Το πρόσφατο αίτημα του Διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου Χανίων, στο οποίο συμμετείχαν και χαιρέτησαν τόσο ο Δήμαρχος Χανίων όσο και ο Αντιπεριφερειάρχης Χανίων να ενταχθεί αυτό στις υγειονομικά άγονες περιοχές, αίτημα στο οποίο ο Υπουργός Υγείας έχει ήδη δώσει καταρχάς θετικό σήμα, αν και αυτό από μόνο του δεν λέει τίποτε, φέρνει ξανά στο προσκήνιο το ερώτημα που η πολιτεία αποφεύγει συστηματικά να απαντήσει: μπορεί ένα μηνιαίο επίδομα μερικών εκατοντάδων ευρώ να λύσει μια δομική κρίση στελέχωσης, ή απλώς αναβάλλει τη συζήτηση για το πραγματικό πρόβλημα, που είναι το ίδιο το μισθολόγιο του ΕΣΥ;
Το ίδιο το παράδειγμα των Χανίων αποδεικνύει την αποτυχία της συνταγής. Τα Χανιά δεν είναι μια απομακρυσμένη, δυσπρόσιτη περιοχή· είναι μια από τις μεγαλύτερες πόλεις της Κρήτης, με ισχυρή τουριστική οικονομία. Το πρόβλημα στελέχωσης δεν οφείλεται σε γεωγραφική απομόνωση, αλλά, όπως αναγνωρίζει και το ίδιο το υπόμνημα του Διοικητή του Νοσοκομείου, στο υψηλό κόστος στέγασης και διαβίωσης, το οποίο ένα επίδομα των 600 ευρώ μικτών δύσκολα αντισταθμίζει σε μια αγορά ενοικίων και κόστους διαβίωσης, εν πολλοίς διαμορφωμένη από τον τουρισμό.
Το πιο εύγλωττο στοιχείο, όμως, είναι αυτό που παραδέχτηκε δημόσια ο ίδιος ο Αντιπεριφερειάρχης Χανίων μετά την ανακοίνωση της υποτιθέμενα θετικής απόφασης: τα κίνητρα του χαρακτηρισμού «άγονο» είναι μεν αναγκαίο βήμα, αλλά η οριστική απάντηση στο πρόβλημα στελέχωσης απαιτεί ουσιαστική αναβάθμιση του μισθολογίου των υγειονομικών, όχι αποσπασματικά επιδόματα ανά Νοσοκομείο. Με άλλα λόγια, ακόμη κι εκείνοι που διεκδίκησαν τον χαρακτηρισμό αναγνωρίζουν ότι πρόκειται για προσωρινά «ανακουφιστική», όχι θεραπευτική, παρέμβαση.
Η ίδια η λογική της πολιτικής είναι αναποτελεσματική σε βάθος χρόνου: αντί να αντιμετωπίζεται το πρόβλημα του χαμηλού βασικού μισθολογίου ΕΣΥ συνολικά, το κράτος προσθέτει διαρκώς νέες περιοχές στον κατάλογο των «άγονων», πολλαπλασιάζοντας εξαιρέσεις γύρω από έναν πυρήνα μισθών που παραμένει ανεπαρκής. Έτσι δημιουργείται ένα σύστημα κινήτρων κατά περίπτωση, γεωγραφικά κατακερματισμένο, ευάλωτο σε πολιτικές πιέσεις και δημοσιονομικά ασταθές, αντί για μια ενιαία, προβλέψιμη πολιτική αποδοχών που θα καθιστούσε την ιατρική στο ΕΣΥ ελκυστική επιλογή καθαυτή, ανεξαρτήτως τοποθέτησης
Τρανή απόδειξη το επίδομα «άγονης ειδικότητας για τους αναισθησιολόγους», το οποίο παρά την εδώ και χρόνια θέσπισή του, δεν εμπόδισε τους ειδικευμένους αναισθησιολόγους του Νοσοκομείου Χανίων να αποχωρήσουν. Η δε καταβολή του με καθυστέρηση (στο Νοσοκομείο Χανίων υπάρχει σχετική εκκρεμής οφειλή τουλάχιστον έξι μηνών) ουσιαστικά ακυρώνει εν τη πράξει τη «χρησιμότητά» του. Διότι ο σπιτονοικοκύρης και το σούπερ μάρκετ δεν περιμένουν πότε θα δεήσει ο εργοδότης να καταβάλει τα οφειλόμενα. Επιπλέον απόδειξη τα κάθε λογής επιδόματα δεν απέτρεψαν 5.400 Έλληνες ιατρούς, μέσα στο 2025, να αναζητήσουν αξιοπρεπέστερες εργασιακές συνθήκες σε Νοσοκομεία του εξωτερικού.
Η Ρουμανία αντιμετώπισε ακριβώς το ίδιο πρόβλημα, τη μαζική διαρροή γιατρών προς το εξωτερικό, λόγω χαμηλών αποδοχών με εντελώς διαφορετική λογική. Τον Δεκέμβριο του 2017 η κυβέρνηση τροποποίησε με επείγουσα νομοθετική πράξη τον προηγούμενο νόμο – πλαίσιο και έτρεξε άμεσα, από την 1η Μαρτίου 2018, αυξήσεις μισθών που αρχικά προβλέπονταν να γίνουν σταδιακά μέχρι το 2022.
Το αποτέλεσμα ήταν μια οριζόντια αύξηση των αποδοχών του υγειονομικού προσωπικού κατά 70% έως και πάνω από 170%, ανάλογα με τη βαθμίδα. Ο καθαρός μισθός ενός νέου γιατρού αυξήθηκε κατά περίπου 162% (από περίπου 344 σε 902 ευρώ), ενώ ενός έμπειρου γιατρού κατά 131% (από 913 σε 2.112 ευρώ). Οι μισθοί των ειδικευόμενων αυξήθηκαν κατά 151% έως 287% ανάλογα με την ειδικότητα. Δεν επρόκειτο για επίδομα συνδεδεμένο με μια συγκεκριμένη περιοχή, αλλά για αναμόρφωση του ίδιου του βασικού μισθολογίου σε εθνικό επίπεδο, με νομοθετική δέσμευση. Η ρουμανική κυβέρνηση δεν παρουσίασε τη μεταρρύθμιση ως πανάκεια. Ο τότε Υπουργός Υγείας αναγνώρισε ότι η αύξηση μισθών από μόνη της δεν αρκεί για να λυθεί η υποστελέχωση και ότι χρειάζονται και άλλα μέτρα. Ωστόσο η κατεύθυνση ήταν σαφής: αντιμετώπισε την αιτία (το χαμηλό μισθολόγιο) και όχι το σύμπτωμα (τις κενές θέσεις σε συγκεκριμένα νοσοκομεία).
Πιο πρόσφατο και εντυπωσιακό είναι το παράδειγμα της Βουλγαρίας. Μετά από παρατεταμένες διαδηλώσεις γιατρών, νοσηλευτών και φοιτητών Ιατρικής, τις οποίες η κυβέρνηση αρχικά αγνόησε, φτάνοντας μέχρι το σημείο να συζητά την εισαγωγή γιατρών από άλλες χώρες με χαμηλότερο μισθολογικό κόστος (σας θυμίζει κάτι;) η βουλγαρική κυβέρνηση ανακοίνωσε τον Δεκέμβριο του 2025 τον de facto τριπλασιασμό των κατώτατων μισθών για νέους γιατρούς και νοσηλευτές, με ισχύ από το 2026. Ο νέος κατώτατος μισθός για γιατρό χωρίς ειδικότητα ορίστηκε στα 1.860 ευρώ και για νοσηλευτή στα 1.550. Η κυβέρνηση διέθεσε επιπλέον κονδύλι 260 εκατ. ευρώ ειδικά για νοσοκομεία με οικονομικά προβλήματα, ώστε να μπορέσουν να καλύψουν τα νέα κατώτατα όρια, ενώ ο συνολικός προϋπολογισμός Υγείας για το 2026 αναμένεται να ξεπεράσει τα 5,5 δισ. ευρώ, περίπου το 5% του ΑΕΠ της χώρας. Στο ίδιο πνεύμα νομοθετήθηκε ο βασικός μισθός γιατρού να οριστεί στο 150% του μέσου εθνικού μισθού, μια λογική «δεικτοποίησης» που εξασφαλίζει διαρκή ανταγωνιστικότητα του επαγγέλματος, δηλαδή έναν αυτόματο μηχανισμό αναπροσαρμογής, όχι ένα στατικό επίδομα που απαξιώνεται με τον πληθωρισμό, μέτρο που ευφυώς και επιτυχώς οι ιδρυτές του ελληνικού ΕΣΥ νομοθετησαν για την προσέλκυση ικανών στελεχών στο σύστημα… για να το απαξιωσουν οι διάδοχοί τους.
Και οι δύο χώρες, αντιμέτωπες με το ίδιο πρόβλημα διαρροής και υποστελέχωσης που ταλανίζει και το ΕΣΥ, επέλεξαν τη διαρθρωτική αναβάθμιση του βασικού μισθολογίου, με νομοθετική δέσμευση και, στην περίπτωση της Βουλγαρίας, με μηχανισμό αυτόματης αναπροσαρμογής, αντί για κατακερματισμένα, τοπικά επιδόματα «άγονων περιοχών».
Η ελληνική πρακτική να προσθέτει νέα Νοσοκομεία σε έναν κατάλογο εξαιρέσεων, διατηρώντας παράλληλα το βασικό μισθολόγιο ΕΣΥ ουσιαστικά αναλλοίωτο, αντιμετωπίζει το σύμπτωμα και όχι την αιτία. Όταν η δημόσια συζήτηση περιορίζεται στο ποιο Νοσοκομείο θα χαρακτηριστεί άγονο και όχι στο ότι ο ιατρός του ΕΣΥ επιβάλλεται να αμείβεται αξιοπρεπώς, παραδοχή την οποία η κοινωνία, όποτε ερωτήθηκε, αποδέχεται ασμένως, το πρόβλημα των κενών θέσεων θα επανεμφανίζεται, όπως άλλωστε δείχνουν και τα ίδια τα στοιχεία του Νοσοκομείου Χανίων, όπου η μισή σχεδόν προκήρυξη θέσεων έμεινε άκαρπη την τελευταία πενταετία η δε κάλυψη πολλών από αυτές ήταν από ήδη υπηρετούντες επικουρικούς, ακυρώνοντας και μεγάλο μέρος του επιχειρήματος περι αυξημένης συμμετοχής στις προκηρύξεις.
Στο φινάλε, το 2012 όταν ο τότε υπουργός κ. Λοβέρδος περιέκοπτε κατά 47% τις αποδοχές των ιατρών του ΕΣΥ, μας έλεγαν ότι αυτό ήταν απαραίτητο ώστε να μην «καταντήσουν οι μισθοί μας… μισθοί Βουλγαρίας». Η κατάντια είναι γεγονός, τώρα που βλέπει ο Έλληνας ιατρός του ΕΣΥ το μισθολόγιό του να είναι στον πάτο της Ευρωζώνης. Ο Έλληνας ιατρός έχει, εκτός από την αποδεδειγμένη επιστημονική του επάρκεια, αξιοπρέπεια, η οποία επιβάλλεται να του αποδίδεται από εκείνους πουαπαιτούν από αυτόν να κάνει τον «ήρωα» σε ένα σύστημα που παραπαίει από την πεισματική άρνηση των ιθυνόντων να ανταποκριθούν στην πραγματικότητα.
* Ο κ. Αντώνης Κρασουδάκης είναι διευθυντής της Νευροχειρουργικής Κλινικής του Νοσοκομείου Χανίων, εκπρόσωπος του Ιατρικού Συλλόγου Χανίων στον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο
Ακολουθήστε το HANIA.news στο Facebook και στο Twitter

