Όσα κράτησα μέσα μου μέχρι να σε ξαναβρώ
Είναι βράδυ, αργά, και σε βλέπω εκεί, στην άκρη του κρεβατιού, να διαβάζεις με ένα μικρό φακό κάτω από τα σκεπάσματα για να μη σε πάρουν χαμπάρι. Κλείσε το βιβλίο για λίγο. Έλα εδώ.
Θα σου πω κάτι που δεν θα το πιστέψεις: όλα αυτά που φοβάσαι τώρα, σε δέκα, σε είκοσι, σε τριάντα χρόνια, δεν θα τα θυμάσαι καν. Το αγόρι που δεν σου μίλησε στο διάλειμμα. Ο βαθμός στο διαγώνισμα. Το σπυράκι στο πηγούνι τη μέρα της φωτογραφίας. Τίποτα από αυτά. Θα τα έχει σβήσει ο χρόνος, όπως σβήνει η κιμωλία στον πίνακα.
Αυτό που θα μείνει είναι άλλα πράγματα. Η μυρωδιά του γιασεμιού στην αυλή του παππού και της γιαγιάς. Το αρνάκι που σου χάρισαν και το τάιζες με το μπιμπερό. Εκείνο το απόγευμα που έβρεξε ξαφνικά και αντί να τρέξεις, έμεινες στη μέση του δρόμου και γέλασες. Ο ήχος της θάλασσας μέσα από ένα κοχύλι που κρατούσες στο αυτί σου, πείθοντας τον εαυτό σου πως άκουγες τα κύματα.
Τα μικρά, τα ασήμαντα, αυτά που δεν καταγράφονται πουθενά. Αυτά μένουν.
Και μετά, άκου να δεις τι σε περιμένει.
Θα σπουδάσεις. Θα σε κρατήσουν όρθια νύχτες με υπογραμμισμένα βιβλία, εξετάσεις που θα νομίζεις πως δεν θα τις περάσεις. Και θα το πάρεις το πτυχίο, λες και δεν το είχες αμφισβητήσει ποτέ.
Θα ταξιδέψεις. Θα πετάξεις πάνω από τον Ατλαντικό και θα δεις την Αμερική, όχι όπως την είδες στις ταινίες, αλλά όπως είναι πραγματικά: τεράστια, θορυβώδης, γεμάτη αντιθέσεις. Θα σταθείς μπροστά στις πυραμίδες της Αιγύπτου και θα σωπάσεις. Θα κοιτάξεις πέτρες που κράτησαν μέσα τους χιλιάδες χρόνια ανθρώπινης ιστορίας και θα αναρωτηθείς πόσα χέρια τις άγγιξαν πριν από σένα.
Θα περπατήσεις σε μουσεία και θα σταθείς μπροστά σε πίνακες που μέχρι τότε υπήρχαν μόνο στις σελίδες βιβλίων. Θα ανέβεις στον πύργο του Άιφελ, θα κοιτάξεις το Παρίσι από ψηλά και θα νιώσεις μικρή και τεράστια μαζί. Θα ταΐσεις τους γλάρους στον Βόσπορο και για μια στιγμή θα σκεφτείς: «Τώρα ζω».
Και θα καταλάβεις κάτι: πως ο κόσμος είναι πολύ μεγαλύτερος από τους φόβους σου. Πως υπάρχουν τόσα πολλά να δεις, τόσα πολλά να νιώσεις, τόσα πολλά που δεν έχεις καν φανταστεί. Αλλά θα μάθεις πως τα πιο σημαντικά ταξίδια δεν είναι πάντα αυτά που σε πηγαίνουν μακριά. Είναι αυτά που σε φέρνουν πιο κοντά σε όσους αγαπάς.
Και η ζωή θα σου φέρει ευλογίες που δεν μπορείς καν να συλλάβεις τώρα. Η αδερφή σου θα σου χαρίσει μια υπέροχη ανιψιά, το σπουδαιότερο δώρο στη ζωή σου. Θα κρατήσεις στα χέρια σου ένα τόσο δα πλάσμα και θα καταλάβεις πως η καρδιά σου μπορεί να μεγαλώσει ακαριαία, χωρώντας μια αγάπη χωρίς όρους.
Και μην ανησυχείς για τις παρέες σου. Οι φίλοι που έχεις τώρα, οι αγαπημένοι σου, θα μείνουν δίπλα σου. Θα μεγαλώσετε μαζί. Κι ύστερα θα έρθουν κι άλλοι, που δεν χωράει ο νους σου ακόμα, και οι περισσότεροι θα ριζώσουν στη ζωή σου. Θα γίνουν η σταθερά σου.
Θα γνωρίσεις κάποιους που θα θαυμάζεις, που θα σε κάνουν να πιστεύεις πως ανήκουν σε έναν άλλο κόσμο. Και θα ανακαλύψεις πως πίσω από τον καθένα υπάρχει κάποιος που ελπίζει και ονειρεύεται με αϋπνίες και φόβους. Θα τους συναντήσεις, θα μιλήσεις μαζί τους, θα γελάσεις μαζί τους και θα καταλάβεις πως ακόμα και οι σημαντικοί άνθρωποι είναι κι εκείνοι γήινοι.
Κι ύστερα, θα διασταυρωθείς με ψυχές που κανείς δεν θα γράψει ποτέ γι’ αυτές. Μια κυρία σε ένα ορεινό καφενείο που θα σου προσφέρει γλυκό του κουταλιού και θα σου πει την ιστορία της ζωής της. Έναν παππού που θα σου δείξει τα αμπέλια του και θα σου μάθει να κοιτάς τον καρπό πριν τον γευτείς. Ένα κορίτσι που θα σου χαρίσει ένα βραχιολάκι στις όχθες του Θερμαϊκού.
Αυτοί δεν θα μπουν στις εφημερίδες. Θα μπουν μέσα σου.
Θα αγαπήσεις βαθιά. Θα ερωτευτείς με τρόπο που θα σε τρομάξει. Θα νιώσεις την καρδιά σου να χτυπάει τόσο δυνατά που θα νομίζεις πως θα σπάσει τα πλευρά σου. Θα περιμένεις ένα μήνυμα σαν να κρέμεται από αυτό η ζωή σου.
Θα μπερδέψεις την ένταση με την αγάπη και την ανάγκη με την αλήθεια και θα το καταλάβεις πολύ αργότερα, όταν πια θα έχει καταλαγιάσει η ζάλη. Θα πονέσεις όσο δεν πίστευες πως αντέχει το σώμα σου. Θα κλάψεις μέχρι να μη σου μείνει ανάσα. Αλλά κάθε αγάπη θα σου αφήσει κάτι που θα το βρίσκεις χρόνια μετά, εκεί που δεν το περιμένεις.
Και κάποια στιγμή θα καταλάβεις πως δεν χρειάζεται να γίνεις κάτι άλλο για να αξίζεις. Θα περάσουν χρόνια μέχρι να σταματήσεις να κοιτάζεις τον εαυτό σου με τα μάτια των άλλων. Θα μάθεις πως δεν χρειάζεται να μικρύνεις για να χωρέσεις κάπου. Δεν χρειάζεται να γίνεις πιο εύκολη, πιο ήσυχη, πιο βολική για να αγαπηθείς.
Η ευαισθησία σου δεν ήταν ποτέ αδυναμία. Ήταν ο τρόπος σου να βλέπεις τον κόσμο.
Θα θυμώσεις με την αδικία. Θα νιώσεις την καρδιά σου να σφίγγει και το αίμα σου να βράζει μπροστά στο άδικο, είτε αφορά εσένα, είτε άλλους που δεν γνώρισες ποτέ. Μη φοβηθείς αυτόν τον θυμό. Δεν θα σε κάνει σκληρή. Θα γίνει η πυξίδα σου για να ξέρεις πάντα με ποιο μέρος της ιστορίας θέλεις να είσαι.
Μην ξεχάσεις ποτέ το κορίτσι που είσαι τώρα. Εκείνο που κάθεται σταυροπόδι στο πάτωμα και ζωγραφίζει φτερά γιατί θέλει να πετάξει. Εκείνο που πιστεύει πως τα σύννεφα είναι φτιαγμένα από ζαχαρωτό και πως μια μέρα θα τα αγγίξει.
Αυτή την αγνότητα να την κρατήσεις.
Γιατί η δύναμή σου δεν θα είναι ποτέ μόνο στα φώτα, στα χειροκροτήματα ή σε όσους θα γνωρίσεις. Η δύναμή σου θα είναι στις λέξεις. Σε εκείνες που διαβάζεις τώρα κρυφά με τον φακό και σε κάνουν να κλαις χωρίς να ξέρεις γιατί. Σε εκείνες που θα γράψεις αργότερα για να κρατήσεις όσα χάνονται.
Και θα είναι και στην αφή. Στο χέρι που απλώνεται πριν από τη σκέψη. Στην αγκαλιά που γίνεται σπίτι. Στο χάδι που μένει στο δέρμα αφού ο άλλος έχει φύγει. Αυτά δεν μαθαίνονται. Τα κουβαλάς ήδη.
Θα κάνεις λάθη. Θα πέσεις. Θα πεις πως δεν αντέχεις. Και θα σηκωθείς. Θα υπάρξουν μέρες που θα ψάχνεις μέσα σου το κορίτσι που ήσουν και θα νομίζεις πως το έχασες. Δεν θα το έχεις χάσει. Θα είναι εκεί, απλώς θα έχει μεγαλώσει μαζί σου.
Θα μάθεις πως ο φόβος μπορεί να υπάρχει και εσύ να συνεχίζεις.
Θα χορέψεις μόνη σου στο σαλόνι. Θα τραγουδήσεις φάλτσα. Θα κοιτάξεις τον ουρανό ψάχνοντας τον Βέγα. Θα φας κεράσια κατευθείαν από τον κήπο. Θα αγαπήσεις ψυχές που θα φύγουν και θα μείνουν μέσα σου σαν αποτύπωμα.
Θα γράψεις. Θα γράψεις για να καταλάβεις. Για να θυμηθείς. Για να πεις «σ’ αγαπώ» σε ανθρώπους που δεν είναι πια εδώ, αλλά και σε εκείνους που είναι. Για να κρατήσεις ζωντανή τη διαδρομή σου.
Και μια μέρα, ένα βράδυ σαν κι απόψε, θα κάτσεις και θα γράψεις ένα γράμμα στο κορίτσι που ήσουν. Και θα χαμογελάσεις. Γιατί θα έχεις καταλάβει πως όλα, μα όλα, ήταν ένας τρόπος να φτάσεις εδώ.
Μην κλείσεις ακόμα τον φακό. Διάβασε λίγο ακόμα.
Και μετά κοιμήσου ήσυχη.
Εγώ είμαι εδώ. Σε περιμένω.
Ακολουθήστε το HANIA.news στο Facebook και στο Twitter

