Σημαντική ανάκαμψη σε σύγκριση με την περυσινή χρονιά αναμένεται να παρουσιάσει η παραγωγή ελαιολάδου στην Κρήτη τη φετινή ελαιοκομική περίοδο (2026 – 2027). Αυτό οφείλεται στα υψηλά ποσοστά βροχοπτώσεων που σημειώθηκαν φέτος, έπειτα από μία παρατεταμένη περίοδο ανομβρίας.
Ωστόσο οι βροχοπτώσεις, που είχαμε σε κάποιες περιοχές, κατά την περίοδο της ανθοφορίας, δημιούργησαν προβλήματα στην καρπόδεση και δείχνουν να υπάρχει μια διαφοροποίηση της παραγωγής ανά περιοχή.
Οι ελαιοπαραγωγοί φέτος φαίνεται, πάντως, να είναι περισσότερο προβληματισμένοι με την πορεία των τιμών του ελαιολάδου. Αυτή την περίοδο το εμπόριο στο νησί -όπως και στην υπόλοιπη χώρα- είναι «παγωμένο». Η τιμή παραγωγού στην Κρήτη έχει πέσει κάτω από τα 4 ευρώ και κυμαίνεται στα 3,80 ευρώ το κιλό για τις 3 γραμμές στο έξτρα παρθένο ελαιόλαδο.
Το βάρος για τη νέα παραγωγή έχει πέσει στην ποιότητα, ενώ οι πρώτοι ψεκασμοί για το δάκο έχουν ξεκινήσει από τις Διευθύνσεις Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής (ΔΑΟΚ).
Ο κ. Πρίαμος Ιερωνυμάκης, ελαιοπαραγωγός και εντεταλμένος σύμβουλος Πρωτογενούς Τομέα της Περιφέρειας Κρήτης, αναφέρει στον «ΑγροΤύπο» ότι η παραγωγή φέτος θα είναι αυξημένη και δεν θα έχει καμιά σχέση με την περυσινή, που ήταν μια καταστροφική χρονιά για την παραγωγή ελαιολάδου.
Ο ίδιος υπενθυμίζει ότι πέρυσι είχαμε μια από τις χαμηλότερες ιστορικά ποσότητες ελαιολάδου των τελευταίων ετών στο νησί. Μάλιστα, η Περιφέρεια έχει ήδη καταθέσει φάκελο στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων,επισημαίνοντας τα μεγάλα προβλήματα που είχε η παραγωγή λόγω της ξηρασίας, ειδικά στις ανατολικές περιοχές.
Επειδή φέτος σημειώθηκαν αρκετές βροχοπτώσεις το φθινόπωρο αλλά και μετά τον Μάρτιο (για πρώτη φορά έβρεξε στην Κρήτη την περίοδο Απρίλιο – Μάιο) τα ελαιοδέντρα κατάφεραν να επανέλθουν και είχαν μια καλή ανθοφορία. Όμως κάποιες βροχοπτώσεις που υπήρξαν εκείνη την περίοδο είχαν ως αποτέλεσμα την πτώση των ανθέων και προβλήματα στην καρπόπτωση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να έχουμε μια διαφοροποίηση στο μέγεθος της παραγωγής ανά περιοχή. Γενικά πάντως φέτος στην Κρήτη αναμένουμε μια μέτρια προς καλή παραγωγή ελαιοκάρπου, επισημαίνει ο κ. Ιερωνυμάκης.
Παράλληλα, τονίζει ότι αυτό που θα πρέπει να προσέξουν οι παραγωγοί είναι να κάνουν τις σωστές παρεμβάσεις για να έχουμε μια καλή ποιότητα ελαιολάδου. Χρειάζεται να κάνουν τα σωστά ραντίσματα και τις απαραίτητες καλλιεργητικές φροντίδες και να προσέχουν για υπολείμματα ορυκτελαίων και φυτοπροστασίας. Με την καλή ποιότητα μπορούμε να κερδίσουμε μια προστιθέμενη αξία στο προϊόν. Και η αγορά θέλει τα υψηλής ποιότητας ελαιόλαδα.
Από την άλλη, σύμφωνα με τον ίδιο, έχουμε μεγάλο ανταγωνισμό λόγω των εισαγωγών ελαιολάδου από τις τρίτες χώρες στην ΕΕ. Αυτό είναι ένα αποτέλεσμα της πολιτικής που ακολουθούν οι Βρυξέλλες που δεν προστατεύουν την ευρωπαϊκή παραγωγή. Στο παρελθόν έβαζαν δασμούς στις εισαγωγές αλλά τώρα αυτό δεν γίνεται. Στην Τυνησία όταν ο παραγωγός πληρώνεται το ελαιόλαδο στα 3 έως 3,5 ευρώ το κιλό, για την καλή ποιότητα, είναι μια καλή τιμή για τα δεδομένα της ζωής στη χώρα του. Αυτό δεν ισχύει όμως για την Ελλάδα που έχουμε ένα υψηλό κόστος διαβίωσης. Αν δεν βάλουν δασμούς στις εισαγωγές ελαιολάδου από τρίτες χώρες δεν θα καταφέρουμε να έχουμε καλές τιμές.
Ο κ. Ιερωνυμάκης υπογραμμίζει ότι σοβαρό πρόβλημα υπάρχει με τις ελληνοποιήσεις ελαιολαδου που γίνονται στη χώρα μας. Κάτι αντίστοιχο γίνεται και στις άλλες χώρες της ΕΕ. Θα πρέπει να υπάρξουν έλεγχοι σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα. Πάντως ο χαρακτηρισμός σαν ΠΓΕ ελαιολάδου στην Κρήτη βοηθάει στην ιχνηλάτιση και τη διασφάλιση του προϊόντος.
Παράλληλα, τονίζει ότι στη χώρα μας είχαμε ένα «πόλεμο» κατά του ελαιολάδου, όταν είχαμε μια καλή τιμή παραγωγού. Όπως υποστήριζαν μέσα και κυβέρνηση, το ελαιόλαδο είχε ευθύνη για τον υψηλό πληθωρισμό στη χώρα μας. Αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια, γιατί μια μέση οικογένεια καταναλώνει περίπου 300 ευρώ τον χρόνο για την κατανάλωση ελαιολάδου, ποσό που δεν είναι τόσο μεγάλο σε σχέση με τα υπόλοιπα έξοδα. Αυτό όμως οδήγησε μεγάλη μερίδα των καταναλωτών να στραφούν σε άλλα φτηνότερα έλαια.
Ο κ. Ιερωνυμάκης αναφέρει, επίσης, στην Κρήτη χρειάζεται να γίνουν έργα για τη σωστή διαχείριση του νερού. Έχουμε ήδη καταθέσει μελέτες για την κατασκευή έργων, συνολικού ύψους 500 εκατ. ευρώ, που αφορούν την κατασκευή φραγμάτων και δικτύων άρδευσης. Τα έργα αυτά θα πρέπει να ξεκινήσουν άμεσα στο νησί.
Και προσθέτει: Τα τελευταία δέκα χρόνια έχουμε μια συνεχή μείωση των κονδυλίων της ΚΑΠ που κατευθύνονται προς τον ελαιοκομικό κλάδο. Αυτό θα πρέπει να αλλάξει στη νέα ΚΑΠ. Πρέπει να αυξηθούν τα κονδύλια που κατευθύνονται στους ελαιοπαραγωγούς και να πηγαίνουν σε όσους παράγουν με βάση τα τιμολόγια. Εξαίρεση να υπάρξει μόνο στην περίπτωση που έχουμε ζημιές στην ελαιοπαραγωγή και έχουν καταγραφεί από τις ΔΑΟΚ και τις υπόλοιπες υπηρεσίες του ΥπΑΑΤ.
Καταλήγοντας, σημειώνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση στηρίζει τα αγροτικά βιομηχανικά προϊόντα με επενδυτικά προγράμματα (π.χ. τρακτέρ μέσω των Σχεδίων Βελτίωσης). Θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει, μέσα από τα προγράμματα του δεύτερου Πυλώνα της ΚΑΠ, με περισσότερα κονδύλια την τυποποίηση και την προώθηση του ελαιολάδου.
Ο κ. Μανώλης Ζερβάκης, πρόεδρος στον Αγροτικό Συνεταιρισμό Μοχού από το Ηράκλειο, αναφέρει στον ΑγροΤύπο ότι η φετινή παραγωγή θα είναι καλύτερη σε σχέση με την περσινή αλλά δεν είναι αυτή που περιμένουν οι ελαιοπαραγωγοί.
Σύμφωνα με τον ίδιο, φαίνεται ότι θα έχουμε μια μέτρια παραγωγή ελαιολάδου στην περιοχή μας. Οι παγίδες έδειξαν ότι φέτος είναι αυξημένοι οι πληθυσμοί του δάκου. Το θετικό είναι ότι την Πέμπτη (2/7) ολοκληρώθηκαν οι πρώτοι ψεκασμοί για τη δακοκτονία και ελπίζουμε να είχαν αποτελέσματα.
Αυτό που προβληματίζει τους παραγωγούς είναι η έλλειψη εμπορικού ενδιαφεροντος στην αγορά ελαιολάδου. Οι παραγωγοί και οι συνεταιρισμοί δεν μπορούν να πουλήσουν το προϊόν, ενώ με τα προβλήματα που είχαμε πέρσι στην παραγωγή υπάρχει κίνδυνος να υποβαθμιστούν ποιοτικά.
Ο κ. Αντώνης Μπιτσάκης, πρόεδρος στον Αγροτικό Συνεταιρισμό Ελαιοπαραγωγών Καντάνου – Σελίνου «Ένωση Σελίνου», αναφέρει στον «ΑγροΤύπο» ότι ξεκινάει αυτές τις ημέρες ο πρώτος ψεκασμός για τον δάκο. Η καρπόδεση πάει καλά και φαίνεται φέτος να έχουμε μια παραγωγή καλύτερη σε σχέση με την περυσινή αλλά είναι περίπου στο 80% της βεντέμας. Αυτό όμως μπορεί να σημαίνει καλύτερη ποιότητα στη νέα παραγωγή. Έχουμε χρονιές με υψηλή βεντέμα αλλά με ποιοτικά προβλήματα, σημειώνει.
Και καταλήγει: Υπάρχει όμως μεγάλος προβληματισμός με τις τιμές και την έλλειψη εμπορικού ενδιαφέροντος. Η τελευταία συμφωνία που κάναμε ήταν στην τιμή των 4 ευρώ το κιλό για τις 3 γραμμές. Αλλά είναι πολύ δύσκολο αυτή την εποχή να κρατήσουμε αυτές τις τιμές.
Πηγή: agrotypos.gr
Σταύρος Παϊσιάδης
Ακολουθήστε το HANIA.news στο Facebook και στο Twitter

