Τα σημαντικότερα πράγματα της ζωής μου δεν ήταν ποτέ επιλογή.
Έτσι τουλάχιστον τα έζησα.
Στην αρχή νομίζεις πως αποφασίζεις. Πως κατευθύνεις, χτίζεις, σχεδιάζεις. Ύστερα κουράζεσαι να σκοντάφτεις πάνω στις ίδιες βεβαιότητες και κάποια στιγμή αφήνεσαι. Και τότε ανακαλύπτεις πως το ρεύμα ήξερε από την αρχή πού πήγαινε. Καλύτερα από σένα.
Υπάρχουν στιγμές που η ζωή μοιάζει να σου κλείνει το μάτι. Μια καθυστέρηση. Μια συνάντηση που δεν έπρεπε να γίνει, κι όμως έγινε. Ένας δρόμος που πήρες χωρίς λόγο. Ένας άνθρωπος που εμφανίστηκε ακριβώς τη στιγμή που δεν ήξερες ακόμα ότι τον περίμενες.
Εμένα μου τον έφερε μια κουβέντα.
Μιλούσα για εκείνον σε κάποιον που τον γνώριζε, έλεγα πόσο πολύ ήθελα να τον γνωρίσω, πόσο τον θαύμαζα. Λίγο μετά τη συζήτησή μας, τον είδαμε τυχαία σε ένα εστιατόριο. Έτρωγε, αμέριμνος, χωρίς να ξέρει ότι το όνομά του είχε ειπωθεί δυνατά, λίγα λεπτά πριν. Ο φίλος μου με τράβηξε από το χέρι λέγοντάς μου «τώρα είναι η ευκαιρία σου». Μπήκαμε μέσα, μας σύστησε. Έτσι απλά. Λες και η κουβέντα που μόλις είχα κάνει είχε τη δύναμη να τον φέρει μπροστά μου.
Τον ερωτεύτηκα παράφορα.
Ένιωσα πως τον ήξερα από πάντα. Είναι αυτά τα βλέμματα που προηγούνται της λογικής. Που σε διαπερνούν. Πριν προλάβεις να καταλάβεις γιατί κάποιος σου φαίνεται τόσο οικείος, το σώμα έχει ήδη αποφασίσει.
Ήταν ένας έρωτας που δεν χωρούσε στις μέρες μου. Με ξεπερνούσε. Το βλέμμα του, βαθιά μελαγχολικό ακόμα κι όταν γελούσε, κι όμως έλεγε πάντα πως ήταν φύσει αισιόδοξος. Η φωνή του, ο τρόπος που τόνιζε κάποιες λέξεις. Η πίπα που κάπνιζε αργά, σαν να είχε έρθει από άλλη εποχή. Το περπάτημά του. Τον σκεφτόμουν και πονούσε το στήθος μου από την ένταση. Τον αγάπησα με εκείνη την παιδική, αδιαπραγμάτευτη αφέλεια που σε κάνει να πιστεύεις ότι ένας άνθρωπος μπορεί να γίνει όλος ο κόσμος σου.
Και έγινε.
Ήταν μια περίοδος που τη ζούσα σχεδόν κινηματογραφικά. Καθόμουν σε καφέ και διάβαζα ποίηση. Περπατούσα με την αίσθηση πως κάτι σπουδαίο συνέβαινε. Όλα γύρω μου έμοιαζαν πιο φωτεινά, πιο έντονα, πιο ζωντανά, γιατί όλα περνούσαν μέσα από εκείνον.
Και οι συμπτώσεις δεν σταμάτησαν ποτέ.
Τον έβλεπα παντού. Στα πιο απίθανα μέρη. Η πόλη έμοιαζε να μας φέρνει συνεχώς τον έναν μπροστά στον άλλον, με μια επιμονή που ξεπερνούσε κάθε πιθανότητα.
Μπήκαμε μαζί σε ένα λεωφορείο που τράκαρε. Πόσο συχνά τρακάρουν τα λεωφορεία; Κι όμως, βρεθήκαμε μέσα σε ένα από αυτά, για να κρατηθούμε σφιχτά την ώρα του τραντάγματος.
Μια άλλη φορά, βγαίνοντας από ένα κατάστημα, άνοιξα την ομπρέλα μου μέσα στη βροχή κι έπεσα πάνω του, χτυπώντας τον κατά λάθος. Κι άλλη φορά, με την άκρη του δαχτυλιδιού μου, του έσκισα ένα ράμμα στο στήθος. Γεμίσαμε αίματα. Τον κοίταξα και του είπα: «Τώρα μπορώ να λέω ότι εγώ αυτόν τον άντρα τον σημάδεψα». Γελάσαμε. Το εννοούσα.
Υπήρξαν κι άλλες, πολλές. Δεν τις μετράω πια. Κάθε μία τους μικρή. Μαζί, αδύνατο να αγνοηθούν.
Δεν ξέρω αν εκείνος συγκρατούσε όλες αυτές τις συμπτώσεις ή αν τις προσπερνούσε σαν αθώες παραξενιές της καθημερινότητας. Εγώ, όμως, μέσα μου το ζούσα ολόκληρο, σε κάθε μου κύτταρο. Κι ας μην του ομολόγησα ποτέ την πραγματική του ένταση. Κράτησα όλο αυτό το εύρος μέσα μου, τρομαγμένη ίσως από το ίδιο του το μέγεθος.
Φοβόμουν πως θα πίστευε ότι τα είχα στήσει όλα. Ότι τον ακολουθούσα. Ότι ήμουν μία από εκείνες τις γυναίκες που κατασκευάζουν το πεπρωμένο τους και ύστερα το ονομάζουν σύμπτωση.
Δεν έστησα ποτέ τίποτα.
Το παράξενο ήταν πως πολλές φορές, όταν τον σκεφτόμουν έντονα, εμφανιζόταν μπροστά μου, χωρίς καμία λογική να το δικαιολογεί. Ο κόσμος γινόταν απρόσμενα μικρός. Σαν να δίπλωνε τους δρόμους του για να μας φέρει πιο κοντά.
Ακόμα αναρωτιέμαι αν ήταν υπερφυσικό ή απλώς η λαχτάρα μου που είχε γίνει τόσο δυνατή, τόσο συνειδητή, που έσπαγε τους κανόνες του τυχαίου.
Ήταν εκείνος που με έκανε να πιστέψω πως υπάρχουν πράγματα που δεν εξηγούνται. Να πιστέψω στα θαύματα. Σε εκείνες τις ανεπαίσθητες υπερβάσεις που μας θυμίζουν πως η ζωή γράφει τις πιο απίθανες ιστορίες χωρίς να ζητά την άδειά μας.
Και ξαφνικά τελείωσε. Κάποιες ιστορίες τελειώνουν χωρίς προειδοποίηση. Ίσως επειδή δεν άντεξαν τη μορφή που τους ζητήθηκε να πάρουν.
Κι όμως, δεν τελείωσε εντελώς.
Χρόνια αργότερα εξακολουθούσα να τον συναντώ τυχαία. Όχι συχνά. Αλλά αρκετά ώστε να ξυπνάει το παρελθόν και να με χτυπάει στον ώμο. Έτσι μένουν κάποιοι άνθρωποι μέσα σου. Δεν φεύγουν ακριβώς. Αλλάζουν θέση. Γίνονται αποτύπωμα. Όπως εκείνο το μικρό σημάδι που ίσως έχει ακόμα στο στήθος του.
Ο άνθρωπος που μας γνώρισε εκείνη την πρώτη φορά δεν είναι πια εδώ. Ήταν μία από τις πιο καθοριστικές παρουσίες της ζωής μου.
Στην τελευταία μας συνάντηση, με ρώτησε τι απέγινε εκείνος ο έρωτας. Τα ήξερε όλα. Ήταν εκείνος που είδε την ιστορία να γεννιέται. Ίσως απλώς ήθελε να την ακούσει ξανά, να θυμηθεί τις λεπτομέρειες. Του τα είπα όλα. Τις συμπτώσεις. Τον βαθύ έρωτα που με κατέκλυζε εκείνη την περίοδο. Την πορεία μας μέσα στα χρόνια. Όσα έγιναν και όσα δεν έγιναν. Όσα έζησα και όσα κράτησα μέσα μου, άθικτα.
Με άκουγε και χαμογελούσε.
Και τότε μου είπε κάτι που δεν έχω ξεχάσει: «Η ζωή κάνει κύκλους. Κάποτε θα βρεις τον τρόπο να του τα πεις. Αξίζει να τα ξέρει». Με έβαλε να του το υποσχεθώ. Ήταν εντολή. Εκείνος έφυγε. Η υπόσχεση έμεινε.
Την κουβαλάω σαν γράμμα που δεν στάλθηκε ποτέ.
Είκοσι και πλέον χρόνια από εκείνη την πρώτη συνάντηση, γράφω. Για να τιμήσω εκείνη την τελευταία κουβέντα με κάποιον που δεν ζει πια. Και έναν άλλον, που μου ξύπνησε έναν έρωτα τόσο δυνατό, που ακόμα και τώρα μοιάζει να έχει δικό του καιρό, δική του βαρύτητα, δικό του μικρό σύμπαν.
Γράφω γιατί κάποτε υποσχέθηκα. Γιατί ό,τι σε άλλαξε αληθινά δεν σε ρώτησε ποτέ. Απλώς μπήκε στον κόσμο σου, τον αναποδογύρισε και έφυγε, αφήνοντας πίσω του έναν άνθρωπο διαφορετικό από εκείνον που ήσουν πριν.
Εκείνος δεν μου ζήτησε τίποτα. Μου τα έδωσε όλα, χωρίς να το ξέρει.
Και αν με ρωτήσεις τι μου άφησαν όλα αυτά, όλες αυτές οι τυχαίες στιγμές, η απάντηση είναι απλή.
Τη ζωή που έζησα.
————————
«Μου αρέσει να σ’ ονειρεύομαι
και να σε βλέπω από ψηλά,
πότε σαν κουκίδα ασήμαντη στην άμμο,
πότε μεγάλο, έτοιμο να σηκώσεις την πόλη
κι εμένα μαζί,
που κάθομαι άπραγη
με το χέρι κρατώντας το κεφάλι μου
βαρύ από την εικόνα σου».
– Βασίλης Αρφάνης
Ακολουθήστε το HANIA.news στο Facebook και στο Twitter



