Υπάρχουν άνθρωποι που δεν κάνουν θόρυβο για να φανούν, δεν υψώνουν τη φωνή τους για να επιβληθούν, δεν αισθάνονται την ανάγκη να αποδείξουν πόσα ξέρουν, δεν διεκδικούν διαρκώς το προσκήνιο. Κι όμως, όταν φεύγουν, αντιλαμβάνεσαι πόσο πολύ θα λείψουν.
Έτσι αισθάνομαι από χθες το βράδυ για τον Γιάννη Περάκη.
Τον γνώρισα το 1990, στο Ενιαίο Πολυκλαδικό Λύκειο Χανίων. Εκείνος ήταν διευθυντής της Β’ Τάξης, εγώ μαθητής της Β’ Λυκείου. Δεν θα μπορούσα τότε να φανταστώ ότι εκείνη η πρώτη γνωριμία θα εξελισσόταν σε μια σχέση αμοιβαίας εκτίμησης και ειλικρινούς φιλίας που θα κρατούσε περισσότερες από τρεις δεκαετίες.
Όλα αυτά τα χρόνια δεν γνώρισα απλώς έναν επιτυχημένο αυτοδιοικητικό ή έναν άνθρωπο με σπουδαία επιστημονική κατάρτιση. Γνώρισα έναν άνθρωπο που εκτιμούσα βαθιά για τον τρόπο που σκεφτόταν και, κυρίως, για τον τρόπο που αντιμετώπιζε τους ανθρώπους.
Αυτό που πάντα με εντυπωσίαζε ήταν η σπάνια ικανότητά του να ακούει. Να ακούει πραγματικά. Όχι περιμένοντας απλώς τη σειρά του να μιλήσει, αλλά με γνήσιο ενδιαφέρον να καταλάβει τον συνομιλητή του. Δεν αισθανόταν ποτέ την ανάγκη να δείχνει ότι είχε όλες τις απαντήσεις. Δεν φοβόταν να αναθεωρήσει, να συμφωνήσει, να διαφωνήσει – πάντα με επιχειρήματα. Σε μια εποχή που η βεβαιότητα συχνά θεωρείται αρετή, εκείνος παρέμενε ανοιχτός στη σκέψη.
Οι συζητήσεις μαζί του είχαν πάντα ουσία. Είχαν γνώση, μέτρο, βάθος κι εκείνο το λεπτό χιούμορ που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους με αυτοπεποίθηση, όχι με έπαρση. Έφευγες πάντοτε έχοντας κερδίσει κάτι, ακόμη και όταν δεν συμφωνούσες μαζί του. Και υπήρχαν αρκετές στιγμές που συμφωνούσαμε ότι διαφωνούμε – συνήθως εν μέρει, σπάνια εν συνόλω. Αλλά αυτές οι διαφωνίες, όταν υπήρχαν, μας έκαναν να συναντιόμαστε και να συνομιλούμε ακόμη πιο συχνά…
Αν υπάρχει ένα ακόμη στοιχείο που τον έκανε ξεχωριστό, ήταν ότι δεν επέτρεψε ποτέ στον χρόνο να τον γεράσει πνευματικά. Μεγάλωνε βιολογικά, αλλά διατηρούσε μια εντυπωσιακά φρέσκια ματιά στα πράγματα. Παρέμενε περίεργος, ανήσυχος, πρόθυμος να ακούσει μια νέα ιδέα, να προβληματιστεί, να αλλάξει οπτική. Είχε κάτι από την ψυχή ενός εφήβου που δεν έχασε ποτέ την περιέργειά του για τον κόσμο. Και αυτό είναι ένα σπάνιο χάρισμα.
Υπηρέτησε τη Σούδα και την Αυτοδιοίκηση με συνέπεια, ήθος, αξιοπρέπεια και διορατικότητα. Όμως, αν με ρωτούσε κάποιος ποια ήταν η μεγαλύτερη αρετή του, δεν θα απαντούσα οι θητείες, τα αξιώματα ή τα έργα του. Θα έλεγα η ποιότητα του χαρακτήρα του. Γιατί αξιώματα αποκτούν πολλοί. Σεβασμό κερδίζουν λίγοι.
Μέσα σε όλη αυτή τη διαδρομή ευτύχησε να έχει δίπλα του τη Μαρία. Τη Μαρία Μαράκη. Πιστεύω πως όσοι τους γνώρισαν κατάλαβαν ότι δεν ήταν απλώς ένα ζευγάρι. Ήταν μια βαθιά συντροφικότητα. Η Μαρία υπήρξε το σταθερό του στήριγμα, η ήρεμη δύναμη της ζωής του, ο άνθρωπος που τον συμπλήρωνε με έναν τρόπο διακριτικό αλλά ουσιαστικό. Μαζί πορεύτηκαν με αλληλοσεβασμό και αγάπη, χτίζοντας μια σχέση που αποτελούσε παράδειγμα. Μια σχέση από εκείνες που σε κάνουν να πιστεύεις λίγο περισσότερο στους ανθρώπους.
Σήμερα το πρωί, ανακαλώντας μνήμες από τη διαδρομή αυτή των τριάντα και πλέον ετών με τον Γιάννη Περάκη, σκέφτομαι πως, τελικά, η αξία ενός ανθρώπου δεν μετριέται μόνο απ’ όσα έκανε, αλλά και από το αποτύπωμα που αφήνει στις ζωές των άλλων.
Εγώ θα θυμάμαι έναν δοτικό, ανιδιοτελή, αυθεντικό, βαθιά συναισθηματικό άνθρωπο, που δεν προσπαθούσε να εντυπωσιάσει, αλλά να καταλάβει και να προσφέρει. Που προτιμούσε τον διάλογο από τη σύγκρουση -την οποία όμως δεν φοβόταν αν έκρινε ότι οι συνθήκες το απαιτούσαν-, το επιχείρημα από την ένταση της φωνής, την αμφιβολία της σκέψης από τη βεβαιότητα.
Και θα θυμάμαι, πάνω απ’ όλα, έναν γοητευτικό συνομιλητή, που, όσο κι αν περνούσαν τα χρόνια, δεν σταμάτησε ποτέ να μαθαίνει.
Καλό ταξίδι, αγαπημένε μου φίλε.
Θα μου λείπουν οι συζητήσεις μας. Σε μια εποχή που οι περισσότεροι άνθρωποι βιάζονται να δώσουν όλες τις απαντήσεις, θα μου λείψει περισσότερο απ’ όλα η σπάνια ικανότητά σου να ακούς πραγματικά και να κάνεις τις καίριες ερωτήσεις.
ΥΓ.: Συλλυπητήρια εκ βαθέων, Μαρία, Χριστίνα, Γιώργο…
Ακολουθήστε το HANIA.news στο Facebook και στο Twitter

