Η υπόθεση της κλήσης τριών μαθητών του Μουσικού Σχολείου Χανίων σε απολογία για τη συμμετοχή τους σε μαθητική κατάληψη δεν προκαλεί μόνο πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις. Θέτει κυρίως ένα βαθύ παιδαγωγικό και ηθικό ζήτημα: Ποιος είναι τελικά ο ρόλος ενός διευθυντή σχολείου απέναντι στους μαθητές του;
Το σχολείο δεν είναι ένας ουδέτερος διοικητικός μηχανισμός. Δεν είναι αστυνομικό παράρτημα ούτε χώρος επιβολής πειθαρχίας διά του φόβου. Είναι –ή οφείλει να είναι– χώρος αγωγής, εμπιστοσύνης, διαλόγου και δημοκρατικής συγκρότησης των νέων ανθρώπων. Και ακριβώς γι’ αυτό, η επιλογή του διευθυντή να παραδώσει στις αστυνομικές αρχές τα ονόματα μαθητών του δεκαπενταμελούς συμβουλίου, οδηγώντας ουσιαστικά ανήλικους μαθητές σε ποινική εμπλοκή, συνιστά μια πράξη βαθιά αντιπαιδαγωγική.
Ακόμη κι αν κάποιος διαφωνεί με τις καταλήψεις ως μορφή κινητοποίησης, δεν μπορεί να αγνοήσει ότι αυτές αποτελούν εδώ και δεκαετίες μορφή μαθητικής έκφρασης και πολιτικοποίησης. Οι μαθητές του Μουσικού Σχολείου δεν κατηγορήθηκαν για βία, φθορές ή επικίνδυνες πράξεις. Αντιθέτως, σύμφωνα με γονείς και εκπαιδευτικούς, η κινητοποίηση πραγματοποιήθηκε ειρηνικά, με ανοιχτό το σχολείο και χωρίς αποκλεισμούς. Πρόκειται για παιδιά που θέλησαν να εκφράσουν αλληλεγγύη και κοινωνική ευαισθησία γύρω από μια υπόθεση που έχει συγκλονίσει ολόκληρη την ελληνική κοινωνία.
Σε μια τέτοια συνθήκη, ο ρόλος του διευθυντή δεν είναι να λειτουργήσει ως καταδότης των μαθητών του. Είναι να διαμεσολαβήσει, να προστατεύσει τη σχολική κοινότητα από την ποινικοποίηση, να αναζητήσει παιδαγωγικές λύσεις και να διαφυλάξει το κλίμα εμπιστοσύνης ανάμεσα στους μαθητές και το σχολείο. Η παράδοση στοιχείων ανήλικων μαθητών στις αρχές δεν συνιστά “θεσμική ουδετερότητα”. Συνιστά επιλογή.
Και είναι μια επιλογή που στέλνει ένα εξαιρετικά επικίνδυνο μήνυμα προς τη νεολαία: Ότι όποιος διεκδικεί, διαμαρτύρεται ή συμμετέχει συλλογικά κινδυνεύει να αντιμετωπιστεί ως ύποπτος. Ότι η μαθητική έκφραση μπορεί να μετατραπεί σε αστυνομική υπόθεση. Ότι το σχολείο αντί να προστατεύει τους μαθητές του, μπορεί να τους εκθέτει.
Αυτό ακριβώς εξηγεί και το κύμα αντιδράσεων από γονείς, εκπαιδευτικούς, κοινωνικούς φορείς και πολίτες. Διότι η κοινωνία αντιλαμβάνεται πως εδώ δεν δικάζονται απλώς τρεις μαθητές. Δοκιμάζονται τα όρια της δημοκρατίας μέσα στο ίδιο το σχολείο.
Οι εκπαιδευτικοί θεσμοί έχουν χρέος να διαμορφώνουν ελεύθερους και σκεπτόμενους πολίτες, όχι φοβισμένα παιδιά που θα μάθουν από νωρίς ότι η συμμετοχή στα κοινά μπορεί να έχει ποινικό κόστος. Η παιδαγωγική σχέση προϋποθέτει εμπιστοσύνη, όχι φακέλωμα. Προϋποθέτει διάλογο, όχι εισαγγελικές διαδικασίες.
Κανείς δεν ζητά να θεωρούνται οι καταλήψεις κάτι ιδανικό ή αυτονόητα σωστό. Όμως άλλο η πολιτική ή παιδαγωγική διαφωνία και άλλο η ποινικοποίηση της μαθητικής δράσης. Όταν ένας διευθυντής επιλέγει τον δρόμο της αστυνομικής εμπλοκής αντί της εκπαιδευτικής διαχείρισης, τότε το σχολείο χάνει τον παιδαγωγικό του χαρακτήρα και μετατρέπεται σε μηχανισμό επιτήρησης.
Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο αυτής της υπόθεσης.
* O κ. Στέλιος Ζερβάκης είναι διευθυντής 1ου ΕΠΑΛ Χανίων, πρώην διευθυντής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Χανίων, δημοτικός σύμβουλος Δήμου Χανίων
Ακολουθήστε το HANIA.news στο Facebook και στο Twitter

