Τις περιοχές της Κρήτης όπου εντοπίζεται ο υψηλότερος κίνδυνος ποιοτικής και οικολογικής υποβάθμισης των ρεμάτων και ποταμών αναδεικνύει πρόσφατη ελληνική επιστημονική έρευνα, σε μια περίοδο που η λειψυδρία και οι πιέσεις στα επιφανειακά νερά εντείνονται.
Όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα της μελέτης, συγκεκριμένες «εστίες ευαλωτότητας» καταγράφονται κυρίως σε τμήματα της κεντρικής, της βορειοδυτικής και της νοτιοανατολικής Κρήτης. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η λεκάνη της Μεσσαράς και ποτάμια συστήματα όπως ο Γαζανός, ο Καρτερός, ο Γιόφυρος, ο Αναποδιάρης και ο Αποσελέμης.
Παρότι οι περιοχές αυτές καταλαμβάνουν μόλις το 5,5% της συνολικής έκτασης του νησιού και περίπου το 1,1% του συνολικού μήκους των ποταμών, συγκεντρώνουν δυσανάλογα αυξημένο κίνδυνο υποβάθμισης, γεγονός που δείχνει ότι με στοχευμένες παρεμβάσεις μπορεί να επιτευχθεί ουσιαστική προστασία των υδάτινων οικοσυστημάτων.
Όπως εξηγεί ο κύριος ερευνητής της μελέτης, Δρ. Νεκτάριος Κουργιαλάς, τα «έξυπνα» χαρτογραφικά εργαλεία που αναπτύχθηκαν δεν αποτυπώνουν μόνο την υφιστάμενη κατάσταση, αλλά λειτουργούν κυρίως ως μηχανισμός έγκαιρης προειδοποίησης για το πού ενδέχεται να εμφανιστούν προβλήματα αν δεν ληφθούν μέτρα.
Ο κ. Κουργιαλάς τονίζει ότι η προστασία των υδάτινων πόρων της Κρήτης δεν αφορά μόνο την ποσότητα του νερού, αλλά ολοένα και περισσότερο την ποιότητά του. Σε ένα νησί όπου η λειψυδρία εντείνεται και τα υδατορεύματα είναι στην πλειονότητά τους διαλείπουσας ροής, εμφανίζοντας νερό κυρίως μετά από έντονες βροχοπτώσεις, η πρόληψη της ρύπανσης αποτελεί κρίσιμο παράγοντα βιώσιμης διαχείρισης, σημειώνει και προσθέτει: Η έντονη γεωμορφολογία, οι μεγάλες κλίσεις, η εποχικότητα των βροχοπτώσεων, σε συνδυασμό με τις ανθρώπινες δραστηριότητες, δημιουργούν συνθήκες που μπορούν εύκολα να οδηγήσουν σε ποιοτική και οικολογική επιδείνωση των επιφανειακών υδάτων.
Σε αυτό το πεδίο -όπως αναφέρει ο κ. Κουργιαλάς- έρχεται να συμβάλει η συγκεκριμένη επιστημονική έρευνα, η οποία υλοποιήθηκε μέσα από τη συνεργασία του ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ (Εργαστηρίου Υδατικών Πόρων, Αρδεύσεων και Περιβαλλοντικής Γεωπληροφορικής του Ινστιτούτου Ελιάς Υποτροπικών και Αμπέλου), του Πανεπιστημίου Κρήτης, του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.
Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι τα αποτελέσματα επαληθεύτηκαν με πραγματικές μετρήσεις στα νερά των ποταμών της Κρήτης, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους κατά τα τελευταία τριάντα έτη, στο πλαίσιο εθνικών προγραμμάτων παρακολούθησης και ερευνητικών δράσεων.
Όπως εξηγεί ο κ. Κουργιαλάς, μέχρι σήμερα, η αξιολόγηση της κατάστασης των ποταμών βασιζόταν κυρίως σε επιτόπιες μετρήσεις. Πρόκειται για διαδικασία αξιόπιστη, αλλά χρονοβόρα και κοστοβόρα, η οποία δύσκολα καλύπτει χωρικά ολόκληρες λεκάνες απορροής. Η νέα μεθοδολογία αξιοποιεί γεωπληροφορική και τεχνητή νοημοσύνη, συνδυάζοντας μεγάλα σύνολα περιβαλλοντικών δεδομένων σε περιβάλλον GIS. Μέσω αλγορίθμων ασαφούς λογικής δημιουργούνται χάρτες υψηλής ανάλυσης που αποτυπώνουν τον βαθμό ευαλωτότητας κάθε ποτάμιου τμήματος. Με απλά λόγια, οι χάρτες δεν δείχνουν πού υπάρχει ήδη ρύπανση, αλλά πού είναι πιθανότερο να εκδηλωθεί αν δεν ληφθούν μέτρα. Παράλληλα, ο χωρικός προσδιορισμός του κινδύνου μπορεί να επικαιροποιείται διαχρονικά με νέα δεδομένα, χωρίς την ανάγκη συνεχών και δαπανηρών επιτόπιων μετρήσεων.
Ο ερευνητής επισημαίνει ότι τα αποτελέσματα είναι ταυτόχρονα καθησυχαστικά αλλά και στοχευτικά. Η μεγάλη πλειονότητα των ποτάμιων συστημάτων της Κρήτης κατατάσσεται σε χαμηλό κίνδυνο επιδείνωσης της οικολογικής τους κατάστασης. Ωστόσο, εντοπίζονται συγκεκριμένες εστίες ευαλωτότητας, κυρίως σε τμήματα της κεντρικής, βορειοδυτικής και νοτιοανατολικής Κρήτης, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τη λεκάνη της Μεσσαράς και ποτάμια συστήματα όπως ο Γαζανός, ο Καρτερός, ο Γιόφυρος, ο Αναποδιάρης και ο Αποσελέμης. Οι περιοχές αυτές καταλαμβάνουν μόλις το 5,5% της έκτασης του νησιού και περίπου το 1,1% του συνολικού μήκους των ποταμών, γεγονός που δείχνει ότι με στοχευμένες παρεμβάσεις μπορεί να επιτευχθεί ουσιαστική προστασία.
Σύφμωνα με τον κ. Κουργιαλά, ένα τμήμα που εμφανίζεται ως υψηλού κινδύνου δεν είναι απαραίτητα ήδη ρυπασμένο. Σημαίνει ότι έχει αυξημένη πιθανότητα να υποβαθμιστεί αν δεχθεί πιέσεις. Για παράδειγμα, λιπάσματα και φυτοφάρμακα μπορούν, μετά από έντονες βροχές, να παρασυρθούν προς τα ρέματα, ρύποι μεταφέρονται προσκολλημένοι σε διαβρωμένα εδάφη, ενώ σε ρέματα με μικρή παροχή ακόμη και μικρά φορτία προκαλούν έντονη οικολογική πίεση.
Ο κ. Κουργιαλάς σημειώνει ότι η ευαλωτότητα καθορίζεται από συνδυασμό παραγόντων, όπως η κλίση, η σύσταση εδαφών, η απόσταση από γεωργικές δραστηριότητες, η παρουσία βλάστησης και τα φορτία θρεπτικών. Η υποβάθμιση δεν περιορίζεται απαραίτητα στο σημείο όπου εκδηλώνεται. Αν ένα ανάντη τμήμα είναι ευάλωτο και δεχθεί ρύπανση, μέρος αυτής μπορεί να μεταφερθεί κατάντη, ιδιαίτερα σε έντονα υδρολογικά επεισόδια. Σε περιόδους ξηρασίας, τα ρέματα έχουν μειωμένη ροή και άρα μικρότερη ικανότητα αραίωσης ρύπων. Όταν ακολουθούν έντονες βροχοπτώσεις, συσσωρευμένοι ρύποι μεταφέρονται μαζικά στα υδατορεύματα. Το νερό των ρεμάτων συχνά συλλέγεται σε φράγματα ή μικρούς ταμιευτήρες για άρδευση ή άλλες χρήσεις. Αν όμως προέρχεται από υποβαθμισμένα τμήματα, υπάρχει κίνδυνος μεταφοράς ρύπων στο αρδευτικό ή και στο πόσιμο νερό. Οι χάρτες ευαλωτότητας λειτουργούν προληπτικά, δείχνοντας πού απαιτείται αυξημένη προσοχή πριν από τέτοιες παρεμβάσεις.
Καταλήγοντας, ο κ. Κουργιαλάς αναφέρει ότι η πρακτική αξία της έρευνας είναι άμεση. Οι χάρτες μπορούν να αξιοποιηθούν στον σχεδιασμό μέτρων προστασίας, στη χωροθέτηση δραστηριοτήτων, σε αγροπεριβαλλοντικές πολιτικές και στην επικαιροποίηση Σχεδίων Διαχείρισης Υδάτων. Σε μια εποχή κλιματικής αβεβαιότητας, η επιστημονική γνώση μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής πρόληψης. Η χαρτογράφηση της ευαλωτότητας των ρεμάτων δεν δείχνει μόνο πού υπάρχει πρόβλημα, αλλά πού πρέπει να δράσουμε έγκαιρα.


