Η πρώτη δικαστική απόφαση ελληνικού δικαστηρίου που αναγνωρίζει ρητά το σύνδρομο εργασιακής εξουθένωσης (burnout) ως βάση για την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης εκδόθηκε από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Χανίων, το οποίο δικαίωσε παθολόγο – λοιμωξιολόγο και πρώην διευθύντρια της Παθολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Ρεθύμνου, επιδικάζοντάς της αποζημίωση ύψους 20.000 ευρώ.
Πρόκειται για την υπ’ αριθμ. 222/2026 πρωτόδικη απόφαση, η οποία εκτιμάται ότι δημιουργεί νέο νομολογιακό δεδομένο για αντίστοιχες υποθέσεις εργαζομένων που υπέστησαν επαγγελματική εξουθένωση εξαιτίας των συνθηκών εργασίας τους.
Η υπόθεση αφορά την παθολόγο – λοιμωξιολόγο Ελένη Ιωαννίδου, η οποία επί σειρά ετών υπηρέτησε στο ΕΣΥ και κατείχε τη θέση της διευθύντριας της Παθολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου Ρεθύμνου. Σύμφωνα με όσα κρίθηκαν από το δικαστήριο, η γιατρός εργάστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα υπό ιδιαίτερα επιβαρυμένες συνθήκες, αναλαμβάνοντας υπεράριθμες 24ωρες εφημερίες και ταυτόχρονα καθήκοντα στην Παθολογική Κλινική, την κλινική Covid και το Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών, χωρίς να λάβει τις νόμιμες άδειές της.
Καθοριστικό στοιχείο για την έκβαση της υπόθεσης αποτέλεσε το γεγονός ότι η γιατρός είχε επανειλημμένα ενημερώσει εγγράφως τη διοίκηση του νοσοκομείου για τις ελλείψεις προσωπικού, την υπερφόρτωση εργασίας και τους κινδύνους που δημιουργούνταν τόσο για την ίδια όσο και για την ασφάλεια των ασθενών. Όπως υποστήριξε, αντί ουσιαστικής αντιμετώπισης των προβλημάτων, λάμβανε διαρκώς έγγραφα με την ένδειξη «εντέλλεσθε», με τα οποία καλούνταν να συνεχίσει να εκτελεί πρόσθετες εφημερίες και καθήκοντα.
Στο σκεπτικό της απόφασης, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Χανίων έκρινε ότι οι απαιτητικές συνθήκες εργασίας, η συσσωρευμένη κόπωση από την αδιάκοπη απασχόληση και η παράλειψη της διοίκησης να λάβει ουσιαστικά μέτρα για τη βελτίωση των συνθηκών οδήγησαν αποδεδειγμένα την ενάγουσα σε ψυχική και σωματική εξάντληση, δηλαδή σε σύνδρομο εργασιακής εξουθένωσης (burnout). Το δικαστήριο επισήμανε ακόμη ότι, μετά την περίοδο της πανδημίας, δεν υπήρχαν πλέον οι έκτακτοι λόγοι δημοσίου συμφέροντος που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη διατήρηση αυτών των συνθηκών, ενώ έκρινε ότι η διαρκής αποστολή διαταγών «εντέλλεσθε» και η μη χορήγηση των νόμιμων αδειών συνιστούσαν παράνομες πράξεις και παραλείψεις της διοίκησης.
Η γιατρός τελικά παραιτήθηκε το 2022, ύστερα από περίπου 20 χρόνια υπηρεσίας στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορούσε πλέον να ασκήσει με ασφάλεια τα καθήκοντά της υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες. Το δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των παραλείψεων της διοίκησης, της εμφάνισης του burnout και της παραίτησής της, επιδικάζοντάς της χρηματική ικανοποίηση ύψους 20.000 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστη.
Η πληρεξούσια δικηγόρος της γιατρού, Βασιλική Γκόγκου, χαρακτήρισε την απόφαση ιδιαίτερα σημαντική, επισημαίνοντας ότι για πρώτη φορά αναγνωρίζεται δικαστικά πως η διοικητική αδράνεια απέναντι στην επαγγελματική εξουθένωση ιατρού μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη του Δημοσίου και υποχρέωση αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι κάθε υπόθεση αξιολογείται με βάση τα ιδιαίτερα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται στο δικαστήριο.
Η απόφαση είναι πρωτόδικη και αναμένεται να κριθεί και από τα ανώτερα διοικητικά δικαστήρια, ωστόσο ήδη θεωρείται ιδιαίτερης σημασίας για τη νομολογία σχετικά με τις συνθήκες εργασίας στο δημόσιο σύστημα υγείας και τις δικαστικές διεκδικήσεις εργαζομένων που επικαλούνται επαγγελματική εξουθένωση.
Σε πρόσφατη ανάρτησή της η παθολόγος – λοιμωξιολόγος Ελένη Ιωαννίδου σημειώνει:
Μετά από 3 χρόνια και την επιμονή της δικηγόρου μου και φίλης Βασιλικής Γκόγκου Βίκυ Γκόγκου βγήκε η δεύτερη καταδικαστική για το νοσοκομείο Ρεθύμνου απόφαση.
Μετά τον εξαναγκασμό μου σε παραίτηση από τη θέση της διευθύντριας του παθολογικού τμήματος του νοσοκομείου Ρεθύμνου, έκανα αγωγή στη διοίκηση του νοσοκομείου για δύο λόγους.
Ο ένας ήταν η αποζημείωση των αδειών (180 ημερών) που δεν έλαβα, λόγω σταθερής υποστελέχωσης τα τελευταία 5 χρόνια και το δεύτερο και κυριότερο για μένα, η ηθική βλάβη που υπέστην λόγω του εξαναγακγασμου μου σε υπερεφημέρευση, σε συμμετοχή σε διακομιδές διασωληνωμένων ασθενών, σε περικοπή αδειών και ρεπό, την υπερφόρτωση σε πολλαπλές εργασίες και πόστα τα τελευταία έτη, και την έναρξη πειθαρχικής διαδικασίας εις βάρος μου, λόγω της αντίδρασης μου και στάσης μου σε όλα αυτά. Ως αποτέλεσμα οδηγήθηκα σε αδυναμία να κρατήσω ένα επίπεδο στη νοσηλεία των ασθενών μου, την οποία έκρινα επικίνδυνη πολλές φορές και επακόλουθα τη σωματική και ψυχική μου κατάρρευση. Στο πρώτο δικαστήριο δικαιώθηκα για την αποζημείωση των αδειών που μου χρωστούσε με δική του υπαιτιότητα το νοσοκομείο. Και ενώ η ίδια η διοίκηση και ο νομικός της σύμβουλος με προέτρεψαν να διεκδικήσω νομικά την αποζημείωση των αδειών που δεν μπόρεσαν λόγω αυξημένων αναγκών και υποστελέχωσης να μου δώσουν, άσκησαν έφεση στην απόφαση που με δικαιώνει!!!
Λόγω μη συνάφειας των δύο υποθέσεων έγινε δεύτερο δικαστήριο για το θέμα της ηθικής βλάβης στο οποίο δικαιώθηκα επίσης πρόσφατα.
Να σημειωθεί ότι είναι η πρώτη φορά πανελληνίως που γίνεται ένα τέτοιο δικαστήριο με διακύβευμα τον εξαναγκασμό σε παραίτηση λόγω απαράδεκτων εργασιακών συνθηκών στο δημόσιο τομέα. Θεωρώ ότι έχει πολύ μεγάλη σημασία όχι μόνο για τη δική μου δικαίωση με δεδομένο ότι εξαναγκάστηκα λόγω των συνθηκών να παραιτηθώ από μια εργασία που αγαπούσα και είχα επιλέξει αλλά και για δεκάδες παρόμοιες περιπτώσεις που συνάδελφοι οδηγήθηκαν σε παραίτηση για τους ίδιους λόγους.
Παρακάτω παραθέτω το βασικό σκεπτικό της απόφασης η οποία είναι 14 σελίδες και υιοθετεί ουσιαστικά τη δική μου θέση.
«Το Δικαστήριο έκρινε ότι η παρατεταμένη στάση της διοίκησης του νοσοκομείου, η μη ουσιαστική ανταπόκριση στα επανειλημμένα αιτήματα της ενάγουσας και οι ιδιαίτερα επιβαρυμένες συνθήκες εργασίας συνέβαλαν καθοριστικά στη δημιουργία συνδρόμου επαγγελματικής εξουθένωσης (burnout). Διαπίστωσε ότι η ενάγουσα εξάντλησε τα νόμιμα μέσα για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα, χωρίς αποτέλεσμα, και ότι τελικά οδηγήθηκε σε παραίτηση λόγω της ψυχικής και σωματικής επιβάρυνσης που υπέστη.
Ως προς την αποζημίωση, το Δικαστήριο έκρινε ότι στοιχειοθετείται ευθύνη του νοσοκομείου για ηθική βλάβη, λαμβάνοντας υπόψη τη διάρκεια της επιβάρυνσης, τις επιπτώσεις στην υγεία και την επαγγελματική ζωή της ενάγουσας και τη βαρύτητα της παράνομης παράλειψης της διοίκησης. Για τους λόγους αυτούς έκανε δεκτή την αγωγή και επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση ύψους 20.000 ευρώ, με νόμιμο τόκο από 21.08.2023, καθώς και τα δικαστικά έξοδα».
Ακολουθήστε το HANIA.news στο Facebook και στο Twitter

