Η μόνη αληθινή ερώτηση δεν είναι αν θα συνεχίσεις. Είναι αν αντέχεις να μείνεις όταν θέλεις να φύγεις.
Για χρόνια το έλεγα ελευθερία. Άλλαζα τόπους νομίζοντας πως αλλάζω ιστορία, μέχρι που κατάλαβα πως δεν αλλάζεις τον εαυτό σου αλλάζοντας σκηνικό. Έμαθα να φεύγω πρώτη. Μια κομψή δειλία: έφευγα πριν η φθορά γίνει ορατή, πριν προλάβει ο άλλος να με δει ολόκληρη, χωρίς πανοπλία. Ήθελα να με θυμούνται άθικτη. Έχτιζα την αποχώρηση με ακρίβεια, ποια στιγμή, ποια λέξη, ποια σιωπή. Σαν σκηνοθέτης που ξέρει πότε να κατεβάσει την αυλαία πριν το έργο κουραστεί. Γιατί φοβόμουν πως αν με έβλεπαν ραγισμένη, δεν θα ήξεραν τι να με κάνουν. Έφευγα για να σωθώ, αλλά κουβαλούσα πάντα αυτό που ήθελα να αφήσω πίσω, χωμένο στις αποσκευές, ανάμεσα σε ρούχα και σιωπές. Ο εαυτός δεν εγκαταλείπεται. Σε ακολουθεί, κρυμμένος στις τσέπες, μέχρι να τελειώσουν οι δρόμοι. Κάπου εκεί αρχίζει η παραμονή.
Δεν έχει ηρωισμό. Έχει επανάληψη. Το ίδιο φως στις ίδιες γωνίες. Οι ίδιες ερωτήσεις πάνω στο τραπέζι που δεν ζητούν απάντηση, ζητούν αντοχή. Υπάρχει μια ώρα, ανάμεσα στα μεσάνυχτα και στο πρώτο φως, που το σπίτι αλλάζει αναπνοή. Οι τοίχοι στενεύουν. Οι δικαιολογίες πέφτουν. Για χρόνια γέμιζα αυτή την ώρα με θόρυβο. Δανεικές φωνές, τηλεοράσεις αναμμένες, πρόχειρες σωτηρίες. Μέχρι που μια νύχτα άφησα τον χώρο γυμνό. Το πάτωμα κρύο κάτω από τα πόδια μου. Ένα ποτήρι νερό ακίνητο. Δεν έκανα τίποτα. Δεν έλυσα τίποτα. Άφησα τη νύχτα να περάσει από μένα. Καμία φυγή. Τότε η σιωπή είχε φωνή. Τη δική μου. Εκείνη που δεν άκουγα, γιατί πάντα έτρεχα λίγο πιο γρήγορα από τις λέξεις της.
Έμεινα σε έναν άνθρωπο που δεν με χωρούσε. Τον αγάπησα παράφορα. Αλλά το πιο δύσκολο ήταν αλλού: να μείνω σε εκδοχές του εαυτού μου που δεν αναγνώριζα. Σε εκείνη που απογοητευόταν άσχημα. Σε εκείνη που κουβαλούσε την ενοχή όλου του κόσμου. Σε εκείνη που μερικές νύχτες δεν αντέχει τον εαυτό της. Χωρίς να τις αρνηθώ. Χωρίς να τις ωραιοποιήσω. Κάθισα μαζί τους. Γιατί δεν υπάρχει χώρος για προσποίηση όταν είσαι μόνη με τον εαυτό σου. Ούτε για το ωραίο πρόσωπο που δείχνεις στους άλλους, ούτε για την εκδοχή σου που δεν κουράζεται ποτέ. Τους τόπους τους αλλάζεις. Τους ανθρώπους τους χάνεις. Από το δέρμα σου όμως δεν φεύγεις. Κι εγώ κουράστηκα να με πολεμάω.
Τώρα μένω. Με τα ρήγματα, με τις αντιφάσεις, με όσα έμειναν μισά και μετέωρα. Με ανθρώπους που κάποτε γέμιζαν δωμάτια και τώρα ζουν στη γωνία μιας φράσης. Με εκείνον που τον βρίσκω ακόμη σε μικρές λεπτομέρειες, σε ένα παγκάκι στο κέντρο, σε έναν βράχο που τον χτυπάει το κύμα, στα σονέτα του Σαίξπηρ, στα πλακόστρωτα, στον τρόπο που πέφτει το φως στις τέσσερις το απόγευμα.
Υπάρχει ένας κόμπος ανάμεσα στο στήθος και στο στομάχι που δεν λύνεται. Κατάφερα να ζω μαζί του. Έτσι είμαι τώρα. Όχι για πάντα. Τώρα.
Ήταν Κυριακή απόγευμα και έκανα δουλειές στο σπίτι. Όχι γιατί έπρεπε, αλλά γιατί δεν ήξερα τι άλλο να κάνω με τα χέρια μου. Άκουγα το νερό να τρέχει και σκέφτηκα: έτσι περνάει η ζωή. Έτσι μοιάζει η αποδοχή. Και κατάλαβα πως δεν ετοιμαζόμουν να φύγω πουθενά. Ήμουν παρούσα. Το νερό ήταν ζεστό. Αυτό θυμάμαι.
Η μνήμη δεν είναι εχθρός. Είναι απόδειξη πως κάτι υπήρξε αληθινά. Πως οι μέρες είχαν βάρος. Δεν ελαφραίνει, το σηκώνω κάθε μέρα ξανά.
Αλλά κάπου στη διαδρομή με άφησα να είμαι αυτό που είμαι. Χρόνια προσπαθούσα να είμαι αυτό που έπρεπε. Τώρα θέλω να είμαι απλά ο εαυτός μου. Δεν ξέρω πώς τελειώνει αυτή η ιστορία.
Μένω με έναν εαυτό που συνεχίζει να με εκπλήσσει. Άλλοτε με τρομάζει, άλλοτε με συγκινεί, πάντα με αφορά βαθιά. Τρέμοντας ακόμα. Νιώθοντας ζωντανή. Στέκομαι εδώ.
Με αυτό που είμαι.
Ολόκληρη. Και ραγισμένη.
Και μένω.
Όχι γιατί έμαθα.
Όχι γιατί μπορώ.
Αλλά γιατί δεν φεύγω πια.
Ακολουθήστε το HANIA.news στο Facebook και στο Twitter




