«Η χαρτογράφηση του σεισμού πριν από το φιλί.»
Υπάρχει μια συγκεκριμένη στιγμή, ακριβώς πριν ακουμπήσουν τα χείλη, που η πραγματικότητα μοιάζει να ραγίζει. Μια παύση, ένας χρόνος όπου όλα τα «πρέπει» και τα «θέλω» εξαφανίζονται. Το σκηνικό της καθημερινότητας υποχωρεί αφήνοντας πίσω τη γύμνια μιας κοφτής ανάσας και τη ζέστη που εκπέμπει το κορμί.
Η μυρωδιά του εισβάλλει στον αέρα πριν από εκείνον, είναι το πρώτο όριο που πέφτει. Ανατριχιάζεις εκεί που δεν σε ακουμπά ακόμα. Η αφή έρχεται από μέσα προς τα έξω. Μια αόρατη κατάληψη, η πρώτη αποδοχή ότι ο πόλεμος είναι χαμένος, πολύ πριν παραδοθούν τα φρούρια της σάρκας.
Σε εκείνη την ελάχιστη απόσταση, η ύπαρξη παύει να μετριέται. Ορίζεται μόνο από την ένταση πριν το άγγιγμα. Το ένστικτο αναγνωρίζει τον προορισμό του, πριν προλάβει η σκέψη να υψώσει εμπόδια.
Όταν τελικά συμβαίνει, δεν φιλιόμαστε.
Καταρρέουμε.
Τα σύνορα σβήνουν, δεν υπάρχει επιστροφή. Νιώθεις τη γεύση του άλλου να απλώνεται στα κύτταρά σου. Η γλώσσα σου είναι επανάσταση εναντίον της λήθης. Τα χείλη γίνονται ρευστό μέταλλο και χύνονται πάνω στις αισθήσεις. Το δέρμα είναι πια η γεωγραφία σου, ένας χάρτης που ψηλαφείς με μάτια κλειστά.
Χέρια και σπονδυλική στήλη χαράσσουν διαδρομές που δεν υπήρχαν. Το «χθες» σβήνει. Οι εκκρεμότητες χάνονται. Απομένει μόνο αυτό που καταπίνει τα πάντα και αφήνει το υπόλοιπο σύμπαν στο σκοτάδι.
Η αίσθηση είναι το παν.
Εκεί, στο μεταίχμιο της επαφής, η γραμμικότητα του χρόνου λιώνει. Δεν χωράει πια στους δείκτες. Οι παλμοί συγχρονίζονται σε έναν ρυθμό που θυμίζει την αρχή του κόσμου. Δύο καρδιές που χτυπούν ταυτόχρονα μέχρι που δεν ξέρεις πια ποιος χτύπος ανήκει σε ποιον. Γίνεσαι διάφανος. Τρυπάς το δέρμα, περνάς τα όρια του σώματος, δανείζεσαι τη ζωή του για να αντέξεις τη δική σου.
Δικαιώνεις κάθε δευτερόλεπτο μοναξιάς που προηγήθηκε. Ένα σύμπαν που συστέλλεται και εκτονώνεται μέσα σε λίγα εκατοστά σάρκας.
Σε αυτή την κορύφωση, το «εγώ» διαλύεται. Γίνεσαι καθαρή ενέργεια. Αν τον σφίξεις λίγο παραπάνω, νιώθεις πως θα εκραγείτε σε ένα εκατομμύριο κομμάτια. Είσαι ένας αστέρας που πεθαίνει και γεννιέται ταυτόχρονα.
Εκεί συντελείται το έγκλημα. Η Ληστεία. Αλλά δεν κλέβεις από τον άλλο. Κλέβεις από τον ίδιο τον χρόνο. Αποσπάς ένα κομμάτι αιωνιότητας. Υπάρχει μόνο μια λυσσασμένη απαίτηση για το «τώρα», μια ένωση τόσο απόλυτη που ο θάνατος, αν ερχόταν εκείνη τη στιγμή, θα έβρισκε την πόρτα κλειδωμένη από μέσα.
Κι ύστερα, έρχεται η ηλεκτρισμένη σιωπή. Τα κορμιά ακόμα μπερδεμένα σαν να φοβούνται πως αν χωριστούν θα χαθεί η μαγεία. Η ανάσα παλεύει να βρει τον δρόμο της πίσω στους πνεύμονες. Αν ακουμπήσεις το χέρι σου στον λαιμό του, νιώθεις τη ροή της ζωής να κυλάει στις φλέβες του.
Δεν είμαστε φτιαγμένοι για να διαρκούμε, αλλά για να καιγόμαστε. Οι φόβοι για τη φθορά έχουν εξατμιστεί. Αν ένιωσες έτσι, έστω για μια φορά, νίκησες ήδη το αναπόφευκτο. Το ασύλληπτο ξεχειλίζει από τα μάτια, τα ακροδάχτυλα και τα χείλη που συναντιούνται.
Απομακρύνεσαι, αλλά δεν επιστρέφεις ποτέ ολόκληρος. Κουβαλάς μια αόρατη σφραγίδα, ένα αποτύπωμα που ανήκει σε κάποιον άλλον. Μια εσωτερική θαλπωρή που σου θυμίζει πως, για λίγο, δεν ήσουν μόνος. Ήσουν παρών.
Βυθίζω το πρόσωπο στην καμπύλη του ώμου σου, εκεί που ο παλμός σου καλπάζει ακόμα ανυπότακτος, θυμίζοντας όσα συνέβησαν. Δεν με νοιάζει τι θα ξημερώσει ή ποιοι θα είμαστε αύριο. Μέσα σε αυτή την κάψουλα της ηδονής, γίναμε κάτι που ο χρόνος δεν τολμά να αγγίξει.
Το σώμα δεν άντεξε το άπειρο. Έγινε το άπειρο.
Έξω, οι άνθρωποι συνεχίζουν να μετρούν τις ώρες τους. Αγνοούν την απόδραση που μόλις συντελέστηκε εδώ μέσα, τη μεγάλη φυγή από τη φυλακή του εφήμερου. Δεν ήταν απλώς ένας έρωτας. Ήταν η απόδειξη πως ο χρόνος είναι δούλος του πάθους.
Ακόμα κι αν ο κόσμος σταματήσει να υπάρχει, θα έχουμε πάντα εκείνη την ανάσα. Το φιλί που στάθηκε απέναντι στο χάος και το κοίταξε στα μάτια.
Είναι από εκείνες τις στιγμές που δεν ξέρεις αν τις έζησες ή αν τις ονειρεύτηκες.
Και κάπως έτσι μπαίνεις στο παραμύθι.
Τίποτα πριν.
Τίποτα μετά.
Μόνο η αιωνιότητα που χωρέσαμε ανάμεσα στα χείλη μας.
Ακολουθήστε το HANIA.news στο Facebook και στο Twitter



