📍 Πλατεία Δικαστηρίων: Ανοίγουμε συχνότητα.
Αν κάποιος παρακολουθεί συστηματικά, τα τελευταία χρόνια, όσα συμβαίνουν στο Νοσοκομείο Χανίων και όσα λέγονται και γράφονται για το συγκεκριμένο νοσηλευτικό Ίδρυμα, που εφημερεύει 365 ημέρες τον χρόνο (366 τα δίσεκτα), δύσκολα θα άκουσε κάτι πραγματικά καινούργιο απ’ όσα -πολλά- ειπώθηκαν κατά τη διάρκεια της χθεσινής πολύωρης συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου Χανίων.
Πάμε να δούμε σε τίτλους όσα ειπώθηκαν: Υποστελέχωση. Ελλείψεις. Εξουθενωμένοι εργαζόμενοι. Άγονες προκηρύξεις. Πολύωρες αναμονές. Κενές θέσεις που κανείς δεν θέλει να καλύψει. Τα ίδια ακούγαμε και παλαιότερα, συχνά – πυκνά, τα ίδια, εν πολλοίς, ακούμε και σήμερα.
Και όμως, κάτι έχει αλλάξει. Για πρώτη φορά ίσως τόσο καθαρά, έντονα και καθολικά, η συζήτηση έφυγε από τα στενά όρια του Νοσοκομείου και ακούμπησε το πραγματικό πρόβλημα. Γιατί -ας είμαστε ειλικρινείς- το πρόβλημα του Νοσοκομείου Χανίων δεν είναι πια μόνο το Νοσοκομείο. Είναι -και- τα Χανιά. Είναι -και- η πόλη που άλλαξε.
Τα τελευταία αρκετά χρόνια τα Χανιά γνώρισαν ανάπτυξη, τουριστική έκρηξη, αύξηση πληθυσμού, εκτίναξη των τιμών ακινήτων και ενοικίων. Η πόλη μεγάλωσε, έγινε ακριβότερη, πιο απαιτητική, πιο πιεσμένη. Μόνο που οι δημόσιες δομές δεν μεγάλωσαν μαζί της. Το Νοσοκομείο καλείται να εξυπηρετήσει περισσότερους μόνιμους κατοίκους, περισσότερους επισκέπτες, περισσότερα τροχαία ατυχήματα, περισσότερα επείγοντα περιστατικά, περισσότερες ανάγκες από ποτέ.
Το μέγεθος της πίεσης αποτυπώνεται και στους αριθμούς: 84.610 ασθενείς στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών μέσα στο 2025 και 180.583 προσελεύσεις στα ιατρεία. Πρόκειται για όγκο που πριν από κάποια χρόνια θα φάνταζε αδιανόητος για τα δεδομένα της Δυτικής Κρήτης.
Η πίεση αυτή δεν είναι απλώς αριθμητική. Είναι βάρδιες που δεν βγαίνουν. Είναι ρεπό που χάνονται. Είναι άδειες που μετατίθενται επ’ αόριστον. Είναι γιατροί που δουλεύουν στα όρια. Είναι νοσηλευτές που καλούνται να καλύψουν κενά που δεν καλύπτονται. Είναι καθαρίστριες και βοηθητικό προσωπικό, όλοι οι κρίκοι μιας αλυσίδας που, αν σπάσει σε ένα σημείο, υπάρχει κίνδυνος να συμπαρασύρει το σύνολο.
Η βασική συζήτηση, λοιπόν, παραμένει ίδια και συνοψίζεται στις ακόλουθες τέσσερις λέξεις: Δεν υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι. Όχι επειδή δεν γίνονται προκηρύξεις. Αλλά επειδή οι προκηρύξεις δεν αρκούν. Αυτή είναι ίσως η πιο ανησυχητική εξέλιξη των τελευταίων ετών.
Η χθεσινή συζήτηση έδωσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, από τις 31 θέσεις μόνιμων νοσηλευτών που προκηρύχθηκαν, οι 21 δεν καλύφθηκαν, ενώ ακόμη και από τους πίνακες αναπλήρωσης ακολούθησαν νέες αρνήσεις. Όταν συμβαίνει αυτό, η συζήτηση παύει να αφορά τον αριθμό των προκηρύξεων και αφορά τους λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι δυσκολεύονται ή δεν επιλέγουν να έρθουν.
Όταν ένας νοσηλευτής αρνείται να έρθει στα Χανιά, όταν ένας νέος γιατρός προτιμά άλλη περιοχή ή το εξωτερικό, όταν τα κενά δεν καλύπτονται, τότε το πρόβλημα δεν είναι γραφειοκρατικό. Είναι βαθιά κοινωνικό – συνεπώς και πολιτικό.
Πώς να ζήσει ένας νέος άνθρωπος με μισθό δημοσίου υπαλλήλου σε μια από τις ακριβότερες, πλέον, πόλεις της ελληνικής περιφέρειας; Πώς να φέρει εδώ την οικογένειά του; Πώς να νοικιάσει σπίτι; Πώς να μείνει; Πώς να ζήσει; Αυτά τα ερωτήματα διαπερνούσαν, άμεσα ή έμμεσα, σχεδόν κάθε τοποθέτηση στη χθεσινή συνεδρίαση, είτε προερχόταν από εργαζόμενους, είτε από αυτοδιοικητικούς, είτε από τη Διοίκηση του Νοσοκομείου.
Και γι’ αυτό δεν είναι τυχαίο ότι ακούστηκαν προτάσεις που πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν άσχετες με την υγεία. Σταχυολογώ: Κοινωνική κατοικία. Αξιοποίηση της περιουσίας του Νοσοκομείου, αλλά και των χώρων στο παλιό Ψυχιατρείο (άλλη πονεμένη ιστορία αυτή για τα Χανιά). Παιδικός σταθμός. Τέλος ανθεκτικότητας στην κλιματική κρίση. Επιδόματα εγκατάστασης. Στέγαση υγειονομικών.
Όλα αυτά, μαζί με τους χαμηλούς μισθούς, αλλά και τις δύσκολες συνθήκες εργασίας σ’ ένα Νοσοκομείο που -επαναλαμβάνω- εφημερεύει όλο τον χρόνο, δεν είναι δευτερεύοντα ζητήματα. Είναι το πρόβλημα. Γιατί όταν ένα Νοσοκομείο αδυνατεί να προσελκύσει ανθρώπους, η συζήτηση παύει να αφορά μόνο την υγεία. Αφορά και τις συνθήκες ζωής.
Να είμαστε καθαροί: Χωρίς ουσιαστική μισθολογική αναβάθμιση και χωρίς αποτελεσματικά κίνητρα εγκατάστασης και παραμονής, πολλές προκηρύξεις θα συνεχίσουν να βγαίνουν άγονες. Μπορεί κανείς να διαφωνεί με την κοστολόγηση, με τις πηγές χρηματοδότησης ή με την πολιτική προσέγγιση. Δεν μπορεί όμως να αγνοεί το βασικότερο ερώτημα: Με τους σημερινούς μισθούς και το σημερινό κόστος ζωής, καθώς και με τις σημερινές συνθήκες εργασίας στο Νοσοκομείο, γιατί να έρθει ένας γιατρός ή ένας νοσηλευτής στα Χανιά;
Από την άλλη πλευρά, θα ήταν άδικο να παρουσιαστεί η εικόνα ενός Νοσοκομείου που καταρρέει. Δεν είναι αυτή η πραγματικότητα. Το Νοσοκομείο Χανίων εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους δημόσιους οργανισμούς υγείας της Κρήτης. Διαθέτει σύγχρονες υποδομές, εξοπλισμό υψηλού επιπέδου, επιστημονικό προσωπικό με γνώση και εμπειρία και, το κυριότερο, την εμπιστοσύνη της κοινωνίας.
Αυτό ακριβώς είναι που προκαλεί ανησυχία. Γιατί το πρόβλημα δεν εμφανίζεται σε ένα αδύναμο Νοσοκομείο, αλλά σ’ ένα Νοσοκομείο που λειτουργεί διαρκώς στα όριά του.
Κι εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση. Όλοι συμφωνούν ότι το Νοσοκομείο Χανίων είναι απαραίτητο, ότι προσφέρει τεράστιο έργο, ότι πρέπει να ενισχυθεί. Και όμως, χρόνο με τον χρόνο, οι συνθήκες δυσκολεύουν, οι ανάγκες αυξάνονται ταχύτερα από τις λύσεις, οι εξαγγελίες τρέχουν πιο γρήγορα από τα αποτελέσματα, οι εργαζόμενοι κουράζονται πιο γρήγορα απ’ όσο ανανεώνεται το προσωπικό.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο όσων ακούστηκαν στη συνεδρίαση δεν ήταν οι καταγγελίες. Αυτές είναι γνωστές. Ήταν η αίσθηση ότι η εξουθένωση έχει αρχίσει να αντιμετωπίζεται ως κάτι φυσιολογικό. Σαν να θεωρούμε δεδομένο ότι οι γιατροί θα συνεχίσουν να καλύπτουν τα κενά. Ότι οι νοσηλευτές θα συνεχίσουν να δουλεύουν πέρα από τα όριά τους. Ότι οι εργαζόμενοι θα συνεχίσουν να βάζουν πλάτη. Ότι κάπως, στο τέλος, θα βγουν οι βάρδιες και σήμερα – και αύριο και μεθαύριο.
Το Νοσοκομείο Χανίων βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το σημείο. Δεν είναι διαλυμένο, αλλά είναι βαθιά πιεσμένο. Δεν έχει χάσει την αξία του, αλλά κινδυνεύει να χάσει την αντοχή του – αν αυτό δεν έχει συμβεί ήδη σε ορισμένες Κλινικές και στα ΤΕΠ. Δεν του λείπει η κοινωνική αναγνώριση, του λείπει η πολιτική απόφαση να στηριχθεί με όρους πραγματικότητας.
Με δυο λόγια, σήμερα, η πραγματική ανησυχία δεν είναι αν το Νοσοκομείο Χανίων λειτουργεί. Λειτουργεί – και το γνωρίζουμε καλά όσοι το επισκεπτόμαστε. Η πραγματική ανησυχία είναι ότι ολοένα και περισσότερο λειτουργεί χάρη στο φιλότιμο, την εμπειρία και την εξάντληση των ανθρώπων του. Και αυτό δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι αποδεκτό.
📍 Πλατεία Δικαστηρίων, over and out!
Ακολουθήστε το HANIA.news στο Facebook και στο Twitter



1 Σχόλιο
Παρότι συμφωνώ με την ουσία του άρθρου (τα είχα πει αρκετές φορές προ ετών στον κ Κιαγιά οτι όλες οι δημόσιες παροχές/υποδομές θα υποβαθμιστούν λόγω υπερτουρισμού) έχω μία μεγάλη διαφωνία με τον αρθρογράφο:
Ο ισχυρισμός οτι «…Από την άλλη πλευρά, θα ήταν άδικο να παρουσιαστεί η εικόνα ενός Νοσοκομείου που καταρρέει. Δεν είναι αυτή η πραγματικότητα….» θα πρέπει να συνοδεύεται με τον ορισμό του «τί είνει κατάρρευση».
Τί είναι κατάρρευση;
Η αναμονή 3ώρες στα επείγοντα για διαλογή; Η αναμονή 6 μηνών για μαγνητική; Τα τηλέφωνα που παιρνουν φωτιά την ημέρα που ανοίγουν τα ραντεβου; η φθορά και η παρακμή απ’ακρη σ’άκρη; οι προμήθειες όταν βρεθεί κονδύλι (πχ φίλτρων της αιμοκάθαρσης);
Δυστυχώς (για μένα) έχει καταρρεύσει προ πολλού, δεν εξυπηρετεί στο χρόνο που πρέπει και με τον τρόπο που να σε κάνει να αισθάνεσαι οτι μπορείς πραγματικά να βασιστείς πάνω του σε κάθε περίπτωση.
Και κάτι τελευταίο, το κράτος (η ο οργανισμός) που βασίζεται σε «εθελοντισμό», «φιλότιμο», «μεράκι», «υπομονή»… έχει αποτύχει θεμελιωδώς στην ουσία και τον λόγο ύπαρξής του.