Σημαντικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι βραχυχρόνιες μισθώσεις ακινήτων στο πλαίσιο του ΦΠΑ φέρνει η Οδηγία (ΕΕ) 2025/516 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία αποτελεί μέρος της ευρωπαϊκής μεταρρύθμισης «VAT in the Digital Age» (ViDA).
Η Οδηγία τροποποιεί το ισχύον ευρωπαϊκό πλαίσιο για τον ΦΠΑ, εισάγοντας νέους κανόνες τόσο για τη φορολογική μεταχείριση των βραχυχρόνιων μισθώσεων όσο και για τον ρόλο των ψηφιακών πλατφορμών, όπως η Airbnb και η Booking.com. Παράλληλα, αφήνει στα κράτη-μέλη περιθώριο να καθορίσουν, μέσω της εθνικής τους νομοθεσίας, τα ειδικότερα κριτήρια, τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς εφαρμογής ορισμένων διατάξεων.
Η Οδηγία δεν θεσπίζει νέο αυτοτελή φόρο ούτε επιβάλλει ενιαίο ευρωπαϊκό συντελεστή ΦΠΑ για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις. Εισάγει, όμως, ουσιαστικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζονται οι κανόνες του ΦΠΑ στις υπηρεσίες αυτές και καθιερώνει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τον μηχανισμό του «θεωρούμενου προμηθευτή» (deemed supplier) για τις ψηφιακές πλατφόρμες.
Η ΕΕ επικαλείται στρέβλωση του ανταγωνισμού
Στις αιτιολογικές σκέψεις της Οδηγίας επισημαίνεται ότι η ταχεία ανάπτυξη της οικονομίας των ψηφιακών πλατφορμών έχει δημιουργήσει δυσκολίες στην εφαρμογή των κανόνων ΦΠΑ, τόσο ως προς τον προσδιορισμό του φορολογικού καθεστώτος του παρόχου όσο και ως προς τη διασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού.
Χαρακτηριστικά αναφέρεται: «Η οικονομία της πλατφόρμας έχει οδηγήσει σε αδικαιολόγητη στρέβλωση του ανταγωνισμού μεταξύ, αφενός, των παροχών υπηρεσιών που πραγματοποιούνται διαδικτυακά μέσω πλατφορμών και δεν υπόκεινται σε ΦΠΑ και, αφετέρου, των παροχών υπηρεσιών που πραγματοποιούνται μέσω της παραδοσιακής οικονομίας και υπόκεινται σε ΦΠΑ. Η στρέβλωση είναι εντονότερη στους δύο μεγαλύτερους τομείς της οικονομίας της πλατφόρμας, εξαιρουμένου του ηλεκτρονικού εμπορίου, δηλαδή στον τομέα της βραχυχρόνιας μίσθωσης ακινήτων και στον τομέα της οδικής μεταφοράς επιβατών. Αναγνωρίζεται, ωστόσο, ότι η στρέβλωση αυτή μπορεί να είναι πιο εμφανής σε ορισμένα κράτη μέλη σε σχέση με άλλα».
Με βάση αυτή την αιτιολόγηση, η Οδηγία προχωρά σε αλλαγές που αποσκοπούν στην προσαρμογή του συστήματος ΦΠΑ στη λειτουργία των ψηφιακών πλατφορμών.
Ο νέος ρόλος των ψηφιακών πλατφορμών
Κεντρικό στοιχείο της μεταρρύθμισης αποτελεί η εισαγωγή του κανόνα του «θεωρούμενου προμηθευτή».
Η ίδια η Οδηγία αναφέρει: «Για να αντιμετωπιστεί η στρέβλωση του ανταγωνισμού στον τομέα της βραχυχρόνιας μίσθωσης ακινήτων και στον τομέα της οδικής μεταφοράς επιβατών, θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες ώστε να αλλάξει ο ρόλος που διαδραματίζουν οι πλατφόρμες στην είσπραξη του ΦΠΑ, μετατρέποντάς τους σε “θεωρούμενο προμηθευτή”. Σύμφωνα με το μοντέλο θεωρούμενου προμηθευτή, το οποίο είναι ένα πλάσμα δικαίου που δεν έχει αντίκτυπο σε κανόνες μη εμπίπτοντες στη νομοθεσία για τον ΦΠΑ, οι πλατφόρμες θα πρέπει να υποχρεούνται να χρεώνουν ΦΠΑ όταν οι υποκείμενοι πάροχοι δεν χρεώνουν ΦΠΑ, διότι είναι, για παράδειγμα, μη υποκείμενοι ή υποκείμενοι στον φόρο που κάνουν χρήση του ειδικού καθεστώτος για τις μικρές επιχειρήσεις».
Η αρχή αυτή αποτυπώνεται και στο δεσμευτικό μέρος της Οδηγίας. Συγκεκριμένα, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται, η ψηφιακή πλατφόρμα θεωρείται, αποκλειστικά για σκοπούς ΦΠΑ, ότι έχει λάβει την υπηρεσία από τον πραγματικό πάροχο και ότι την έχει παράσχει η ίδια στον τελικό πελάτη.
Πότε δεν εφαρμόζεται ο κανόνας
Η Οδηγία προβλέπει ότι ο μηχανισμός του «θεωρούμενου προμηθευτή» δεν ενεργοποιείται όταν ο πραγματικός πάροχος:
- έχει γνωστοποιήσει στην πλατφόρμα τον προβλεπόμενο αριθμό φορολογικού μητρώου ΦΠΑ και
- έχει δηλώσει ότι ο ίδιος θα χρεώσει τον οφειλόμενο ΦΠΑ για τη συγκεκριμένη παροχή.
Όπως αναφέρεται: «Για να διαφυλαχθεί η ουδετερότητα του ΦΠΑ, οι πλατφόρμες δεν θα πρέπει να λογίζονται “θεωρούμενοι προμηθευτές” και, ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να χρεώνουν ΦΠΑ, όταν οι υποκείμενοι προμηθευτές παρέχουν αριθμό φορολογικού μητρώου ΦΠΑ και δηλώνουν ότι θα χρεώσουν τον ΦΠΑ που διαφορετικά θα όφειλε ο θεωρούμενος προμηθευτής».
Οι δύο αυτές προϋποθέσεις είναι σωρευτικές.
Εξαίρεση για το ειδικό καθεστώς μικρών επιχειρήσεων
Η Οδηγία δίνει επίσης στα κράτη-μέλη τη δυνατότητα να εξαιρούν από τον κανόνα του «θεωρούμενου προμηθευτή» παροχές που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του ειδικού καθεστώτος μικρών επιχειρήσεων, εφόσον εκτιμούν ότι στην επικράτειά τους δεν υφίσταται η στρέβλωση του ανταγωνισμού που περιγράφεται στις αιτιολογικές σκέψεις.
Συγκεκριμένα αναφέρεται: «Όταν τα κράτη μέλη θεωρούν ότι δεν υπάρχει τέτοια στρέβλωση του ανταγωνισμού στην επικράτειά τους, είναι σκόπιμο να τους δοθεί η δυνατότητα να εξαιρούν από το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανόνα τους υποκείμενους στον φόρο που κάνουν χρήση εντός του εδάφους τους του ειδικού καθεστώτος για τις μικρές επιχειρήσεις, οι οποίοι διαφορετικά θα υπάγονταν αυτόματα στον κανόνα του “θεωρούμενου προμηθευτή”. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να καθορίζουν τους όρους υπό τους οποίους γίνεται χρήση της εν λόγω δυνατότητας».
Η δυνατότητα αυτή αφορά αποκλειστικά το ειδικό καθεστώς μικρών επιχειρήσεων και όχι γενικά όλες τις βραχυχρόνιες μισθώσεις.
Το κριτήριο των 30 διανυκτερεύσεων
Ιδιαίτερη σημασία έχει η νέα διάταξη για τη βραχυχρόνια μίσθωση ακινήτων.
Η Οδηγία προβλέπει: «Για να διασφαλιστεί ένας ελάχιστος βαθμός συνέπειας μεταξύ των διαφόρων εθνικών συστημάτων ΦΠΑ όσον αφορά τη μεταχείριση της παροχής υπηρεσιών βραχυχρόνιας μίσθωσης ακινήτων, η εν λόγω υπηρεσία μίσθωσης θα πρέπει να θεωρείται ότι έχει παρόμοια λειτουργία με τον ξενοδοχειακό τομέα εάν είναι συνεχής, παρέχεται στο ίδιο πρόσωπο και για μέγιστο χρονικό διάστημα 30 διανυκτερεύσεων. Ωστόσο, για να υπάρχει προσαρμογή στις εθνικές ιδιαιτερότητες του τομέα, θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στα κράτη μέλη να εντάσσουν τις υπηρεσίες βραχυχρόνιας μίσθωσης καταλύματος, θέτοντας ορισμένα κριτήρια, προϋποθέσεις και περιορισμούς, σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία».
Η αρχή αυτή ενσωματώνεται και στο δεσμευτικό μέρος της Οδηγίας, το οποίο προβλέπει ότι, για τους σκοπούς του κοινού συστήματος ΦΠΑ, η συνεχής μίσθωση καταλύματος στο ίδιο πρόσωπο για χρονικό διάστημα έως 30 διανυκτερεύσεων θεωρείται ότι έχει παρόμοια λειτουργία με τον ξενοδοχειακό τομέα, με την επιφύλαξη των κριτηρίων, των προϋποθέσεων και των περιορισμών που θα καθορίσει κάθε κράτος-μέλος.
Η Οδηγία δεν καθορίζει ποια θα είναι αυτά τα εθνικά κριτήρια ούτε προδικάζει τον τρόπο με τον οποίο θα τα ενσωματώσει κάθε κράτος-μέλος στην εσωτερική του νομοθεσία.
Πότε τίθενται σε εφαρμογή οι αλλαγές
Η Οδηγία προβλέπει ότι τα κράτη-μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν τις αναγκαίες διατάξεις για τη μεταφορά των νέων κανόνων στο εθνικό τους δίκαιο έως τις 30 Ιουνίου 2028, ενώ οι σχετικές ρυθμίσεις εφαρμόζονται, κατά γενικό κανόνα, από την 1η Ιουλίου 2028.
Ειδικά, όμως, για τον κανόνα του «θεωρούμενου προμηθευτή» που αφορά τις ψηφιακές πλατφόρμες, προβλέπεται μεταβατική ευχέρεια: κάθε κράτος-μέλος μπορεί να τον θέσει σε εφαρμογή οποτεδήποτε από την 1η Ιουλίου 2028 έως και την 1η Ιανουαρίου 2030, οπότε και θα πρέπει να εφαρμόζεται υποχρεωτικά.
Κατά συνέπεια, η ακριβής ημερομηνία εφαρμογής του συγκεκριμένου κανόνα στην Ελλάδα θα καθοριστεί με τη νομοθεσία που θα μεταφέρει την Οδηγία στο ελληνικό δίκαιο.
OJ_L_202500516_EL_TXTΑκολουθήστε το HANIA.news στο Facebook και στο Twitter

