Η επιδείνωση της στεγαστικής κρίσης στην Ελλάδα αποτυπώνεται με σαφήνεια στα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, τα οποία καταγράφουν έντονη άνοδο τόσο στα ενοίκια όσο και στις τιμές κατοικιών, σε ένα περιβάλλον όπου τα εισοδήματα παραμένουν συμπιεσμένα. Η χώρα κατέγραψε το 2025 τη δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση ενοικίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με ρυθμό +10,1%, πίσω μόνο από την Κροατία, γεγονός που την τοποθετεί στην κορυφή της ευρωπαϊκής κατάταξης σε όρους επιβάρυνσης των ενοικιαστών.
Στην Αθήνα, η πίεση είναι ακόμη πιο έντονη: το μέσο ενοίκιο για διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου αντιστοιχεί πλέον στο 70,2% του μέσου μηνιαίου μισθού, ενώ για δύο υπνοδωμάτια φτάνει το 93,6%, δηλαδή σχεδόν στο σύνολο του εισοδήματος. Πρόκειται για επίπεδα υπερδιπλάσια σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ, όπου τα αντίστοιχα ποσοστά κυμαίνονται περίπου στο 34% και 46%.
Τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονται στο νέο policy brief του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), με τίτλο «Τιμές κατοικιών και ενοίκια στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση», το οποίο βασίζεται σε δεδομένα της Eurostat και της Τράπεζας της Ελλάδος και αποτυπώνει τη συνεχιζόμενη επιδείνωση της οικονομικής προσβασιμότητας της στέγης.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η εικόνα είναι ήδη επιβαρυμένη: το 2025 οι τιμές κατοικιών αυξήθηκαν κατά 5,5% και τα ενοίκια κατά 3,2%. Ωστόσο, η Ελλάδα εμφανίζει σαφώς εντονότερες πιέσεις, με την άνοδο των ενοικίων να υπερβαίνει σημαντικά τον μέσο όρο, αναδεικνύοντας τις ιδιαιτερότητες της εγχώριας αγοράς.
Η πορεία των ενοικίων στη χώρα την τελευταία εικοσιπενταετία είναι έντονα κυκλική. Από το 2000 έως το 2011 καταγράφηκε αύξηση κατά 53%, ακολούθησε πτώση 26% έως το 2018, στασιμότητα έως το 2021 και από το 2022 νέα ισχυρή άνοδος, με αποτέλεσμα τα ενοίκια να ξεπεράσουν το 2025 τα επίπεδα του 2010 . Παράλληλα, οι τιμές αγοράς κατοικιών, ιδίως στην Αθήνα, έχουν ανακάμψει ταχύτατα από το 2017 και μετά, ξεπερνώντας πλέον τα προ κρίσης επίπεδα, χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση των εισοδημάτων.
Η απόκλιση αυτή μεταξύ τιμών και εισοδημάτων αποτελεί το βασικό εύρημα της μελέτης και εξηγεί γιατί η στεγαστική πίεση μετατρέπεται σε καθημερινό πρόβλημα για τα νοικοκυριά. Όταν το ενοίκιο απορροφά πάνω από τα δύο τρίτα του μισθού, η αυτόνομη διαβίωση καθίσταται ιδιαίτερα δύσκολη για νέους εργαζόμενους, ζευγάρια και νέες οικογένειες, ενώ περιορίζεται δραστικά το διαθέσιμο εισόδημα για βασικές ανάγκες, αποταμίευση και κατανάλωση.
Ταυτόχρονα, η αύξηση του κόστους στέγασης επιβαρύνει δυσανάλογα όσους δεν διαθέτουν ιδιόκτητη κατοικία, καθιστά δυσκολότερη την πρόσβαση στην αγορά ακινήτων και εντείνει τις κοινωνικές και διαγενεακές ανισότητες. Η δυσκολία εύρεσης προσιτής κατοικίας επηρεάζει, επιπλέον, την κινητικότητα των εργαζομένων και τη λειτουργία της οικονομίας, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου η ζήτηση είναι αυξημένη.
Από το 2023 και μετά, καταγράφεται και μια νέα δυναμική: τα ενοίκια αυξάνονται με ρυθμούς 5% έως 10% ετησίως, ενώ ο γενικός πληθωρισμός κινείται κοντά στο 3%. Η απόκλιση αυτή επιδεινώνει περαιτέρω την οικονομική προσβασιμότητα της στέγης, επιβαρύνοντας κυρίως τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.
Οι παράγοντες που τροφοδοτούν την άνοδο είναι πολλαπλοί: η αυξημένη ζήτηση λόγω τουρισμού και βραχυχρόνιων μισθώσεων, η εισροή ξένων επενδύσεων, η περιορισμένη οικοδομική δραστηριότητα της προηγούμενης δεκαετίας και η ύπαρξη σημαντικού αριθμού κενών κατοικιών. Το αποτέλεσμα είναι ένα έντονο έλλειμμα ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, το οποίο διατηρεί ανοδικές τις τιμές.
Όπως επισημαίνει ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, η στεγαστική κρίση δεν αφορά μόνο την αγορά ακινήτων, αλλά την καθημερινότητα και την ποιότητα ζωής των νοικοκυριών, υπογραμμίζοντας ότι η αντιμετώπισή της απαιτεί συνδυασμό πολιτικών που θα ενισχύουν την προσφορά κατοικιών, θα περιορίζουν τις στρεβλώσεις της αγοράς και θα στηρίζουν αποτελεσματικά τα ευάλωτα νοικοκυριά.
Συνολικά, η ελληνική αγορά κατοικίας εμφανίζει ένα διαρκώς διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ κόστους στέγασης και εισοδημάτων. Η δεκαετής αποεπένδυση στον κατασκευαστικό κλάδο, σε συνδυασμό με τη γήρανση του κτιριακού αποθέματος και την αύξηση της ζήτησης, οδηγεί σε μια στεγαστική κρίση που δεν αποτελεί πλέον συγκυριακό φαινόμενο, αλλά διαρθρωτική πρόκληση για την οικονομία και την κοινωνία.
PB_No7_26_Enoikia (1)Ακολουθήστε το HANIA.news στο Facebook και στο Twitter




