Κάθε χρόνο, κατά την περίοδο των Πανελλαδικών Εξετάσεων, επανέρχεται στη δημόσια και εκπαιδευτική καθημερινότητα ένας όρος που χρησιμοποιείται σχεδόν μηχανικά από εκπαιδευτικούς, διοικητικούς υπαλλήλους, εξεταστικά κέντρα και μέσα ενημέρωσης: «Φυσικώς Αδύνατοι» ή, ακόμη συχνότερα, «ΦΥΣΑΔΥ».
Πρόκειται για τον χαρακτηρισμό που αποδίδεται σε μαθητές και μαθήτριες οι οποίοι εξετάζονται προφορικά λόγω αναπηρίας, ειδικών μαθησιακών δυσκολιών ή άλλων πιστοποιημένων εκπαιδευτικών αναγκών. Ο όρος έχει παγιωθεί τόσο πολύ στη γλώσσα μας, ώστε ελάχιστοι αναρωτιούνται πλέον αν είναι επιστημονικά ακριβής, παιδαγωγικά ορθός ή ακόμη και αν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Η απάντηση είναι μάλλον αρνητική.
Ας σκεφτούμε για λίγο έναν μαθητή με δυσλεξία. Έναν μαθητή με υψηλές γνωστικές ικανότητες, δημιουργική σκέψη, κριτική αντίληψη και εξαιρετική προφορική έκφραση, ο οποίος δυσκολεύεται στην αποκωδικοποίηση του γραπτού λόγου ή στην ταχύτητα γραφής. Είναι πράγματι «φυσικώς αδύνατος»;
Ή ας σκεφτούμε έναν μαθητή με δυσγραφία, με διάσπαση προσοχής ή με άλλες ειδικές μαθησιακές δυσκολίες. Σε ποιο ακριβώς σημείο η ιδιαιτερότητα αυτή τον καθιστά «αδύνατο»;
Η αλήθεια είναι ότι ο όρος αποτελεί κατάλοιπο μιας άλλης εποχής. Μιας εποχής κατά την οποία η αναπηρία και οι εκπαιδευτικές δυσκολίες αντιμετωπίζονταν κυρίως μέσα από το πρίσμα του ελλείμματος και όχι των δικαιωμάτων. Ο διοικητικός μηχανισμός αναζητούσε έναν γενικό χαρακτηρισμό για να περιγράψει όσους δεν μπορούσαν να συμμετάσχουν στη συμβατική γραπτή εξέταση και ο όρος καθιερώθηκε.
Η επιστήμη της εκπαίδευσης όμως έχει προχωρήσει.
Σήμερα γνωρίζουμε ότι η δυσκολία δεν βρίσκεται αποκλειστικά στο άτομο αλλά συχνά στον τρόπο με τον οποίο είναι οργανωμένο το εκπαιδευτικό σύστημα. Η σύγχρονη ειδική αγωγή και η συμπεριληπτική εκπαίδευση δεν μιλούν για «αδύναμους» μαθητές. Μιλούν για μαθητές με αναπηρία, για μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, για μαθητές με ειδικές μαθησιακές δυσκολίες. Δηλαδή για μαθητές που δικαιούνται τις κατάλληλες προσαρμογές ώστε να αξιολογούνται ισότιμα.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία.
Η προφορική εξέταση δεν αποτελεί προνόμιο. Δεν είναι διευκόλυνση χαριστικού χαρακτήρα. Δεν είναι ευνοϊκή μεταχείριση. Είναι ένας εναλλακτικός τρόπος αξιολόγησης που επιτρέπει στο σχολείο να εξετάσει τις πραγματικές γνώσεις και δεξιότητες του μαθητή, χωρίς το αποτέλεσμα να παραμορφώνεται από μια δυσκολία που δεν σχετίζεται με το γνωστικό αντικείμενο.
Ένας μαθητής με δυσλεξία δεν γνωρίζει λιγότερη Ιστορία από τους συμμαθητές του. Ένας μαθητής με κινητική αναπηρία δεν γνωρίζει λιγότερα Μαθηματικά. Ένας μαθητής με δυσγραφία δεν έχει μικρότερη κατανόηση της Νεοελληνικής Γλώσσας. Το εκπαιδευτικό σύστημα οφείλει να αξιολογεί τη γνώση και όχι το εμπόδιο.
Οι λέξεις έχουν σημασία. Διαμορφώνουν αντιλήψεις, επηρεάζουν στάσεις, παράγουν κοινωνικές αναπαραστάσεις. Όταν χαρακτηρίζουμε έναν νέο άνθρωπο ως «αδύνατο», ακόμη και αν το κάνουμε χωρίς πρόθεση υποτίμησης, μεταφέρουμε ένα συγκεκριμένο μήνυμα για την ταυτότητά του.
Ίσως λοιπόν ήρθε η ώρα να αφαιρέσουμε τον όρο «ΦΥΣΑΔΥ» και να πάψουμε να τον χρησιμοποιούμε ως περιγραφή των μαθητών/τριών.
Γιατί οι μαθητές/τριες αυτοί/ες δεν είναι «φυσικώς αδύνατοι».
Είναι νέοι άνθρωποι με δυνατότητες, ταλέντα, όνειρα και δικαιώματα. Και το σχολείο του 21ου αιώνα οφείλει να τους βλέπει ακριβώς έτσι.
* Ο κ. Στέλιος Ζερβάκης είναι εκπαιδευτικός
Ακολουθήστε το HANIA.news στο Facebook και στο Twitter

