📍 Πλατεία Δικαστηρίων: Ανοίγουμε συχνότητα.
Συμβαίνει κάτι παράδοξο στους καιρούς μας – που αφορά και τα Χανιά. Την ώρα που η πληροφορία ταξιδεύει με την ταχύτητα του φωτός και η δημόσια έκφραση μοιάζει πιο ελεύθερη από ποτέ, ο πραγματικός διάλογος δείχνει να συρρικνώνεται. Αν παρατηρήσει κανείς την ελληνική κοινωνική και πολιτική καθημερινότητα των τελευταίων ετών, θα διαπιστώσει πως συχνά δεν συνομιλούμε πραγματικά, απλώς εκφωνούμε παράλληλους μονολόγους μέσα σε κλειστά συστήματα βεβαιοτήτων.
Το «επιχείρημα» μοιάζει ολοένα και λιγότερο σημαντικό μπροστά στην ανάγκη να αποδείξει κανείς ότι ανήκει στη «σωστή» πλευρά. Έτσι, η δημόσια συζήτηση μετατρέπεται σταδιακά σε μια διαρκή διαδικασία πιστοποίησης φρονημάτων, όπου η ταυτότητα υπερισχύει της σκέψης.
Το «καύσιμο» των ιδεοληψιών
Η ιδεολογία υπήρξε ιστορικά εργαλείο ερμηνείας του κόσμου. Σήμερα, όμως, συχνά λειτουργεί ως θωράκιση απέναντι στην ίδια την πραγματικότητα. Δεν χρησιμοποιείται για να κατανοήσουμε όσα συμβαίνουν, αλλά για να προσαρμόσουμε τα γεγονότα στις ήδη διαμορφωμένες πεποιθήσεις μας.
Κάπως έτσι γεννιέται η επιλεκτική ευαισθησία. Πονάμε μόνο όταν η πληγή έχει το «σωστό» πολιτικό χρώμα. Αν η αδικία προέρχεται από τη «δική μας» πλευρά, βαφτίζεται αναγκαίος συμβιβασμός ή στρατηγικό λάθος. Αν προέρχεται από την «απέναντι», μετατρέπεται αυτομάτως σε «έγκλημα» και σε απόδειξη ηθικής κατάρρευσης.
Το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται στην πολιτική. Το βλέπουμε καθημερινά στα κοινωνικά δίκτυα, στις τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις, ακόμη και στον τρόπο που αντιμετωπίζεται οποιαδήποτε διαφορετική φωνή στον δημόσιο χώρο. Όποιος δεν ευθυγραμμίζεται πλήρως με την κάθε «αγέλη» αντιμετωπίζεται με καχυποψία, ειρωνεία ή εχθρότητα από τα μέλη της κάθε «αγέλης».
Και ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι η αντικειμενικότητα αρχίζει να θεωρείται ύποπτη. Ο ισορροπημένος λόγος συχνά εκλαμβάνεται ως αδυναμία, ενώ η μετριοπάθεια παρερμηνεύεται ως έλλειψη θέσης ή θάρρους.
Από το επιχείρημα στην «ταμπέλα»
Όταν η ιδεολογική βεβαιότητα μετατρέπεται σε ηθική αυταρέσκεια, τότε ο διάλογος παύει να αφορά ιδέες και αρχίζει να αφορά πρόσωπα.
Εκεί ακριβώς εμφανίζεται η πιο εύκολη και πιο επικίνδυνη μορφή δημόσιας αντιπαράθεσης: Η ταμπελοποίηση. Όταν τα επιχειρήματα εξαντλούνται, επιστρατεύεται ο στιγματισμός. Η επίθεση μεταφέρεται από τη σκέψη στον άνθρωπο.
Πρόκειται για την παλιά ρητορική πρακτική του Ad Hominem. Αντί να αντικρούσεις την ιδέα, επιχειρείς να ακυρώσεις ηθικά εκείνον που τη διατυπώνει. Ο Σοπενχάουερ είχε περιγράψει αυτή τη μέθοδο ως την ύστατη στρατηγική μιας αδύναμης επιχειρηματολογίας. Στη σύγχρονη εκδοχή της, η πρακτική αυτή έχει εξελιχθεί σε οργανωμένη «δολοφονία χαρακτήρα».
Λέξεις βαριές, όπως «φασίστας», «προδότης», «συστημικός», χρησιμοποιούνται πλέον με τέτοια ευκολία ώστε συχνά χάνουν το πραγματικό τους νόημα. Δεν λειτουργούν ως πολιτικοί ή ιδεολογικοί χαρακτηρισμοί, αλλά ως μηχανισμοί εξορίας από το πεδίο του ηθικά αποδεκτού.
Επιβεβαιώνεται έτσι μια σκληρή πραγματικότητα. Όταν δεν μπορείς να καταρρίψεις την ιδέα, προσπαθείς να απαξιώσεις τον φορέα της.
Η ψυχολογία της «φωλιάς»
Το πιο δύσκολο κομμάτι αυτής της συζήτησης είναι , ίσως, να παραδεχτούμε κάτι βαθύτερο: ο φανατισμός δεν γεννιέται πάντα από κακία. Συχνά γεννιέται από φόβο.
Ο κόσμος έχει γίνει τρομακτικά περίπλοκος. Οι βεβαιότητες καταρρέουν, οι κοινωνίες αλλάζουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα και οι άνθρωποι αναζητούν απεγνωσμένα κάτι σταθερό για να κρατηθούν. Μέσα σε αυτή την ανασφάλεια, η ιδεοληψία λειτουργεί σαν πνευματικό παυσίπονο.
Είναι, συχνά, μια μορφή πνευματικής ευκολίας, καθώς είναι πολύ πιο ξεκούραστο να ταξινομείς κάποιον ως «φασίστα», «συστημικό» ή «επικίνδυνο», παρά να προσπαθείς να κατανοήσεις την πολυπλοκότητα των κινήτρων, των φόβων, ακόμη και των αντιφάσεών του.
Κάπως έτσι, οι άνθρωποι δεν αποκτούν απλώς απόψεις, αλλά οχυρώνονται πίσω από αυτές. Δημιουργούν μικρές ιδεολογικές «φωλιές» ασφάλειας, μέσα στις οποίες αισθάνονται προστατευμένοι από το χάος της πραγματικότητας. Και όσο πιο αβέβαιος γίνεται ο κόσμος, τόσο πιο έντονη γίνεται η ανάγκη να ανήκεις σε μια ομάδα που σου προσφέρει μια εύκολη ερμηνεία των πάντων – συνήθως μέσα από την ύπαρξη ενός κοινού εχθρού.
Αγιοποίηση και δαιμονοποίηση
Ταυτόχρονα, ζούμε σε μια εποχή ιδιότυπης κοσμικής θρησκευτικότητας. Αναζητούμε συνεχώς «αγίους» και «δαίμονες» για να επιβεβαιώσουμε τη δική μας ηθική ανωτερότητα.
Άνθρωποι, πολιτικοί, δημοσιογράφοι ή ευρέως γνωστά κοινωνικά πρόσωπα ανυψώνονται συχνά στο απυρόβλητο, αρκεί να υπηρετούν το κυρίαρχο αφήγημα της κάθε πλευράς. Κάθε κριτική απέναντί τους αντιμετωπίζεται σχεδόν ως ιεροσυλία.
Ταυτόχρονα, όποιος αποκλίνει από τις κυρίαρχες βεβαιότητες δαιμονοποιείται. Η αμφιβολία, η επιφύλαξη και η προσπάθεια ανάδειξης των γκρίζων ζωνών θεωρούνται ύποπτες στάσεις.
Όμως η πραγματικότητα σπάνια είναι ασπρόμαυρη. Και οι κοινωνίες που αρνούνται να αποδεχθούν την πολυπλοκότητα καταλήγουν συνήθως να εγκλωβίζονται σε έναν φαύλο κύκλο πόλωσης και καχυποψίας.
Η δυσανεξία στη διαφορετική άποψη
Παράλληλα, υπάρχει μια βαθιά ειρωνεία στην εποχή μας. Μια κοινωνία που διακηρύσσει διαρκώς τον σεβασμό στη διαφορετικότητα, συχνά δείχνει ελάχιστη ανοχή στη διαφορετική άποψη.
Η ελευθερία του λόγου κινδυνεύει να μετατραπεί σε «ελευθερία να συμφωνείς μαζί μου». Και η διαφωνία, αντί να θεωρείται πηγή δημοκρατικού πλούτου, αντιμετωπίζεται ολοένα και περισσότερο ως απειλή για τη συνοχή της ομάδας.
Υπάρχει όμως και μια ακόμη διάσταση, λιγότερο θορυβώδης αλλά εξίσου κρίσιμη: Η σιωπή των μετριοπαθών.
Πολλοί άνθρωποι επιλέγουν πλέον να μη μιλούν δημόσια. Όχι επειδή δεν έχουν άποψη, αλλά επειδή γνωρίζουν ότι οποιαδήποτε απόκλιση από τη «γραμμή» της μιας ή της άλλης πλευράς μπορεί να οδηγήσει σε δημόσιο διασυρμό, ταμπελοποίηση ή ηθική ακύρωση.
Έτσι, ο δημόσιος χώρος καταλαμβάνεται σταδιακά από τις πιο ακραίες και πιο επιθετικές φωνές, όχι απαραίτητα επειδή αποτελούν την πλειοψηφία, αλλά επειδή οι υπόλοιποι αποσύρονται από την αντιπαράθεση.
Και αυτή ίσως είναι μία από τις μεγαλύτερες νίκες του φανατισμού. Δεν πείθει πάντα τους πολλούς, αλλά συχνά αρκεί να τους φοβίσει ώστε να σωπάσουν.
Κι όμως, καμία κοινωνία δεν προχωρά μέσα από τη σιωπή ή τον φόβο της απόκλισης. Η κοινωνική συνοχή δεν οικοδομείται με κραυγές, αλλά με την επίπονη αποδοχή ότι καμία πλευρά δεν κατέχει ολόκληρη την αλήθεια.
Η δημοκρατική ανεκτικότητα δεν σημαίνει απουσία θέσης ούτε αδιαφορία απέναντι στις ιδέες. Δεν σημαίνει να αποδέχεσαι τα πάντα αδιακρίτως. Ούτε, φυσικά, σημαίνει εξίσωση όλων των απόψεων ή ανοχή απέναντι στον αυταρχισμό και τη βία. Σημαίνει να έχεις την πνευματική αντοχή να ακούσεις ακόμη και μια άποψη που σου προκαλεί έντονη δυσφορία, χωρίς να αισθάνεσαι πως απειλείται η ίδια σου η ύπαρξη.
Γιατί η πραγματική δημοκρατία δεν δοκιμάζεται όταν ακούμε όσους συμφωνούν μαζί μας. Δοκιμάζεται όταν καλούμαστε να συνυπάρξουμε με όσους διαφωνούμε βαθιά.
Το ζητούμενο, τελικά, είναι ότι χρειαζόμαστε μια επιστροφή στην πνευματική εντιμότητα. Να μπορούμε να κοιτάζουμε τον «άλλο» όχι ως εχθρό, αλλά ως υπενθύμιση πως όλοι είμαστε ευάλωτοι στους δικούς μας δογματισμούς.
Γιατί αν χάσουμε την ικανότητα να συνυπάρχουμε μέσα στη διαφωνία μας, τότε δεν θα έχουμε νικητές και ηττημένους. Θα έχουμε μόνο μοναχικές βεβαιότητες, κλεισμένες πίσω από τις δικές τους ερμητικά σφραγισμένες θύρες.
📍 Πλατεία Δικαστηρίων, over and out.
Ακολουθήστε το HANIA.news στο Facebook και στο Twitter


