Σημειώσεις πάνω στην παροδικότητα, τη μνήμη και την αγάπη
Κάποια μέρα σταματάς να περιμένεις. Δεν το αποφασίζεις, απλώς το παρατηρείς.
Η μνήμη είναι κακός αντιγραφέας. Κάθε φορά που ανασύρουμε μια ανάμνηση, της προσθέτουμε ένα χρώμα που δεν είχε, της αφαιρούμε μια γωνία, τη φέρνουμε στα μέτρα της σημερινής μας αντοχής. Τίποτα δεν μένει σταθερό, ούτε καν το παρελθόν μας. Αυτό που θυμόμαστε δεν είναι αυτό που ζήσαμε, είναι η τελευταία εκδοχή της ανάμνησης, αυτή που αντέξαμε να αφηγηθούμε.
Οι άνθρωποι δεν φεύγουν πάντα με πόρτες που χτυπούν. Μερικές φορές εξατμίζονται αθόρυβα, όπως το άρωμα στα κασκόλ μετά τον χειμώνα. Μένει μόνο μια υποψία τους, κάτι ανάμεσα σε αγάπη, μνήμη και δέρμα. Και ύστερα απορείς πώς γίνεται κάποτε να χωρούσαν ολόκληροι μέσα στην καθημερινότητά σου και τώρα να μην χωρούν ούτε σε μια πρόταση χωρίς να πονέσει το στόμα σου.
Γιατί η παροδικότητα δεν είναι ο θάνατος. Είναι το «για πάντα» που κράτησε μια εποχή. Είναι τα σπίτια που αλλάζουν έπιπλα και ξεχνάνε τα γέλια που είχαν μέσα τους. Είναι οι έρωτες που ξεκίνησαν με χέρια που έτρεμαν και τελείωσαν με ένα τυπικό «στείλε μου όταν φτάσεις». Το ξέρεις κι εσύ, το έζησες: εκείνο το βλέμμα που κάποτε σε έλιωνε, τώρα το θυμάσαι σαν ταινία που είδες παλιά και δεν είσαι σίγουρη για το τέλος της.
Τα πρόσωπα, τα τραγούδια που κάποτε δεν άντεχες να ακούσεις χωρίς να διαλυθείς. Ακόμα κι ο πόνος κουράζεται κάποια στιγμή να κατοικεί μέσα σου. Κι ίσως αυτό να είναι το πιο σκληρό: όχι ότι χάνονται οι άνθρωποι, αλλά ότι συνηθίζουμε την απουσία τους. Σαν άμυνα, σαν μια μικρή προδοσία απέναντι σε όσα ορκιστήκαμε ότι δεν θα ξεχάσουμε ποτέ.
Δεν ξέρω πότε ακριβώς συνέβη. Ίσως ένα πρωί που δεν έψαξα αμέσως το τηλέφωνο. Ίσως μια βραδιά που κάθισα μόνη και δεν ένιωσα ότι κάτι έλειπε. Δεν υπήρχε στιγμή αποκάλυψης, δεν υπήρχε απόφαση. Μόνο μια μέρα παρατήρησα ότι η απουσία δεν πονούσε με τον ίδιο τρόπο. Σαν ένα τραύμα που έκλεισε χωρίς να το καταλάβω. Το σώμα ξέρει να επουλώνεται μόνο του, αθόρυβα, τη νύχτα. Ενώ εμείς κοιμόμαστε, εκείνο ράβει τα σκισίματα.
Κοιτάζω συχνά παλιές φωτογραφίες και δεν θλίβομαι μόνο για εκείνους που έφυγαν. Θλίβομαι και για εκείνη που ήμουν όταν τραβήχτηκαν. Γιατί ούτε εκείνη υπάρχει πια. Κάθε ηλικία μας πεθαίνει αθόρυβα μέσα στην επόμενη. Το κορίτσι που περίμενε τηλεφωνήματα, η γυναίκα που συγχωρούσε τα πάντα, η άλλη που έμαθε να φεύγει πρώτη για να μην εγκαταλειφθεί, καμία δεν επέζησε ακριβώς ίδια.
Αυτή η εσωτερική διάβρωση είναι η πραγματική παροδικότητα. Ψάχνεις στον καθρέφτη εκείνο το βλέμμα που είχε το κορίτσι των φωτογραφιών πριν από δυο έρωτες, πριν από μια μεγάλη απώλεια, και δεν το βρίσκεις πουθενά. Έχει γίνει κάτι άλλο.
Συχνά τρομάζουμε με την ιδέα του εφήμερου, γιατί έχουμε ταυτίσει την αξία με τη διάρκεια. Αν κάτι κρατάει λίγο, τείνουμε να το θεωρούμε ασήμαντο ή «λάθος». Κι όμως, τα πιο πυκνά πράγματα συμβαίνουν στο μεταίχμιο. Η στιγμή που η βροχή σταματάει αλλά ο αέρας μυρίζει ακόμα χώμα, το δευτερόλεπτο που μια απόφαση παίρνεται μέσα σου πριν καν τη μετατρέψεις σε λέξεις. Αυτές οι ενδιάμεσες καταστάσεις δεν έχουν μόνιμη κατοικία. Είναι νομάδες. Εύθραυστες, όπως κάθε τι ωραίο.
Κι όμως, μέσα σε όλη αυτή τη φθορά, υπάρχει κάτι σχεδόν ιερό. Το ότι συνεχίζουμε να δεόμαστε. Να αγαπάμε. Να φυλάμε μηνύματα ανθρώπων που δεν θα ξαναγυρίσουν ποτέ. Ίσως η αγάπη να είναι ακριβώς αυτό: το μόνο στοίχημα που βάζουμε γνωρίζοντας ότι είναι χαμένο και όμως επιμένουμε.
Και μια μέρα, χωρίς να το ορίσεις, χωρίς να το επιλέξεις, η απώλεια δεν μοιάζει πια με τρύπα. Μοιάζει με χώρο.
Ακολουθήστε το HANIA.news στο Facebook και στο Twitter




1 Σχόλιο
Παρά πολύ καλό!!! Με άγγιξε!