📍 Πλατεία Δικαστηρίων: Ανοίγουμε συχνότητα.
Υπάρχει ένας εύκολος τρόπος να αποφύγεις μια δύσκολη συζήτηση στην Ελλάδα: Να επιτεθείς στη μέτρηση και όχι στο πρόβλημα που αυτή αποκαλύπτει.
Κάπως έτσι διαβάζεται η ανακοίνωση της Ένωσης Γονέων Χανίων για τη λεγόμενη «ελληνική PISA». Ένα κείμενο με έντονη πολιτική φόρτιση, γνώριμα ιδεολογικά αντανακλαστικά απέναντι σε κάθε μορφή αξιολόγησης και μια ρητορική που τελικά στοχεύει περισσότερο στην ίδια την ύπαρξη της εξέτασης, παρά στα προβλήματα που αυτή αναδεικνύει.
Ας ξεκινήσουμε από τα πραγματικά δεδομένα. Η «ελληνική PISA» δεν είναι πανελλαδικές. Δεν κρίνει την προαγωγή των παιδιών. Δεν βάζει βαθμό στον μαθητή. Τα αποτελέσματα είναι ανώνυμα και δεν συνυπολογίζονται στην αξιολόγηση της επίδοσής του. Για το 2026 αφορά μαθητές της ΣΤ’ Δημοτικού και της Γ’ Γυμνασίου, σε 300 Δημοτικά και 300 Γυμνάσια, στα αντικείμενα της Νεοελληνικής Γλώσσας και των Μαθηματικών. Στόχος, σύμφωνα με το Υπουργείο Παιδείας, είναι η αποτύπωση γνώσεων, δεξιοτήτων και κριτικής σκέψης με βάση τα προγράμματα σπουδών.
Άρα, όχι, τα παιδιά δεν πηγαίνουν σε μια διαδικασία που θα τα στιγματίσει ατομικά. Δεν θα βγει αύριο ένας πίνακας στην πόρτα του σχολείου με τίτλο «οι καλοί, οι μέτριοι και οι προς εκπαιδευτική ανακύκλωση». Ας μη γελοιοποιούμε την κριτική.
Από την άλλη, επίσης όχι, δεν πρόκειται για μια ουδέτερη, τεχνική άσκηση, όπως περίπου παρουσιάζεται από την επίσημη γλώσσα των υπουργικών ανακοινώσεων. Η «ελληνική PISA» έχει θεσπιστεί στο πλαίσιο της «αξιολόγησης του εκπαιδευτικού συστήματος» και εντάσσεται σε μια ευρύτερη πολιτική που έχει ως λέξεις – κλειδιά τη μέτρηση, τη λογοδοσία, την αποτύπωση και τη στοχοθεσία. Το ίδιο το Υπουργείο έχει συνδέσει τη διαδικασία με την ανάγκη χάραξης εκπαιδευτικής πολιτικής βάσει «μετρήσιμων δεδομένων».
Κι εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον. Διότι το ερώτημα δεν είναι αν ένα κράτος πρέπει να γνωρίζει τι μαθαίνουν τα παιδιά του. Προφανώς και πρέπει. Το ερώτημα είναι τι κάνει όταν το μάθει. Δίνει περισσότερους εκπαιδευτικούς εκεί που υπάρχουν κενά; Μειώνει μαθητές ανά τμήμα; Στηρίζει τα σχολεία με κοινωνικά και μαθησιακά προβλήματα; Ενισχύει την ειδική αγωγή, την παράλληλη στήριξη, τις βιβλιοθήκες, τα εργαστήρια, την επιμόρφωση; Ή απλώς μετράει, καταγράφει και μετά ανακοινώνει ότι «η κοινωνία πρέπει να προβληματιστεί»;
Στην προκειμένη περίπτωση δεν χρειάζεται να μαντέψουμε, γιατί η «ελληνική PISA» δεν εφαρμόζεται για πρώτη φορά. Τα αποτελέσματα των προηγούμενων ετών είναι ήδη γνωστά. Μας έδειξαν με σαφήνεια τις αδυναμίες στην κατανόηση κειμένου και στα μαθηματικά. Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι μεσολαβεί ανάμεσα στις εξετάσεις.
Αν θέλουμε να είμαστε απολύτως ειλικρινείς, το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν έχουν γίνει καθόλου παρεμβάσεις. Είναι ότι, παρά τις παρεμβάσεις, το ελληνικό σχολείο εξακολουθεί να παράγει απογοητευτικά αποτελέσματα στην κατανόηση κειμένου και στα μαθηματικά. Κι αυτό σημαίνει είτε ότι οι αλλαγές δεν ήταν αρκετές είτε ότι δεν άγγιξαν τον πυρήνα του προβλήματος.
Γιατί, ξέρετε, η ζυγαριά δεν αδυνατίζει κανέναν. Απλώς δείχνει το βάρος. Αν μετά το ζύγισμα δεν αλλάξει τίποτα, τότε δεν έχουμε πολιτική. Έχουμε τελετουργία.
Και η ειρωνεία είναι βαθιά. Διότι αν ανοίξεις το φυλλάδιο της εξέτασης, ο «δράκος» εξαφανίζεται. Τα θέματα δεν ζητούν από τα παιδιά να λύσουν διαφορικές εξισώσεις, ούτε να αποστηθίσουν σελίδες ιστορίας. Τους ζητούν τα αυτονόητα της ζωής: Να διαβάσουν ένα γράφημα, να κατανοήσουν τις οδηγίες χρήσης μιας συσκευής, να ξεχωρίσουν το επιχείρημα από το συναίσθημα. Δεξιότητες, δηλαδή, που το ίδιο το ελληνικό σχολείο αρνείται πεισματικά να διδάξει συστηματικά τις υπόλοιπες ημέρες του χρόνου.
Το Υπουργείο φέρνει ένα ευρωπαϊκό εργαλείο μέτρησης για να καταγράψει τις ελλείψεις ενός συστήματος που το ίδιο συντηρεί. Μετράει δεξιότητες, έχοντας ως όχημα την αποστήθιση.
Κι εδώ υπάρχει μια δεύτερη αλήθεια, πιο άβολη, που συνήθως εξαφανίζεται μέσα στις κομματικές ανακοινώσεις και τις συνδικαλιστικές ντουντούκες: Το ελληνικό σχολείο δεν είναι θύμα μόνο της κρατικής υποχρηματοδότησης και των διαρκών πειραματισμών των υπουργείων. Είναι, σε ορισμένες περιπτώσεις, και θύμα μιας βαθιά ριζωμένης κουλτούρας άρνησης κάθε αξιολόγησης.
Διότι ναι, υπάρχουν χιλιάδες εκπαιδευτικοί που κρατούν όρθιο το δημόσιο σχολείο με αυταπάρνηση, συχνά χωρίς στήριξη, μέσα σε τάξεις – ασανσέρ, με ελλείψεις, με προσωπικό κόστος και με μισθούς που δεν αντιστοιχούν ούτε στην ευθύνη ούτε στην κοινωνική απαίτηση του λειτουργήματός τους.
Υπάρχουν, όμως, και περιπτώσεις όπου πίσω από το σύνθημα «όχι στην αξιολόγηση» κρύβεται κάτι πολύ λιγότερο ηρωικό: Η βολική άρνηση οποιασδήποτε λογοδοσίας. Σαν να είναι αυτονόητο ότι ένα σύστημα μπορεί να λειτουργεί χωρίς ποτέ να μετρά τι πετυχαίνει και τι αποτυγχάνει.
Δικαιολογημένα, λοιπόν, ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας αρχίζει να δυσπιστεί. Όχι επειδή αντιπαθεί τους εκπαιδευτικούς. Αλλά επειδή κανένα δημόσιο σύστημα -ούτε η Υγεία, ούτε η Δικαιοσύνη, ούτε η Παιδεία- δεν μπορεί να ζητά μονίμως εμπιστοσύνη χωρίς κανέναν μηχανισμό αποτίμησης.
Από την άλλη, και οι γονείς που αντιδρούν πρέπει να απαντήσουν σε ένα δύσκολο ερώτημα: Πώς θα γνωρίζουμε, αξιόπιστα και συστηματικά, τι δεν λειτουργεί στο σχολείο; Διότι το «όχι σε όλα» μπορεί να είναι βολικό ως σύνθημα, αλλά δεν αρκεί ως εκπαιδευτική πρόταση. Αν δεν θέλουμε τέτοιες εξετάσεις, τότε τι θέλουμε στη θέση τους; Ποια εργαλεία αποτύπωσης των αδυναμιών του συστήματος προτείνουμε; Και, κυρίως, πώς θα πιέσουμε ώστε τα αποτελέσματα να μεταφράζονται σε πραγματικές αλλαγές και όχι σε ακόμα μία ετήσια διαπίστωση αποτυχίας;
Εκεί θα κριθεί η σοβαρότητα της αντίδρασης. Όχι στο αν θα βρούμε την πιο βαριά λέξη. «Πειραματόζωα» τα παιδιά; Βαρύ. Εύκολο. Χτυπάει. Αλλά δεν εξηγεί. Και όταν η υπερβολή γίνεται βασικό όχημα, δίνει στο Υπουργείο την ευκαιρία να εμφανιστεί ως η φωνή της λογικής. Κάτι όχι ιδιαίτερα δύσκολο, όταν απέναντί του έχει διατυπώσεις που μοιάζουν περισσότερο με προκήρυξη παρά με τεκμηριωμένη παρέμβαση.
Στο τέλος της ημέρας, τα παιδιά εισπράττουν μια έντονη αντίφαση. Τη μέρα της εξέτασης έρχονται αντιμέτωπα με έναν αυστηρό, τυποποιημένο μηχανισμό που απαιτεί από αυτά απόλυτη προσήλωση για να καταγραφεί το «επίπεδο του συστήματος». Όμως, τις υπόλοιπες ημέρες του χρόνου, τα ίδια παιδιά βιώνουν τις καθημερινές ελλείψεις του σχολείου τους – από τα κενά σε εκπαιδευτικούς μέχρι τις καθυστερήσεις στην παράλληλη στήριξη. Ένας μαθητής δεν χρειάζεται να ξέρει από εκπαιδευτική πολιτική για να νιώσει την ανακολουθία. Είναι δύσκολο να πείσεις ένα παιδί ότι το κράτος ενδιαφέρεται για την πρόοδό του, όταν το θυμάται κυρίως ως στατιστικό δείκτη σε μια πλατφόρμα.
Άρα η σωστή κριτική δεν είναι «μη μετράτε τίποτα». Η σωστή κριτική είναι: Μετρήστε, αλλά πείτε μας τι θα κάνετε μετά. Μετρήστε, αλλά αλλάξτε καθοριστικά τον τρόπο διδασκαλίας εκεί όπου αποδεδειγμένα αποτυγχάνει. Μετρήστε, αλλά βάλτε πρώτα στο μικροσκόπιο τις ελλείψεις και τις στρεβλώσεις του ίδιου του κράτους.
Διότι αν η «ελληνική PISA» χρησιμεύει μόνο για να διαπιστώνουμε κάθε χρόνο τα ίδια προβλήματα χωρίς να αλλάζει τίποτα στην πράξη, τότε δεν μιλάμε για εκπαιδευτική πολιτική. Μιλάμε για στατιστική διαχείριση της αποτυχίας.
Εν κατακλείδι, η διάγνωση δεν είναι ποτέ πρόβλημα. Πρόβλημα είναι να διαγιγνώσκεις διαρκώς την ασθένεια και να μη γράφεις ποτέ θεραπεία. Και το δημόσιο σχολείο δεν χρειάζεται άλλη μία φωτογραφία των πληγών του. Τις ξέρουμε. Χρειάζεται κάποιον να αναλάβει, επιτέλους, στοχευμένες πρωτοβουλίες για την αποτελεσματική τους επούλωση.
📍 Πλατεία Δικαστηρίων, over and out!
Ακολουθήστε το HANIA.news στο Facebook και στο Twitter




