📍 Πλατεία Δικαστηρίων: Ανοίγουμε συχνότητα.
Στα Χανιά έχουμε ένα ιδιαίτερο χάρισμα. Μπορούμε να μετατρέψουμε μια συζήτηση για το μέλλον του τόπου μας σε μάχη χαρακωμάτων μέσα σε λίγες ώρες.
Έτσι έγινε και με το -ενδιαφέρον- συνέδριο του Economist και του powergame.gr, που πραγματοποιήθηκε χθες στο Μεγάλο Αρσενάλι.
Από τη μία, η επίσημη «βιτρίνα»: Ο Πρωθυπουργός και κορυφαία κυβερνητικά στελέχη, αυτοδιοικητικοί, επενδυτές, επιχειρηματίες και εκπρόσωποι θεσμικών φορέων να μιλούν για τη «νέα Κρήτη» των μεγάλων ευκαιριών, των επενδύσεων και των ρεκόρ.
Από την άλλη, η «αντίσταση»: Διαδηλωτές και συλλογικότητες στην οδό Δασκαλογιάννη, να βλέπουν μια ακόμη απόπειρα λεηλασίας του νησιού.
Και στη μέση, τέσσερις δρόμοι κλειστοί, ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις κι ένα βαρύ λεξιλόγιο –«ξεπούλημα», «αρπαγή», «καταστροφή»– που πλέον έχει φθαρεί τόσο από την επανάληψη, ώστε κινδυνεύει να μη σημαίνει τίποτα.
Ας είμαστε ενοχλητικά ειλικρινείς – ως συνήθως: Η Κρήτη δεν ξεπουλιέται σε μια ημερίδα. Δεν παραδίδεται σε ένα συνέδριο. Δεν αλλάζει χέρια σε ένα πάνελ συζήτησης. Αλλά ούτε και σώζεται με… άναρχη ανάπτυξη, χωρίς χωροταξικό, χωρίς ολιστικό σχέδιο, χωρίς όρια.
Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο περίπλοκη. Και πολύ πιο κυνική ταυτόχρονα.
Υποκρισία και βολική αντίφαση
Το να καταγγέλλεις τον «υπερτουρισμό» το μεσημέρι και το βράδυ να τσεκάρεις τις κρατήσεις σου στην Airbnb δεν είναι απλώς υποκριτικό. Είναι η βολική αντίφαση πάνω στην οποία πατάει ολόκληρο το σύστημα.
Το «ξεπούλημα» της Κρήτης -της κρητικής γης, γι’ αυτή μιλάμε- δεν έγινε με απόβαση ξένων κατακτητών. Έγινε με ντόπιες υπογραφές. Με νόμιμα συμβόλαια. Με το κυνήγι του εύκολου και γρήγορου πλουτισμού που τρύπωσε σε πολλά χανιώτικα -και όχι μόνο- σπίτια. Έτσι αποκτήθηκαν πολλές από τις εκτάσεις πάνω στις οποίες αναπτύχθηκαν μεγάλες τουριστικές επενδύσεις τα τελευταία πολλά χρόνια.
Σήμερα, πλέον, θέλουμε τα οφέλη της ανάπτυξης χωρίς το κόστος της. Θέλουμε τα χρήματα των τουριστών, χωρίς τους τουρίστες – τουλάχιστον χωρίς τους περισσότερους από αυτούς. Θέλουμε να αξιοποιούμε τα ακίνητά μας στη βραχυχρόνια -και καλά κάνουμε- αλλά, την ίδια ώρα, απαιτούμε να υπάρχουν σπίτια, σε προσιτές τιμές, για τον δάσκαλο, τον γιατρό, τον αστυνομικό και τον εποχικό εργαζόμενο. Θέλουμε το κεφάλαιο να χτυπά τη δική μας πόρτα για το οικόπεδό μας, αλλά να μην αγγίζει την παραλία όπου κάνουμε μπάνιο.
Το πρόβλημα της υποκρισίας δεν εντοπίζεται στους εκατό ή διακόσιους που κατέβηκαν στον δρόμο. Αυτοί, στην τελική, είχαν κάθε δικαίωμα να εκφράσουν την πολιτική τους αντίληψη και τις ανησυχίες τους για το παρόν και το μέλλον της Κρήτης.
Το «πρόβλημα» της υποκρισίας εντοπίζεται σ’ εμάς τους υπόλοιπους. Όχι σε όλους. Σ’ εκείνες και σ’ εκείνους που όταν πρόκειται για την προσωπική μας περιουσία κάνουμε σκληρά παζάρια, ενώ όταν κρίνουμε -συχνά λανθασμένα- ότι το θέμα δεν μας αφορά (ή δεν αφορά την τσέπη μας), «σκίζουμε τα ιμάτιά μας» για το περιβάλλον και την προστασία του, για την κοινωνική συνοχή και τον άμοιρο τούτο τόπο, που τον εκμεταλλεύονται τα μεγάλα συμφέροντα. Ενίοτε, δε, οι ευαισθησίες μας εμφανίζονται ή εξαφανίζονται ανάλογα με… τον επενδυτή, την εθνικότητά του, την τοποθεσία, αλλά και… τη θέση του κόμματος! Και όποιος κατάλαβε, κατάλαβε… «Την επιστήμη θα γελάσεις»;
Η ασυμμετρία της ευθύνης
Στο σημείο αυτό κρύβεται μια μεγάλη παγίδα. Η εύκολη -και βολική- εξίσωση των πάντων. «Φταίνε οι επενδυτές, φταίνε οι πολιτικοί, φταίνε και οι ντόπιοι, άρα είμαστε όλοι το ίδιο συνένοχοι».
Όχι δα! Δεν έχουν όλες οι ευθύνες το ίδιο βάρος.
Εκείνος που διαμαρτύρεται μπορεί να κάνει λάθος. Μπορεί ακόμη και να βάλει νομικά εμπόδια που θα οδηγήσουν στην καθυστέρηση, ίσως και στη ματαίωση, ενός έργου. Ενός έργου, το οποίο ενδεχομένως να είναι χρήσιμο, ενδεχομένως, όμως, και να δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από αυτά που προσφέρει. Στο κοινωνικό σύνολο, πάντα.
Εκείνος πάλι που πουλά ή νοικιάζει το ακίνητό του για να επιβιώσει ή για να συμπληρώσει το εισόδημά του μέσα στο πλαίσιο που του επιτρέπεται, ή ακόμη και για να περάσει καλά στη ζωή του με τα καλά χρήματα που θα εξασφαλίσει, συνήθως υφίσταται τις συνέπειες της επιλογής του. Άμεσα ή έμμεσα. Στην καθημερινότητά του, στη ζωή του.
Εκείνος όμως που κυβερνά, σχεδιάζει και αποφασίζει για τις ζωές όλων των άλλων έχει πάντοτε μεγαλύτερη ευθύνη για το αποτέλεσμα. Ειδικά όταν, κάποιες φορές, νομοθετεί με τρόπο που δημιουργεί πολλά ερωτήματα αναφορικά με την πραγματική στόχευση.
Κυβερνήσεις, Περιφέρεια και Δήμοι διεκδίκησαν επί δεκαετίες αυτό το μοντέλο ανάπτυξης. Διαφήμισαν την Κρήτη ως τουριστικό υπερπροορισμό. Επιδίωξαν περισσότερες αφίξεις, περισσότερες κλίνες, περισσότερες επενδύσεις, περισσότερους αριθμούς.
Και σε μεγάλο βαθμό το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα ήρθε, εξαιτίας, κυρίως, της ιδιωτικής πρωτοβουλίας – για να μην ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε. Οι επιχειρήσεις, οι εργαζόμενοι και οι παραγωγικές δυνάμεις του τόπου δημιούργησαν πλούτο, θέσεις εργασίας και ευημερία που δύσκολα μπορεί κανείς να αμφισβητήσει.
Όταν όμως το μοντέλο δίνει την αίσθηση -αν δεν δημιουργεί την πεποίθηση- ότι σε κάποιες, έστω, περιοχές, σε κάποιες, έστω, περιόδους του έτους, αρχίζει να φτάνει στα όριά του, επειδή κυρίως οι υποδομές υστερούν σημαντικά, σε σχέση με τον αριθμό των αφίξεων, τότε κάτι δεν πάει καλά.
Όταν αυξάνεται ο αριθμός των ανθρώπων ενός τόπου που δυσφορούν δικαιολογημένα, με πειστικά επιχειρήματα -και όχι επειδή… χαϊδεύονται ή επειδή… την έχουν δει επαναστάτες ποπολάροι που θα συντρίψουν τον καπιταλισμό- για τις νέες πραγματικά δυσμενείς συνθήκες στην καθημερινότητά τους, τότε κάτι πρέπει να ξαναδούμε τάχιστα.
«Η πραγματική μέτρηση της επιτυχίας»
Σε αυτό το σημείο αξίζει να προσθέσουμε στη συζήτηση ένα κρίσιμο ζήτημα όπως τοποθετήθηκε από θεσμική σκοπιά. Το έθεσε στην πραγματική του βάση από τα Χανιά ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κηρύσσοντας την έναρξη των εργασιών του συνεδρίου.
«Σε αυτό το περιβάλλον, μια αναπτυγμένη, συνδεδεμένη και οικονομικά ισχυρή Κρήτη είναι συμβολή στην ασφάλεια και την ειρήνη της περιοχής. Γιατί η ευημερία, εκεί που βάζει ρίζες, γίνεται η πιο αξιόπιστη εγγύηση σταθερότητας», είπε χαρακτηριστικά ο Κωνσταντίνος Τασούλας.
«Καθήκον μας, ως πολιτεία και ως κοινωνία, είναι να διασφαλίσουμε ότι αυτός ο μετασχηματισμός θα έχει διάρκεια και θα ανταποδώσει την ωφέλεια σε αυτούς που τη χρειάζονται περισσότερο, δηλαδή τους ανθρώπους που ζουν και εργάζονται στο νησί. Κάθε επένδυση, κάθε υποδομή, κάθε στρατηγική επιλογή έχει νόημα μόνο αν στο τέλος βελτιώνει την καθημερινή τους ζωή. Αυτή είναι η πραγματική μέτρηση της επιτυχίας», πρόσθεσε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, βάζοντας μία ακόμη παράμετρο:
«Τα έργα αυτά, όμως, χρειάζονται κάτι πολυτιμότερο από πόρους και σχέδιο. Χρειάζονται συναίνεση. Τη συλλογική βούληση να τα προωθήσουμε μαζί, πέρα από κόμματα και κυβερνήσεις. Γιατί εκτός από πόρους και σχέδια αυτή η προσπάθεια προϋποθέτει διάρκεια και όχι περικοπή ανάλογα με την εξέλιξη της τρέχουσας πραγματικότητας. Τα μεγάλα έργα ξεκινούν από μια γενιά άλλωστε και τα παραλαμβάνει η επόμενη».
Ήταν ίσως από τις πιο ουσιαστικές και καίριες παρατηρήσεις που ακούστηκαν στο συνέδριο, γιατί μεταφέρουν τη συζήτηση από τα συνθήματα, τις ανέξοδες υποσχέσεις και τις ευχές στην ουσία. Το επιτρέπει, ασφαλώς, και η… άνεση του συγκεκριμένου θεσμικού ρόλου.
Σε κάθε περίπτωση, η ουσία δεν είναι μόνο πόσες επενδύσεις θα γίνουν, πόσα εκατομμύρια θα ανακοινωθούν και πόσες νέες τουριστικές κλίνες θα προστεθούν.
Αλλά κυρίως στο αν η ζωή του ανθρώπου που μένει στην Κρήτη θα γίνει καλύτερη. Αν ο νέος εργαζόμενος θα βρίσκει σπίτι και θα πληρώνεται ικανοποιητικά για να μπορεί να ζει αξιοπρεπώς. Αν ο αγρότης θα έχει νερό και αν θα συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε το νερό ως ανεξάντλητο αγαθό ή αν θα αποφασίσουμε επιτέλους να το διαχειριστούμε ως τον πιο πολύτιμο πόρο του νησιού. Αν οι δρόμοι θα είναι σύγχρονοι και ασφαλείς. Αν οι τοπικές κοινωνίες θα αντέξουν την πίεση της ανάπτυξης χωρίς να χάσουν την ταυτότητά τους.
Η ανάπτυξη δεν είναι μόνο οι αριθμοί των αφίξεων ή τα τετραγωνικά των νέων resorts. Είναι και η ικανότητα μιας κοινωνίας να αντέχει αυτούς τους αριθμούς. Και χωρίς επαρκείς υποδομές στους κρίσιμους τομείς των μεταφορών, της διαχείρισης των υδάτων και των απορριμμάτων, της κατοικίας και της διαχείρισης των λυμάτων, με ταυτόχρονους περιορισμούς στον ημερήσιο αριθμό επισκεπτών σε συγκεκριμένους -εξαιρετικά δημοφιλείς- παραθαλάσσιους προορισμούς, αυτό απλώς δεν μπορεί να συμβεί.
Το πραγματικό δίλημμα
Το πραγματικό δίλημμα για τα Χανιά και την Κρήτη δεν είναι ανάμεσα στην ανάπτυξη -όπως την αντιλαμβάνεται ο καθένας- και στην αντίδραση – όπως την εκφράζει ο καθένας. Ούτε ανάμεσα στις επενδύσεις και στην προστασία του τόπου. Το πραγματικό δίλημμα είναι αν η ανάπτυξη γίνεται με κανόνες και σχέδιο ή χωρίς κανόνες και άναρχα. Με λογοδοσία ή με δημόσιες σχέσεις. Με κοινωνικό όφελος ή αποκλειστικά με ιδιωτικό κέρδος.
Υπάρχουν εκείνοι που απορρίπτουν σχεδόν κάθε αλλαγή, βλέποντας παντού «ξεπουλήματα».
Υπάρχουν όμως κι εκείνοι που αντιμετωπίζουν κάθε επένδυση ως αυτονόητο καλό, θεωρώντας ότι η ανάπτυξη θα λύσει από μόνη της τα προβλήματα που η ίδια αναπόφευκτα δημιουργεί.
Οι πρώτοι συχνά υποτιμούν τη σημασία της οικονομικής ανάπτυξης ή αντιμετωπίζουν κάθε επενδυτική πρωτοβουλία είτε με δογματική άρνηση είτε με εκ προοιμίου καχυποψία, χωρίς, συχνά, να καταθέτουν πειστικές εναλλακτικές για το σήμερα.
Οι δεύτεροι, από την άλλη, συχνά αντιμετωπίζουν κάθε επένδυση ως αυτονόητα ωφέλιμη, υποτιμώντας τα φυσικά όρια του τόπου, τις κοινωνικές αντοχές και την ανάγκη οι τοπικές κοινωνίες να συμμετέχουν ουσιαστικά στον σχεδιασμό του μέλλοντός τους.
Πού καταλήγουμε; Ότι χρειαζόμαστε αυτογνωσία και μέτρο, το οποίο κινδυνεύουμε να χάσουμε – αν δεν έχει ήδη συμβεί. Αυτογνωσία και μέτρο που πρέπει να ξεκινά πρώτα απ’ όσους κρατούν το τιμόνι. Από τους κυβερνώντες. Από την Αυτοδιοίκηση. Από τους θεσμικούς φορείς. Απ’ όσους σχεδιάζουν το μέλλον του τόπου και λαμβάνουν τις κρίσιμες αποφάσεις.
Και βεβαίως από τους επενδυτές, που οφείλουν να καταλάβουν -και για το δικό τους συμφέρον- ότι η Κρήτη δεν είναι ένα απέραντο, άψυχο οικόπεδο προς αξιοποίηση. Είναι ένας τόπος με όρια. Πολύ μεγαλύτερα από τα όρια της Μυκόνου και της Σαντορίνης -για παράδειγμα- αλλά πάντα με όρια. Ένας τόπος με ανθρώπους. Ένας τόπος που συχνά διψά τα τελευταία χρόνια. Ένας τόπος που αγωνιά και αντιλαμβάνεται, έστω και αργά, έστω και σταδιακά, ότι δεν πρέπει να χάσει την ψυχή και την ταυτότητά του.
Όσο για εμάς τους υπόλοιπους; Έχουμε το δικό μας μερίδιο ευθύνης, επειδή πολύ συχνά ανεχόμαστε αυτό το «θέατρο», είτε γιατί είμαστε βολεμένοι στα μικρά ή μεγάλα μας κέρδη -οικονομικά ή άλλα- και «δεν βαριέσαι…», είτε επειδή συνηθίσαμε να θεωρούμε ότι η ευθύνη ανήκει πάντα στους άλλους και «ποιος ασχολείται τώρα…».
📍 Πλατεία Δικαστηρίων, over and out!
Ακολουθήστε το HANIA.news στο Facebook και στο Twitter







