Τα παιδικά μου χρόνια στη Γερμανία τα πέρασα παίζοντας και κοιτάζοντας ποδόσφαιρο. Μετά το σχολείο πετούσα την τσάντα μου στην άκρη και έβγαινα για ποδόσφαιρο με τους φίλους μου, στην αυλή του σπιτιού ή σε διάφορες πλατείες της γειτονιάς, δύο φορές την εβδομάδα πήγαινα για προπόνηση (έπαιζα σε ομάδα), τις Κυριακές πήγαινα για αγώνα. Στην τηλεόραση έβλεπα όλους τους αγώνες, γερμανικούς, ευρωπαϊκούς, παγκόσμιους, για δεκαετίες δεν έχασα ούτε έναν αγώνα.
Και πάντα ήθελα να χάνουν οι Γερμανοί. Το ήθελα φανατικά. Ενώ οι Γερμανοί νικούσαν σχεδόν πάντα, εγώ ήμουν απολύτως βέβαιος πως δεν ξέρουν μπάλα και πως κερδίζουν γιατί είναι όλο τυχεροί. Ακόμα και όταν νικούσαν με εφτά μηδέν το Λουξεμβούργο, μιλούσα για τύχη. Είχα πολλούς Γερμανούς φίλους, αλλά και πολλούς φίλους από Ισπανία, Τουρκία, Ιταλία, Ελλάδα, Πορτογαλία, Γιουγκοσλαβία και από άλλες, κυρίως ευρωπαϊκές, χώρες: ήταν η εποχή των Gastarbeiter, των επισκεπτών εργατών δηλαδή (παράλογη ονομασία, εφόσον μέναμε για δεκαετίες, και κάποιοι για πάντα, στη Γερμανία, δεν ήμασταν απλά επισκέπτες, αλλά εργαζόμασταν, σπουδάζαμε και συμμετείχαμε στα πάντα).
Οι ξένοι φίλοι μου ήταν, όπως και εγώ, φανατικοί αντίπαλοι των Γερμανών στο ποδόσφαιρο (αλλά και στα άλλα αθλήματα), δεν ήθελαν δηλαδή και αυτοί να κερδίζουν οι Γερμανοί, και αυτοί όπως εγώ απέδιδαν όλες τις επιτυχίες των Γερμανών στην τύχη. Ταυτόχρονα, ήμασταν πολύ καλοί φίλοι με τα Γερμανάκια, πηγαίναμε μαζί στο σχολείο, παίζαμε μαζί, γιορτάζαμε μαζί τα γενέθλιά μας, δεν μας χώριζε τίποτα, δεν μας έδιναν τα Γερμανάκια και οι Γερμανοί κανέναν λόγο για να θέλουμε φανατικά να χάνουν οι ομάδες τους.
Στη Γερμανία πήγα 7 χρονών και επέστρεψα στην Ελλάδα 48. Περίπου 40 χρόνια ήθελα να χάνει η Γερμανία. Από τότε που γύρισα στην Ελλάδα, δεν παρακολουθώ πια ποδόσφαιρο. Ένας λόγος είναι πως η ζωή τρέχει και φεύγει και έχω καλύτερα πράγματα να κάνω, και ο άλλος πως δεν αγωνιώ πια μήπως και κερδίσουν οι Γερμανοί, μου λείπει δηλαδή το βασικό κίνητρο.
Ζώντας πλέον στην Ελλάδα, μελέτησα το φαινόμενο από απόσταση. Αναρωτήθηκα γιατί θέλαμε, οι ξένοι στη Γερμανία, να χάνουν οι Γερμανοί, ενώ κατά τ’ άλλα τα πηγαίναμε μια χαρά μαζί. Από απόσταση συνειδητοποίησα πως ποτέ δεν μπορεί κανείς να νικά συνέχεια μόνο λόγω τύχης, αυτό θα ήταν ενάντια σε κάθε στατιστική πιθανότητα. Όσο και να μη μου άρεσε να το παραδεχτώ, οι Γερμανοί κέρδιζαν γιατί ήξεραν πολύ καλή μπάλα, δεν είχαν βέβαια την τεχνική των Βραζιλιάνων ή των Ολλανδών του Κρόιφ (μετά τον Μαραντόνα ο πιο καλός παίχτης που έχω δει ποτέ), αλλά έπαιζαν απόλυτα λογικά, απόλυτα αποτελεσματικά, χωρίς καμία φλυαρία, ιδιότητες τις οποίες στην πραγματικότητα θαυμάζω.
Έψαξα βαθιά μέσα μου και το βρήκα: Δεν υποστηρίζαμε τους Γερμανούς, γιατί δεν θέλαμε να αισθανόμαστε Γερμανοί! Θέλαμε, άσχετα που μεγαλώναμε και ζούσαμε πολλά χρόνια στη Γερμανία, να παραμένουμε Έλληνες, Ισπανοί, Ιταλοί…
Δεν θέλαμε να χάσουμε την ταυτότητά μας.
Η ταυτότητα είναι για τον κάθε άνθρωπο υπαρξιακής σημασίας, πάνω σε αυτή στήνει το αφήγημα της ζωής του, αυτή επηρεάζει βαθιά τον συναισθηματικό του κόσμο και τις αξίες στις οποίες πιστεύει. Όλα αυτά έχουν τόσο μεγάλη σημασία που ο άνθρωπος θα κάνει τα πάντα, λογικά και παράλογα, για να μην τα θέσει σε κίνδυνο.
Γιατί τα λέω όλα αυτά;
Για να εξηγήσω, σε αναλογία, γιατί ο Αριστερός είναι στα πάντα αντίθετος με αυτά που πιστεύουν και κάνουν οι μη Αριστεροί (Δεξιούς τους τσουβαλιάζει όλους). Στη Γερμανία μεγάλωσα με την ταυτότητα του Έλληνα, πιστεύοντας σε όλα αυτά που μας κάνουν να είμαστε υπερήφανοι ως Έλληνες και αγαπώντας οτιδήποτε ελληνικό (τη μουσική, τη γλώσσα, το φαγητό, την ελληνική φύση, τους Έλληνες και όλα τα άλλα).
Ο Αριστερός μεγάλωσε με την ταυτότητα του Αριστερού, ο οποίος είναι εξ δικού του ορισμού ο πιο καλός άνθρωπος (ηθική ανωτερότητα, τρομάρα μας) που σε όλες του τις σκέψεις και πράξεις ακολουθεί το κοινό καλό, ενώ όποιος δεν είναι Αριστερός είναι εγωιστής και ψυχρός καπιταλιστής: πολιτικός ή απλός πολίτης. Αυτή είναι η κεντρική ιδέα της κοσμοθεωρίας του Αριστερού.
Είναι απλό, ο Αριστερός, για να έχει άποψη χρειάζεται μόνο να πιστεύει και να λέει στα πάντα το αντίθετο από τον μη Αριστερό: Στην Ελλάδα δεν έχουμε Δημοκρατία. Η Δικαιοσύνη και όλοι οι θεσμοί είναι πιόνια μιας δεξιάς κυβέρνησης. Οι Έλληνες πεινούν. Η Ελλάδα δεν έχει δρόμους ούτε νοσοκομεία και είναι στα πάντα η χειρότερη χώρα. Αφού δεν έχει αριστερή κυβέρνηση, αυτά είναι τα αποτελέσματα. Η Ευρώπη είναι γελοία και άβουλη, ενώ Ρωσία και Κίνα είναι σοβαρές χώρες που ξέρουν τι θέλουν. Οι Παλαιστίνιοι είναι αγαθά ανθρωπάκια, ενώ οι Ισραηλινοί αιμοβόρα τέρατα. Στο Ιράν λανθασμένα μιλάμε για καταπίεση των γυναικών, αφού πρόκειται για πολιτισμικές ιδιαιτερότητες.
Με λίγα λόγια: Ο αγωνιζόμενος για τη διατήρηση της ταυτότητάς του, δεν διστάζει να γυρίσει τον κόσμο ανάποδα. Μία φορά μόνο να παραδεχτεί πως έχει δίκιο σε κάτι ο μη Αριστερός, τότε, με την ίδια λογική, θα πρέπει να το παραδεχτεί και σε πιο πολλές περιπτώσεις, το πουλόβερ θα αρχίσει να ξηλώνεται. Μόνο μία φορά να έλεγα «εντάξει μωρέ καλά παίξαν οι Γερμανοί», θα έπρεπε να το πω και δεύτερη φορά και πάει λέγοντας, λοιπόν άστο καλύτερα και πες πως και με το Λουξεμβούργο ήταν τυχεροί. Πες πως ο Πούτιν είναι καλός άνθρωπος που πολεμάει τους ναζί στην Ουκρανία, καλή η Χαμάς που θέλει να εξαφανίστούν (για άλλη μια φορά) οι πάντα κακοί Εβραίοι.
Μείνε κατηγορηματικά και για πάντα Αριστερός! Έτσι θα είσαι αυτός που ήσουν πάντα: Σωστός, καλός και δίκαιος. Αυτή είναι η ταυτότητά σου.
Φωτογραφία: unsplash.com
Ακολουθήστε το HANIA.news στο Facebook και στο Twitter

