Η Κρήτη εμφανίζεται ως μια οικονομία με ισχυρές επιδόσεις αλλά και βαθιές αντιφάσεις, που καθιστούν αναγκαία μια συνολική αλλαγή αναπτυξιακού προσανατολισμού. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από τη μελέτη του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ με τίτλο «Περιφέρεια Κρήτης: Παραγωγή, απασχόληση, ανάπτυξη», η οποία παρουσιάστηκε στο 39ο Συνέδριο της Συνομοσπονδίας και επιχειρεί μια πλήρη αποτύπωση της οικονομίας του νησιού.
Η μελέτη, που φέρει τις υπογραφές των Νικόλαου Ροδουσάκη, Ελίνας Δρακάκη, Ευάγγελου Νικολαΐδη και Στέλλας Μιχοπούλου, καταλήγει στο ότι το σημερινό μοντέλο ανάπτυξης της Κρήτης, αν και διατηρεί δυναμική, παραμένει μονοδιάστατο, ευάλωτο και περιορισμένης προστιθέμενης αξίας.
Καθοριστική είναι η εικόνα που προκύπτει από την κατανομή της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας (ΑΠΑ) ανά νομό. Το Ηράκλειο συγκεντρώνει σχεδόν το μισό της οικονομικής δραστηριότητας της Κρήτης, με ποσοστό 47% το 2022 (από 49% το 2009), επιβεβαιώνοντας τον ρόλο του ως κυρίαρχου οικονομικού πόλου. Τα Χανιά ακολουθούν με σταθερή συμμετοχή 26%, ενώ το Λασίθι και το Ρέθυμνο κινούνται σε χαμηλότερα επίπεδα, περίπου 13%-14% το καθένα.
Σε απόλυτα μεγέθη, η συνολική ΑΠΑ της Περιφέρειας μειώθηκε από 10,21 δισ. ευρώ το 2009 σε 9,25 δισ. ευρώ το 2022, γεγονός που αποτυπώνει τη συνολική πίεση που δέχθηκε η οικονομία κατά την περίοδο της κρίσης. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι, παρά τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις, η παραγωγή παραμένει έντονα συγκεντρωμένη και εξαρτημένη από συγκεκριμένους γεωγραφικούς και οικονομικούς πόλους.
Στο πεδίο των επενδύσεων, η Κρήτη εμφανίζει ενισχυμένη παρουσία σε εθνικό επίπεδο. Η συμμετοχή της στις ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου αυξήθηκε από 5,9% το 2009 σε 6,8% το 2022, ένδειξη ότι το νησί ανακτά επενδυτικό έδαφος μετά την περίοδο της βαθιάς κρίσης. Σε απόλυτους αριθμούς, οι επενδύσεις κατέρρευσαν από επίπεδα περίπου 3,6-3,7 δισ. ευρώ πριν την κρίση, στο χαμηλό των 1,26 δισ. ευρώ το 2013, για να ανακάμψουν σταδιακά στα 1,87 δισ. ευρώ το 2021 και στα 2,15 δισ. ευρώ το 2022. Παρά την ανάκαμψη, η επενδυτική ένταση της οικονομίας, δηλαδή ο λόγος επενδύσεων προς παραγόμενη αξία, μειώθηκε από 28% το 2009 σε 23% το 2022, παραμένοντας πάντως υψηλότερη από τον εθνικό μέσο όρο, που κινείται γύρω στο 16%-17%. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η Κρήτη εξακολουθεί να επενδύει περισσότερο από άλλες περιφέρειες, αλλά όχι στον βαθμό που απαιτείται για μια ουσιαστική παραγωγική αναβάθμιση.
Η κατανομή των επενδύσεων ανά κλάδο επιβεβαιώνει τον χαρακτήρα της οικονομίας. Ιδιαίτερα υψηλή παραμένει η συμμετοχή του πρωτογενούς τομέα, με τις επενδύσεις στη γεωργία, δασοκομία και αλιεία να αντιστοιχούν σε ποσοστά της τάξης του 9%-11% του συνόλου της χώρας. Αντίστοιχα υψηλά είναι τα ποσοστά στους κλάδους του εμπορίου, των μεταφορών και κυρίως του τουρισμού, με συμμετοχή περίπου 9%, στοιχείο που αντανακλά τη συνεχή ενίσχυση των τουριστικών υποδομών.
Σημαντική είναι και η παρουσία επενδύσεων σε τομείς όπως η δημόσια διοίκηση, η εκπαίδευση και η υγεία. Αντίθετα, οι επενδύσεις στη βιομηχανία, στην ενέργεια και στις χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες παραμένουν χαμηλές, επιβεβαιώνοντας το έλλειμμα σε τομείς υψηλότερης τεχνολογικής έντασης.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εικόνα της τομεακής διάρθρωσης της οικονομίας. Η συνολική ΑΠΑ της Κρήτης μειώθηκε από 10,21 δισ. ευρώ το 2009 σε 9,25 δισ. ευρώ το 2022. Ωστόσο, στο εσωτερικό αυτής της μείωσης καταγράφονται σημαντικές ανακατατάξεις.
Ο πρωτογενής τομέας ενισχύεται θεαματικά, αυξάνοντας την παραγωγή του από 652 εκατ. ευρώ σε 867 εκατ. ευρώ, δηλαδή περίπου κατά 33%, και το μερίδιό του από 6,4% σε 9,4%. Αντίθετα, ο δευτερογενής τομέας συρρικνώνεται, με την ΑΠΑ να μειώνεται από 1,65 δισ. ευρώ σε 1,30 δισ. ευρώ (-21%) και τη συμμετοχή του από 16,2% σε 14,1%. Ο τριτογενής τομέας παραμένει κυρίαρχος, με ποσοστό περίπου 76,5%, αν και σε απόλυτους αριθμούς μειώνεται από 7,9 δισ. ευρώ σε 7,08 δισ. ευρώ.
Η σύγκριση με το σύνολο της χώρας είναι ενδεικτική: η Κρήτη εμφανίζει υπερδιπλάσια συμμετοχή του πρωτογενούς τομέα (9,4% έναντι περίπου 4% στην Ελλάδα), χαμηλότερη συμμετοχή της μεταποίησης (14% έναντι περίπου 19%) και αντίστοιχη παρουσία του τριτογενούς. Οι δείκτες διαρθρωτικής μεταβολής αποτυπώνουν αυτή τη μετατόπιση: ο πρωτογενής τομέας ενισχύεται σημαντικά (1,47), ο δευτερογενής υποχωρεί (0,87) και ο τριτογενής παραμένει ουσιαστικά στάσιμος (0,99).
Η εικόνα συμπληρώνεται από τις μεταβολές σε επιμέρους κλάδους. Οι δραστηριότητες που συνδέονται με τον τουρισμό -εμπόριο, μεταφορές, καταλύματα και εστίαση- αυξάνουν το μερίδιό τους από 33% σε 35% της περιφερειακής οικονομίας. Παράλληλα, ενισχύεται το σύμπλεγμα εξόρυξης, μεταποίησης, ενέργειας και ύδρευσης, το οποίο αυξάνεται από 8% σε 12%. Αντίθετα, οι κατασκευές καταγράφουν εντυπωσιακή πτώση, από 8% σε μόλις 2%, αποτυπώνοντας την κατάρρευση της οικοδομικής δραστηριότητας την περίοδο της κρίσης. Μείωση παρουσιάζουν επίσης οι δημόσιες υπηρεσίες, η εκπαίδευση και η υγεία (από 20% σε 17%), ενώ οι δραστηριότητες υψηλής εξειδίκευσης παραμένουν στάσιμες σε χαμηλά επίπεδα.
Τα στοιχεία αυτά συγκλίνουν σε ένα σαφές συμπέρασμα: η Κρήτη ενισχύει τον πρωτογενή τομέα και διατηρεί την κυριαρχία των υπηρεσιών, αλλά δεν καταφέρνει να αναπτύξει επαρκώς τη μεταποίηση και τους κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας. Η οικονομία της εμφανίζει ανθεκτικότητα και επενδυτική δυναμική, αλλά ταυτόχρονα αναπαράγει τις ίδιες δομικές αδυναμίες.
Η συνολική εικόνα που προκύπτει είναι αυτή μιας περιφέρειας που αναπτύσσεται, αλλά δεν μετασχηματίζεται. Οι επενδύσεις αυξάνονται, αλλά κατευθύνονται στους ίδιους τομείς. Η παραγωγή διατηρείται, αλλά δεν διαφοροποιείται ουσιαστικά. Και η ανάπτυξη, αν και υπαρκτή, παραμένει άνιση και εξαρτημένη από περιορισμένο αριθμό δραστηριοτήτων. Αυτό ακριβώς είναι και το βασικό εύρημα της μελέτης: ότι χωρίς διαρθρωτική αλλαγή, η Κρήτη θα συνεχίσει να κινείται σε μια τροχιά σταθερής αλλά εύθραυστης ανάπτυξης.
Δείτε ολόκληρη τη μελέτη:
MELETH_KRHTHS_E-BOOKΚεντρική φωτογραφία: Nikos Fragos
Ακολουθήστε το HANIA.news στο Facebook και στο Twitter





