📍 Πλατεία Δικαστηρίων: Ανοίγουμε συχνότητα.
Υπάρχουν στιγμές που μέσα σε μια λαμπερή τουριστική εκδήλωση, όπως αυτή που έγινε τις προάλλες στο πολυτελές ξενοδοχείο Avra Imperial στο Κολυμπάρι Χανίων, ανάμεσα σε βραβεία, ανθοδέσμες, χαμόγελα και δείκτες ικανοποίησης, ακούγονται μερικές φράσεις πιο ουσιαστικές από ολόκληρες μελέτες βιωσιμότητας.
Η Nina Hornewall του Apollo είπε δύο τέτοιες κουβέντες, απευθυνόμενη σε τοπικούς ξενοδόχους.
Η πρώτη: «Κάποτε αρκούσαν μία ξαπλώστρα στον ήλιο και μία μπύρα, τώρα όχι».
Η δεύτερη: «Αν ο επισκέπτης ταλαιπωρηθεί σοβαρά από το αεροδρόμιο μέχρι το ξενοδοχείο, φτάνει ήδη θυμωμένος».
Πράγματι, η εποχή που ο τουρισμός πουλούσε απλώς ήλιο, θάλασσα και μουσακά έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Σήμερα ο ταξιδιώτης δεν αγοράζει απλώς διακοπές. Αγοράζει ολοκληρωμένη ψυχολογική εμπειρία και αφήγηση.
Ζητάει wi-fi που να «φυσάει», personalization (δηλαδή την ψευδαίσθηση ότι ζει μια εμπειρία κομμένη και ραμμένη στα μέτρα, τις επιθυμίες και τις ιδιαιτερότητές του, την ίδια ακριβώς στιγμή που ο διπλανός του έχει αγοράσει και βιώνει ακριβώς την ίδια «μοναδικότητα»), sustainability (βιωσιμότητα το λέμε αυτό κι έχει γίνει πολύ της μόδας τα τελευταία χρόνια), αθλητικές δραστηριότητες και αυθεντικότητα, χωρίς όμως να στερηθεί τον εξαιρετικό κλιματισμό, το mattress topper (το ανώστρωμα πολυτελείας, ντε) και το infinity pool (την πισίνα υπερχείλισης – για να μη σας βάζω στον κόπο να γκουγκλάρετε τη μετάφραση).
Μόνο που στα Χανιά υπάρχει μια μικρή, αλλά κρίσιμη λεπτομέρεια. Πριν φτάσει στο smoothie station (αυτό είμαι βέβαιος ότι γνωρίζετε περί τίνος πρόκειται…) του ξενοδοχείου, πρέπει πρώτα να επιβιώσει από τη διαδρομή που έχει ως αφετηρία το αεροδρόμιο «Δασκαλογιάννης» και κατάληξη το κατάλυμα.
Κι εκεί αρχίζει να ξεφλουδίζει το τουριστικό βερνίκι.
Γιατί το πραγματικό Net Promoter Score (δείκτης προθυμίας των πελατών να προτείνουν έναν προορισμό ή μια υπηρεσία σε άλλους ταξιδιώτες) δεν κρίνεται μόνο στη ρεσεψιόν με το cocktail καλωσορίσματος. Κρίνεται και στην πρώτη ουρά. Στο πρώτο φρενάρισμα. Στο πρώτο κορνάρισμα μέσα στον Ιούλιο, ανάμεσα σε τουριστικά λεωφορεία, ενοικιαζόμενα και Google Maps που επιμένει, σχεδόν ειρωνικά, να γράφει: «Άφιξη σε 58 λεπτά».
Για μια απόσταση που, υπό κανονικές συνθήκες, θα έπρεπε να απαιτεί τον μισό χρόνο.
Ίσως τελικά εκεί να βρίσκεται ο «μεγάλος ελέφαντας» του χανιώτικου τουρισμού.
Όχι στο αν θα έρθουν οι πτήσεις γεμάτες – θα έρθουν.
Όχι στο αν θα αυξηθούν και άλλο οι αφίξεις – πιθανότατα θα αυξηθούν.
Ούτε στο αν οι Σκανδιναβοί (Σουηδοί, Δανοί, Νορβηγοί) και οι Φινλανδοί λατρεύουν ακόμη (το καλοκαίρι) τα Χανιά – προφανώς τα λατρεύουν.
Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: Πόσο ακόμη μπορεί ένας τόπος να πουλά την εμπειρία της χαλάρωσης, όταν η ίδια του η καθημερινότητα αρχίζει να μοιάζει με μόνιμη τουριστική συμφόρηση;
Γιατί κάποια στιγμή, ανάμεσα στα special offers, τα luxury concepts και τα awards, όπως λένε και στο χωριό μου, τον κοσμοπολίτικο Πλατανιά, ένας προορισμός κινδυνεύει να χάσει αυτό ακριβώς που τον έκανε ελκυστικό εξαρχής, δηλαδή την αίσθηση ότι εδώ η ζωή κυλά λίγο ή αρκετά πιο ανθρώπινα.
Και τότε ούτε το smile score της υποδοχής θα αρκεί (χαμογελάτε, είναι μεταδοτικό και μετρήσιμο). Ούτε το… mattress topper (το ανώστρωμα που πρέπει να αγκαλιάζει τη σπονδυλική στήλη σαν πούπουλο). Ούτε καν το καλό wi-fi, που αν δεν πιάνει «καμπάνα» στο μπαλκόνι, πέφτει… το σύμπαν.
Γιατί, στο τέλος της ημέρας, ο τουρισμός κρίνεται από το αν ο ίδιος ο τόπος παραμένει βιώσιμος για όσους ζουν μέσα του – και σε αυτή την αξιολόγηση οι βασικές υποδομές και η συνολική εμπειρία διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο.
📍 Πλατεία Δικαστηρίων, over and out!
Ακολουθήστε το HANIA.news στο Facebook και στο Twitter




