
Παράλληλα, παρουσίασε τη στρατηγική στροφή του Καναδά προς έναν «ρεαλισμό βασισμένο σε αξίες», που συνδυάζει την υπεράσπιση της κυριαρχίας, της εδαφικής ακεραιότητας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με μια σαφή αναγνώριση των περιορισμών ισχύος και των νέων κινδύνων. Η διαφοροποίηση εμπορικών και στρατηγικών σχέσεων, η ενίσχυση της εγχώριας οικονομικής και αμυντικής βάσης και η οικοδόμηση επιλεκτικών συνασπισμών ανά ζήτημα παρουσιάστηκαν ως αναγκαίες προϋποθέσεις για την άσκηση μιας έντιμης και αποτελεσματικής εξωτερικής πολιτικής.
Με την ομιλία του στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ ο Πρωθυπουργός του Καναδά δεν περιορίστηκε στη διαπίστωση της κρίσης της παγκόσμιας τάξης, αλλά διατύπωσε ένα σαφές πολιτικό μήνυμα: σε έναν κόσμο όπου «αν δεν είσαι στο τραπέζι, είσαι στο μενού», η συλλογική δράση των μεσαίων δυνάμεων αποτελεί όχι ιδεαλιστική επιλογή, αλλά όρο επιβίωσης.
Ακολουθεί ολόκληρη η ομιλία του Καναδού Πρωθυπουργού:
«Είναι χαρά -και καθήκον- να βρίσκομαι μαζί σας σε αυτό το σημείο καμπής για τον Καναδά και για τον κόσμο.
Σήμερα θα μιλήσω για τη ρήξη στη διεθνή τάξη, για το τέλος μιας ωραίας ιστορίας και για την αρχή μιας σκληρής πραγματικότητας, όπου η γεωπολιτική μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων δεν υπόκειται πλέον σε κανέναν ουσιαστικό περιορισμό.
Όμως, σας υποβάλλω και κάτι ακόμη: ότι άλλες χώρες, ιδίως οι λεγόμενες μεσαίες δυνάμεις όπως ο Καναδάς, δεν είναι ανίσχυρες. Έχουν τη δυνατότητα να οικοδομήσουν μια νέα τάξη πραγμάτων που να ενσωματώνει τις αξίες μας: τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τη βιώσιμη ανάπτυξη, την αλληλεγγύη, την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα των κρατών.
Η δύναμη των λιγότερο ισχυρών ξεκινά από την ειλικρίνεια.
Κάθε μέρα μάς υπενθυμίζεται ότι ζούμε σε μια εποχή έντονου ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλων δυνάμεων. Ότι η διεθνής τάξη βασισμένη σε κανόνες φθίνει. Ότι οι ισχυροί κάνουν ό,τι μπορούν και οι αδύναμοι υπομένουν ό,τι πρέπει.
Αυτό το απόφθεγμα του Θουκυδίδη παρουσιάζεται ως αναπόφευκτο – ως η φυσική λογική των διεθνών σχέσεων που επανέρχεται. Και απέναντι σε αυτή τη λογική, υπάρχει μια ισχυρή τάση τα κράτη να «συμμορφώνονται για να επιβιώσουν». Να προσαρμόζονται. Να αποφεύγουν τα προβλήματα. Να ελπίζουν ότι η συμμόρφωση θα τους εξασφαλίσει ασφάλεια.
Δεν θα το κάνει.
Λοιπόν, ποιες είναι οι επιλογές μας;
Το 1978, ο Τσέχος αντιφρονών Βάτσλαβ Χάβελ έγραψε ένα δοκίμιο με τίτλο Η δύναμη των αδυνάτων. Σε αυτό έθεσε ένα απλό ερώτημα: πώς διατηρήθηκε το κομμουνιστικό σύστημα;
Η απάντησή του ξεκινούσε από έναν μανάβη. Κάθε πρωί, αυτός ο καταστηματάρχης τοποθετεί στη βιτρίνα του μια πινακίδα: «Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!». Δεν το πιστεύει. Κανείς δεν το πιστεύει. Όμως την τοποθετεί για να αποφύγει προβλήματα, για να δείξει συμμόρφωση, για να «τα έχει καλά». Και επειδή κάθε μανάβης σε κάθε δρόμο κάνει το ίδιο, το σύστημα συνεχίζει να υπάρχει.
Όχι μόνο μέσω της βίας, αλλά μέσω της συμμετοχής των απλών ανθρώπων σε τελετουργίες που κατά βάθος γνωρίζουν ότι είναι ψευδείς.
Ο Χάβελ το ονόμασε αυτό «ζωή μέσα στο ψέμα». Η δύναμη του συστήματος δεν προέρχεται από την αλήθεια του, αλλά από την προθυμία όλων να φέρονται σαν να ήταν αληθινό. Και η ευθραυστότητά του προέρχεται από την ίδια πηγή: όταν έστω και ένας άνθρωπος σταματήσει να συμμετέχει – όταν ο μανάβης κατεβάσει την πινακίδα – η ψευδαίσθηση αρχίζει να ραγίζει.
Ήρθε η ώρα οι εταιρείες και τα κράτη να κατεβάσουν τις πινακίδες τους.
Για δεκαετίες, χώρες όπως ο Καναδάς ευημέρησαν μέσα σε αυτό που αποκαλούσαμε διεθνή τάξη βασισμένη σε κανόνες. Ενταχθήκαμε στους θεσμούς της, υμνήσαμε τις αρχές της και επωφεληθήκαμε από την προβλεψιμότητά της. Μπορούσαμε να ακολουθούμε μια εξωτερική πολιτική βασισμένη σε αξίες, υπό την προστασία της.
Γνωρίζαμε ότι η ιστορία της διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες ήταν εν μέρει ψευδής. Ότι οι ισχυρότεροι εξαιρούσαν τον εαυτό τους όταν τους συνέφερε. Ότι οι εμπορικοί κανόνες εφαρμόζονταν ασύμμετρα. Και ότι το διεθνές δίκαιο εφαρμοζόταν με διαφορετική αυστηρότητα, ανάλογα με το ποιος ήταν ο κατηγορούμενος ή το θύμα.
Αυτή η μυθοπλασία ήταν χρήσιμη και η αμερικανική ηγεμονία, ειδικότερα, παρείχε δημόσια αγαθά: ανοιχτές θαλάσσιες οδούς, ένα σταθερό χρηματοπιστωτικό σύστημα, συλλογική ασφάλεια και πλαίσια επίλυσης διαφορών.
Έτσι, βάλαμε την πινακίδα στη βιτρίνα. Συμμετείχαμε στα τελετουργικά. Και σε μεγάλο βαθμό αποφεύγαμε να επισημάνουμε τα κενά ανάμεσα στη ρητορική και την πραγματικότητα.
Αυτή η συμφωνία πλέον δεν λειτουργεί.
Θα είμαι ευθύς: βρισκόμαστε εν μέσω μιας ρήξης, όχι μιας μετάβασης.
Τα τελευταία είκοσι χρόνια, μια σειρά κρίσεων -στη χρηματοδότηση, στην υγεία, στην ενέργεια και στη γεωπολιτική- αποκάλυψαν τους κινδύνους της ακραίας παγκόσμιας ολοκλήρωσης.
Πιο πρόσφατα, οι μεγάλες δυνάμεις άρχισαν να χρησιμοποιούν την οικονομική ολοκλήρωση ως όπλο. Δασμούς ως μοχλό πίεσης. Χρηματοπιστωτικές υποδομές ως μέσο εξαναγκασμού. Εφοδιαστικές αλυσίδες ως τρωτά σημεία προς εκμετάλλευση.
Δεν μπορείς να «ζεις μέσα στο ψέμα» της αμοιβαίας ωφέλειας, όταν η ίδια η ολοκλήρωση γίνεται πηγή υποταγής σου.
Οι πολυμερείς θεσμοί στους οποίους βασίζονταν οι μεσαίες δυνάμεις -ο ΠΟΕ, ο ΟΗΕ, οι COP, η αρχιτεκτονική της συλλογικής επίλυσης προβλημάτων- έχουν αποδυναμωθεί δραματικά.
Ως αποτέλεσμα, πολλές χώρες καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: πρέπει να αναπτύξουν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία – στην ενέργεια, στα τρόφιμα, στα κρίσιμα ορυκτά, στα χρηματοοικονομικά και στις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Αυτή η ώθηση είναι κατανοητή. Μια χώρα που δεν μπορεί να θρέψει τον πληθυσμό της, να τροφοδοτήσει την οικονομία της ή να αμυνθεί, έχει ελάχιστες επιλογές. Όταν οι κανόνες δεν σε προστατεύουν, πρέπει να προστατεύσεις εσύ τον εαυτό σου.
Αλλά ας είμαστε ειλικρινείς για το πού οδηγεί αυτό. Ένας κόσμος οχυρωμένων κρατών θα είναι φτωχότερος, πιο εύθραυστος και λιγότερο βιώσιμος.
Και υπάρχει και μια άλλη αλήθεια: αν οι μεγάλες δυνάμεις εγκαταλείψουν ακόμη και την προσποίηση κανόνων και αξιών για την ανεμπόδιστη επιδίωξη της ισχύος τους, τότε τα οφέλη του «συναλλακτισμού» θα γίνονται ολοένα και δυσκολότερα. Οι ηγεμόνες δεν μπορούν επ’ άπειρον να εμπορευματοποιούν τις σχέσεις τους.
Οι σύμμαχοι θα διαφοροποιούνται για να περιορίζουν την αβεβαιότητα. Θα αγοράζουν ασφάλεια. Θα αυξάνουν τις επιλογές τους. Έτσι αναδομείται η κυριαρχία – μια κυριαρχία που κάποτε βασιζόταν σε κανόνες, αλλά πλέον θα αγκυρώνεται όλο και περισσότερο στην ικανότητα αντοχής στην πίεση.
Όπως είπα, αυτή η κλασική διαχείριση ρίσκου έχει κόστος. Όμως το κόστος της στρατηγικής αυτονομίας, της κυριαρχίας, μπορεί να μοιραστεί. Οι συλλογικές επενδύσεις στην ανθεκτικότητα είναι φθηνότερες από το να χτίζει ο καθένας το δικό του φρούριο. Τα κοινά πρότυπα μειώνουν τον κατακερματισμό. Οι συμπληρωματικότητες δημιουργούν θετικά αθροίσματα.
Το ερώτημα για τις μεσαίες δυνάμεις, όπως ο Καναδάς, δεν είναι αν θα προσαρμοστούν σε αυτή τη νέα πραγματικότητα. Πρέπει να το κάνουν. Το ερώτημα είναι αν θα προσαρμοστούν απλώς χτίζοντας ψηλότερα τείχη – ή αν μπορούν να κάνουν κάτι πιο φιλόδοξο.
Το ερώτημα για τις μεσαίες δυνάμεις, όπως ο Καναδάς, δεν είναι αν θα προσαρμοστούν σε αυτή τη νέα πραγματικότητα. Πρέπει να το κάνουν. Το ερώτημα είναι αν θα προσαρμοστούν απλώς χτίζοντας ψηλότερα τείχη – ή αν μπορούν να κάνουν κάτι πιο φιλόδοξο.
Ο Καναδάς ήταν από τις πρώτες χώρες που άκουσαν το καμπανάκι αφύπνισης, γεγονός που μας οδήγησε σε μια θεμελιώδη αλλαγή της στρατηγικής μας στάσης.
Οι Καναδοί γνωρίζουν ότι η παλιά, άνετη υπόθεση πως η γεωγραφία μας και οι συμμαχίες μας εξασφάλιζαν αυτομάτως ευημερία και ασφάλεια δεν ισχύει πλέον.
Η νέα μας προσέγγιση βασίζεται σε αυτό που ο Αλεξάντερ Στουμπ έχει αποκαλέσει «ρεαλισμό βασισμένο σε αξίες» — ή, αλλιώς, στο να είμαστε ταυτόχρονα αρχών και πράξης.
Αρχών, ως προς τη δέσμευσή μας στις θεμελιώδεις αξίες: την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα, την απαγόρευση της χρήσης βίας εκτός αν αυτή συνάδει με τον Χάρτη του ΟΗΕ, και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Πράξης, αναγνωρίζοντας ότι η πρόοδος είναι συχνά σταδιακή, ότι τα συμφέροντα αποκλίνουν και ότι δεν συμμερίζονται όλοι οι εταίροι μας τις ίδιες αξίες. Εμπλεκόμαστε ευρέως και στρατηγικά, με ανοιχτά μάτια. Αντιμετωπίζουμε ενεργά τον κόσμο όπως είναι, αντί να περιμένουμε έναν κόσμο όπως θα θέλαμε να είναι.
Ο Καναδάς επαναβαθμονομεί τις σχέσεις του, ώστε το βάθος τους να αντανακλά τις αξίες μας. Δίνουμε προτεραιότητα στη διευρυμένη εμπλοκή για να μεγιστοποιήσουμε την επιρροή μας, λαμβάνοντας υπόψη τη ρευστότητα της παγκόσμιας τάξης, τους κινδύνους που αυτή ενέχει και το διακύβευμα για το τι θα ακολουθήσει.
Δεν βασιζόμαστε πλέον μόνο στη δύναμη των αξιών μας, αλλά και στην αξία της δικής μας ισχύος.
Χτίζουμε αυτή την ισχύ στο εσωτερικό.
Από τότε που η κυβέρνησή μου ανέλαβε την εξουσία, μειώσαμε τους φόρους στα εισοδήματα, στα κεφαλαιακά κέρδη και στις επιχειρηματικές επενδύσεις, άρουμε όλα τα ομοσπονδιακά εμπόδια στο διαπεριφερειακό εμπόριο και επιταχύνουμε επενδύσεις ύψους ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων στην ενέργεια, την τεχνητή νοημοσύνη, τα κρίσιμα ορυκτά, νέους εμπορικούς διαδρόμους και πέραν αυτών.
Διπλασιάζουμε τις αμυντικές μας δαπάνες έως το 2030 και το κάνουμε με τρόπο που ενισχύει τις εγχώριες βιομηχανίες μας.
Παράλληλα, διαφοροποιούμαστε ταχύτατα στο εξωτερικό.
Έχουμε συμφωνήσει μια ολοκληρωμένη στρατηγική εταιρική σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής μας στο SAFE, το ευρωπαϊκό πλαίσιο αμυντικών προμηθειών.
Έχουμε υπογράψει δώδεκα ακόμη εμπορικές και αμυντικές συμφωνίες σε τέσσερις ηπείρους μέσα στους τελευταίους έξι μήνες.
Τις τελευταίες ημέρες, ολοκληρώσαμε νέες στρατηγικές συνεργασίες με την Κίνα και το Κατάρ.
Διαπραγματευόμαστε συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου με την Ινδία, την ASEAN, την Ταϊλάνδη, τις Φιλιππίνες και τη Mercosur.
Για να συμβάλουμε στην επίλυση παγκόσμιων προβλημάτων, ακολουθούμε μια προσέγγιση «μεταβλητής γεωμετρίας» — διαφορετικές συμμαχίες για διαφορετικά ζητήματα, με βάση αξίες και συμφέροντα.
Στο ζήτημα της Ουκρανίας, είμαστε βασικό μέλος του Συνασπισμού των Προθύμων και από τους μεγαλύτερους συνεισφέροντες, κατά κεφαλήν, στην άμυνα και την ασφάλειά της.
Στην Αρκτική κυριαρχία, στεκόμαστε ακλόνητα στο πλευρό της Γροιλανδίας και της Δανίας και υποστηρίζουμε πλήρως το μοναδικό δικαίωμά τους να καθορίσουν το μέλλον της Γροιλανδίας. Η δέσμευσή μας στο Άρθρο 5 είναι αταλάντευτη.
Συνεργαζόμαστε με τους συμμάχους μας στο ΝΑΤΟ -συμπεριλαμβανομένων των χωρών του Nordic Baltic 8- για την περαιτέρω θωράκιση των βόρειων και δυτικών πτερύγων της Συμμαχίας, μεταξύ άλλων μέσω πρωτοφανών επενδύσεων του Καναδά σε ραντάρ υπεράνω του ορίζοντα, υποβρύχια, αεροσκάφη και φυσική παρουσία δυνάμεων. Ο Καναδάς αντιτίθεται σθεναρά στην επιβολή δασμών σε βάρος της Γροιλανδίας και καλεί σε στοχευμένες συνομιλίες για την επίτευξη κοινών στόχων ασφάλειας και ευημερίας στην Αρκτική.
Στο πεδίο του πλειομερούς εμπορίου, πρωτοστατούμε στις προσπάθειες οικοδόμησης μιας γέφυρας μεταξύ της Συμφωνίας του Ειρηνικού και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δημιουργώντας ένα νέο εμπορικό μπλοκ 1,5 δισεκατομμυρίων ανθρώπων.
Στα κρίσιμα ορυκτά, συγκροτούμε λέσχες αγοραστών με άξονα την G7, ώστε ο κόσμος να μπορέσει να απεξαρτηθεί από συγκεντρωμένες αλυσίδες εφοδιασμού.
Στην τεχνητή νοημοσύνη, συνεργαζόμαστε με ομοϊδεάτες δημοκρατίες ώστε να μην αναγκαστούμε τελικά να επιλέξουμε ανάμεσα σε ηγεμονικές δυνάμεις και υπερ-παρόχους τεχνολογίας.
Αυτό δεν είναι αφελής πολυμερής ιδεαλισμός. Ούτε βασίζεται σε αποδυναμωμένους θεσμούς. Είναι η οικοδόμηση συμμαχιών που λειτουργούν -ζήτημα προς ζήτημα- με εταίρους που μοιράζονται αρκετό κοινό έδαφος ώστε να μπορούν να δράσουν από κοινού. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτό θα αφορά τη συντριπτική πλειονότητα των κρατών.
Και είναι η δημιουργία ενός πυκνού πλέγματος συνδέσεων στο εμπόριο, τις επενδύσεις και τον πολιτισμό, στο οποίο μπορούμε να στηριχθούμε για τις μελλοντικές προκλήσεις και ευκαιρίες.
Οι μεσαίες δυνάμεις πρέπει να δρουν από κοινού, διότι αν δεν είσαι στο τραπέζι, είσαι στο μενού.
Οι μεγάλες δυνάμεις μπορούν να αντέξουν να πορευτούν μόνες τους. Διαθέτουν το μέγεθος της αγοράς, τη στρατιωτική ισχύ και τη μόχλευση για να επιβάλλουν όρους. Οι μεσαίες δυνάμεις δεν το έχουν αυτό. Όταν διαπραγματευόμαστε μόνο διμερώς με μια ηγεμονική δύναμη, διαπραγματευόμαστε από θέση αδυναμίας. Αποδεχόμαστε ό,τι μας προσφέρεται. Ανταγωνιζόμαστε μεταξύ μας για το ποιος θα είναι πιο πρόθυμος να προσαρμοστεί.
Αυτό δεν είναι κυριαρχία. Είναι η παράσταση της κυριαρχίας, ενώ αποδεχόμαστε την υποταγή.
Σε έναν κόσμο ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, τα κράτη που βρίσκονται ανάμεσά τους έχουν μια επιλογή: να ανταγωνίζονται μεταξύ τους για εύνοια ή να ενώνονται για να δημιουργήσουν έναν τρίτο δρόμο με πραγματικό αντίκτυπο.
Δεν πρέπει να αφήσουμε την άνοδο της σκληρής ισχύος να μας τυφλώσει ως προς το γεγονός ότι η δύναμη της νομιμοποίησης, της ακεραιότητας και των κανόνων θα παραμείνει ισχυρή — αν επιλέξουμε να τη χρησιμοποιήσουμε από κοινού.
Και αυτό με φέρνει πίσω στον Χάβελ.
Τι θα σήμαινε για τις μεσαίες δυνάμεις να «ζουν μέσα στην αλήθεια»;
Σημαίνει να ονομάζουν την πραγματικότητα. Να σταματήσουν να επικαλούνται τη «διεθνή τάξη βασισμένη σε κανόνες» σαν να λειτουργεί ακόμη όπως διαφημίζεται. Να αποκαλούν το σύστημα όπως είναι: μια περίοδο εντεινόμενου ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, όπου οι ισχυρότεροι επιδιώκουν τα συμφέροντά τους χρησιμοποιώντας την οικονομική ολοκλήρωση ως όπλο εξαναγκασμού.
Σημαίνει συνέπεια στη δράση. Την εφαρμογή των ίδιων προτύπων σε συμμάχους και αντιπάλους. Όταν οι μεσαίες δυνάμεις καταγγέλλουν την οικονομική πίεση από τη μία κατεύθυνση αλλά σιωπούν όταν αυτή προέρχεται από άλλη, τότε διατηρούν ακόμη την πινακίδα στη βιτρίνα.
Σημαίνει να οικοδομούμε αυτό που δηλώνουμε ότι πιστεύουμε. Αντί να περιμένουμε την επιστροφή της παλιάς τάξης, να δημιουργούμε θεσμούς και συμφωνίες που λειτουργούν όπως ακριβώς περιγράφονται.
Και σημαίνει να μειώνουμε τη μόχλευση που καθιστά δυνατό τον εξαναγκασμό. Η οικοδόμηση μιας ισχυρής εγχώριας οικονομίας πρέπει να αποτελεί πάντα την ύψιστη προτεραιότητα κάθε κυβέρνησης. Η διεθνής διαφοροποίηση δεν είναι απλώς οικονομική σύνεση· είναι το υλικό θεμέλιο μιας έντιμης εξωτερικής πολιτικής. Τα κράτη κερδίζουν το δικαίωμα να λαμβάνουν θέσεις αρχών, μειώνοντας την ευαλωτότητά τους σε αντίποινα.
Ο Καναδάς διαθέτει όσα χρειάζεται ο κόσμος. Είμαστε ενεργειακή υπερδύναμη. Διαθέτουμε τεράστια αποθέματα κρίσιμων ορυκτών. Έχουμε τον πιο μορφωμένο πληθυσμό στον κόσμο. Τα συνταξιοδοτικά μας ταμεία είναι από τα μεγαλύτερα και πιο εξελιγμένα παγκοσμίως. Διαθέτουμε κεφάλαιο, ταλέντο και μια κυβέρνηση με τεράστια δημοσιονομική ικανότητα να δράσει αποφασιστικά.
Και διαθέτουμε αξίες στις οποίες πολλοί άλλοι φιλοδοξούν.
Ο Καναδάς είναι μια πλουραλιστική κοινωνία που λειτουργεί. Ο δημόσιος χώρος μας είναι θορυβώδης, πολυφωνικός και ελεύθερος. Οι Καναδοί παραμένουν δεσμευμένοι στη βιωσιμότητα.
Είμαστε ένας σταθερός, αξιόπιστος εταίρος -σε έναν κόσμο που κάθε άλλο παρά σταθερός είναι- ένας εταίρος που χτίζει και εκτιμά τις σχέσεις μακράς πνοής.
Ο Καναδάς έχει και κάτι ακόμη: την αναγνώριση του τι συμβαίνει και την αποφασιστικότητα να δράσει αναλόγως.
Κατανοούμε ότι αυτή η ρήξη απαιτεί περισσότερα από απλή προσαρμογή. Απαιτεί ειλικρίνεια απέναντι στον κόσμο όπως είναι.
Εμείς κατεβάζουμε την πινακίδα από τη βιτρίνα.
Η παλιά τάξη δεν πρόκειται να επιστρέψει. Δεν πρέπει να τη θρηνούμε. Η νοσταλγία δεν είναι στρατηγική.
Αλλά μέσα από το ρήγμα, μπορούμε να οικοδομήσουμε κάτι καλύτερο, ισχυρότερο και δικαιότερο.
Αυτό είναι το καθήκον των μεσαίων δυνάμεων, που έχουν τα περισσότερα να χάσουν από έναν κόσμο οχυρωμένων κρατών και τα περισσότερα να κερδίσουν από έναν κόσμο γνήσιας συνεργασίας.
Οι ισχυροί έχουν τη δύναμή τους. Όμως κι εμείς έχουμε κάτι: την ικανότητα να σταματήσουμε να προσποιούμαστε, να ονομάσουμε την πραγματικότητα, να ενισχύσουμε τη δύναμή μας στο εσωτερικό και να δράσουμε συλλογικά.
Αυτός είναι ο δρόμος του Καναδά. Τον επιλέγουμε ανοιχτά και με αυτοπεποίθηση.
Και είναι ένας δρόμος ανοιχτός σε κάθε χώρα που είναι διατεθειμένη να τον ακολουθήσει μαζί μας.
Πηγή ομιλίας:
Φωτογραφία: MarkJCarney – Facebook
Ακολουθήστε το HANIA.news στο Facebook και στο Twitter

