Η κλιματική αλλαγή μεταβάλλει ήδη σημαντικά το υδατικό ισοζύγιο της Μεσογείου και ιδιαίτερα των περιοχών που αντιμετωπίζουν υψηλές θερμοκρασίες, παρατεταμένες περιόδους ξηρασίας και αυξανόμενη ζήτηση νερού για γεωργία, τουρισμό και οικιακή κατανάλωση.
Η Κρήτη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η γεωργία του νησιού, με κυρίαρχες καλλιέργειες την ελιά, το αμπέλι, τα εσπεριδοειδή, το αβοκάντο (τα τελευταία χρόνια) και τα κηπευτικά, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την άρδευση, ενώ παράλληλα η τουριστική ανάπτυξη αυξάνει περαιτέρω την εποχική ζήτηση νερού. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τις υπάρχουσες μελέτες το 75-80% των υδάτινων πόρων της Κρήτης δαπανάται σήμερα στη γεωργία.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων αστικών λυμάτων για γεωργική άρδευση δεν πρέπει πλέον να αντιμετωπίζεται ως μια περιβαλλοντική «εναλλακτική» αλλά ως ένα σημαντικό εργαλείο προσαρμογής στην κλιματική κρίση (climate change adaptation). Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη θεσπίσει τον Κανονισμό (ΕΕ) 2020/741, ο οποίος καθορίζει ελάχιστες απαιτήσεις ποιότητας, παρακολούθησης και διαχείρισης κινδύνων για την ασφαλή επαναχρησιμοποίηση ανακτημένου νερού στη γεωργία. Ο Κανονισμός εφαρμόζεται από τον Ιούνιο του 2023 και έχει ως έναν από τους βασικούς στόχους του την αντιμετώπιση της λειψυδρίας και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή. Για την Κρήτη, επομένως, το ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να αξιοποιηθεί το ανακτημένο νερό, αλλά πώς μπορεί να γίνει αυτό με ασφάλεια, οικονομική βιωσιμότητα και κοινωνική αποδοχή.
Η τεχνολογία επεξεργασίας και παραγωγής ανακτημένου νερού
Τα αστικά λύματα που καταλήγουν σε μια εγκατάσταση επεξεργασίας υγρών αποβλήτων υφίστανται συνήθως διαδοχικά στάδια επεξεργασίας. Η πρωτοβάθμια επεξεργασία απομακρύνει στερεά και αιωρούμενα υλικά, ενώ η δευτεροβάθμια βιολογική επεξεργασία μειώνει σημαντικά το οργανικό φορτίο μέσω μικροοργανισμών. Για άρδευση όμως, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για καλλιέργειες που σχετίζονται με την ανθρώπινη διατροφή, απαιτείται κατάλληλη τριτοβάθμια ή προχωρημένη επεξεργασία. Σε αυτή μπορούν να περιλαμβάνονται απομάκρυνση αζώτου και φωσφόρου, διύλιση ή μικροδιήθηση, απολύμανση με υπεριώδη ακτινοβολία (UV), χλωρίωση ή άλλες τεχνολογίες. Σε απαιτητικότερες εφαρμογές μπορούν να χρησιμοποιηθούν μεμβράνες, όπως ultrafiltration ή reverse osmosis.
Ο στόχος δεν είναι απλώς να παραχθεί «καθαρότερο» νερό, αλλά νερό συγκεκριμένης και ελεγχόμενης ποιότητας, κατάλληλο για τη συγκεκριμένη καλλιέργεια. Ο ευρωπαϊκός κανονισμός προβλέπει ελάχιστες απαιτήσεις ποιότητας και συχνότητας παρακολούθησης, καθώς και υποχρεωτική προσέγγιση διαχείρισης κινδύνων. Η επέκταση της επαναχρησιμοποίησης στην Κρήτη θα πρέπει να συνοδεύεται από αναβάθμιση των εγκαταστάσεων επεξεργασίας αστικών λυμάτων όπου απαιτείται, δεξαμενές αποθήκευσης, ξεχωριστά δίκτυα διανομής και συστήματα ελέγχου της ποιότητας του νερού.
Η επίπτωση της κλιματικής αλλαγής στους υδάτινους πόρους της Κρήτης
Η κλιματική κρίση αποτελεί μία από τις σημαντικότερες περιβαλλοντικές και αναπτυξιακές προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η Κρήτη. Το νησί διαθέτει περιορισμένους υδατικούς πόρους και χαρακτηρίζεται από έντονη εποχικότητα στις βροχοπτώσεις, με αποτέλεσμα η διαθεσιμότητα νερού να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις βροχοπτώσεις και χιονοπτώσεις του χειμώνα. Η άνοδος της θερμοκρασίας, η μεταβολή των βροχομετρικών προτύπων και η συχνότερη εμφάνιση παρατεταμένων περιόδων ξηρασίας επιδεινώνουν σταδιακά αυτή την ευάλωτη κατάσταση.
Μία από τις σημαντικότερες επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης είναι η μείωση της φυσικής αναπλήρωσης των υπόγειων υδροφορέων. Οι μικρότερες και περισσότερο ακανόνιστες βροχοπτώσεις περιορίζουν την ποσότητα νερού που διεισδύει στο έδαφος και ανατροφοδοτεί τα υπόγεια υδατικά συστήματα. Παράλληλα, οι υψηλότερες θερμοκρασίες αυξάνουν την εξατμισοδιαπνοή, με αποτέλεσμα μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου νερού να χάνεται στην ατμόσφαιρα. Εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών αναφέρουν ότι η κλιματική κρίση θα έχει σαν αποτέλεσμα τα προσεχή 20-30 χρόνια τη μείωση της διαθεσιμότητας υδάτινων πόρων στη Κρήτη κατά 20-30%.
Άποψη του ποταμού Ρήνου. Η μεγάλη ξηρασία το καλοκαίρι αυτό στην Ευρώπη λόγω κλιματικής κρίσης έχει μειώσει σημαντικά τη ροή υδάτων στο ποταμό. Η πρωτοφανής ξηρασία έχει περιορίσει τις ποτάμιες μεταφορές ενώ πυρηνικοί σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής έχουν περιορίσει τη λειτουργία τους λόγω έλλειψης νερού ψύξεως των αντιδραστήρων τους. Τέτοιες ακραίες καταστάσεις στη διαθεσιμότητα υδάτινων πόρων είναι πιθανόν να δούμε τα επόμενα χρόνια, λόγω κλιματικής κρίσης, και στη Κρήτη.
Τα πλεονεκτήματα
Το σημαντικότερο πλεονέκτημα της επαναχρησιμοποίησης επεξεργασμένων λυμάτων είναι η εξοικονόμηση γλυκού νερού. Κάθε κυβικό μέτρο ανακτημένου νερού που χρησιμοποιείται για άρδευση μπορεί, ανάλογα με την τοπική υδρολογία, να αντικαταστήσει αντίστοιχη ποσότητα νερού από γεωτρήσεις, πηγές, φράγματα ή άλλες συμβατικές πηγές. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην Κρήτη, όπου η υπεράντληση μπορεί να οδηγήσει σε πτώση της στάθμης των υπόγειων υδροφορέων και, στις παράκτιες περιοχές, σε υφαλμύρινση.
Η ελληνική νομοθεσία για την επαναχρησιμοποίηση έχει άλλωστε ως βασικό σκοπό την εξοικονόμηση υδατικών πόρων και την αντιμετώπιση της λειψυδρίας και της ξηρασίας που αναμένεται να επιδεινωθούν λόγω της κλιματικής αλλαγής. Ένα δεύτερο σημαντικό πλεονέκτημα είναι η αξιοπιστία της παροχής. Σε αντίθεση με τις βροχοπτώσεις και τις φυσικές επιφανειακές απορροές, η παραγωγή αστικών λυμάτων συνδέεται κυρίως με τον πληθυσμό και τη δραστηριότητα μιας περιοχής.
Επομένως, το ανακτημένο νερό μπορεί να αποτελεί σχετικά σταθερή πηγή κατά τη διάρκεια της αρδευτικής περιόδου, ακριβώς όταν η ζήτηση είναι μεγαλύτερη και η φυσική διαθεσιμότητα νερού μικρότερη. Τρίτο πλεονέκτημα είναι η ανάκτηση θρεπτικών στοιχείων. Το ανακτημένο νερό μπορεί να περιέχει άζωτο, φώσφορο και κάλιο, τα οποία μπορούν, όταν λαμβάνονται υπόψη στον σχεδιασμό της λίπανσης, να μειώσουν την ανάγκη χρήσης ανόργανων λιπασμάτων. Τέλος, η επαναχρησιμοποίηση δημιουργεί μια κυκλική οικονομία νερού: το νερό χρησιμοποιείται στην πόλη, επεξεργάζεται, επιστρέφει στη γεωργία και ένα μέρος του επιστρέφει στον υδρολογικό κύκλο. Πρόκειται για μια πολύ πιο ορθολογική προσέγγιση από την απλή απόρριψη των επεξεργασμένων λυμάτων στη θάλασσα.
Μειονεκτήματα και κίνδυνοι
Η επαναχρησιμοποίηση δεν είναι χωρίς κινδύνους. Ο σημαντικότερος αφορά τη δημόσια υγεία. Εάν η επεξεργασία και η απολύμανση είναι ανεπαρκείς, παθογόνοι μικροοργανισμοί μπορεί να μεταφερθούν στο έδαφος, στα φυτά ή στους εργαζομένους. Υπάρχουν επίσης χημικοί κίνδυνοι. Τα αστικά λύματα μπορεί να περιέχουν ίχνη φαρμακευτικών ουσιών, προϊόντων προσωπικής φροντίδας, βιοκτόνων, βαρέων μετάλλων και άλλων μικρορύπων. Για τον λόγο αυτό απαιτείται συστηματική παρακολούθηση όχι μόνο του νερού αλλά, όπου χρειάζεται, του εδάφους και των καλλιεργειών. Διεθνείς οργανισμοί υπογραμμίζουν ότι η ασφαλής χρήση μη συμβατικών υδατικών πόρων πρέπει να προστατεύει τόσο τη δημόσια υγεία όσο και τη μακροπρόθεσμη ποιότητα του περιβάλλοντος. Ένας άλλος κίνδυνος είναι η συσσώρευση αλάτων. Στην Κρήτη, όπου ορισμένες περιοχές αντιμετωπίζουν ήδη προβλήματα υφαλμύρινσης, η ηλεκτρική αγωγιμότητα του ανακτημένου νερού πρέπει να παρακολουθείται στενά. Η μακροχρόνια χρήση νερού με αυξημένη αλατότητα μπορεί να υποβαθμίσει το έδαφος και να επηρεάσει ευαίσθητες καλλιέργειες. Υπάρχουν επίσης οικονομικά μειονεκτήματα. Η τριτοβάθμια επεξεργασία, η απολύμανση, η αποθήκευση, η άντληση και κυρίως η κατασκευή δικτύων μεταφοράς δημιουργούν σημαντικό αρχικό και λειτουργικό κόστος.
Η επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων λυμάτων για άρδευση σήμερα στην Κρήτη
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα επαναχρησιμοποίησης επεξεργασμένων αστικών λυμάτων στην Κρήτη βρίσκεται στον Δήμο Ηρακλείου, μέσω της Δημοτικής επιχείρησης ύδρευσης αποχέτευσης Ηρακλείου. Το έργο «Προσθήκη Τριτοβάθμιας Επεξεργασίας στις Εγκαταστάσεις Επεξεργασίας Λυμάτων Ηρακλείου και Αξιοποίηση της εκροής για άρδευση» προβλέπει την παραγωγή περίπου 30.000 m³ ανακτημένου νερού ημερησίως, επιπλέον των περίπου 6.000 m³/ημέρα που ήδη υφίστανται τριτοβάθμια επεξεργασία. Το νερό προορίζεται για άρδευση ελαιώνων, αμπελώνων και περιαστικού πρασίνου. Το έργο περιλαμβάνει περίπου 33 χλμ δικτύων και πέντε δεξαμενές άρδευσης. Αντίστοιχη προσπάθεια βρίσκεται σε εξέλιξη στον Δήμο Χερσονήσου, όπου προβλέπεται αναβάθμιση των εγκαταστάσεων επεξεργασίας λυμάτων Χερσονήσου και Μαλίων με συστήματα υπερδιήθησης, ώστε η επεξεργασμένη εκροή να μπορεί να χρησιμοποιείται για άρδευση.
Συνεπώς η επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων αστικών λυμάτων για γεωργική άρδευση έχει ήδη εφαρμοστεί σε περιορισμένη κλίμακα στην Κρήτη, ενώ το σημαντικότερο έργο μεγάλης κλίμακας βρίσκεται σήμερα σε εξέλιξη στον Δήμο Ηρακλείου. Το έργο αυτό αναμένεται να δημιουργήσει έναν σημαντικό νέο υδατικό πόρο για την άρδευση δενδρωδών καλλιεργειών και να περιορίσει την άντληση υπόγειου νερού. Εάν δεχθούμε ότι θα συλλέγονται, επεξεργάζονται και επαναχρησιμοποιούνται για άρδευση τα λύματα του 80% του πληθυσμού της Κρήτης ο ετήσιος όγκος τους ανέρχεται σε περίπου 40 εκατ. κυβικά μέτρα. Η ποσότητα αυτή δεν είναι μεγάλη αλλά δεν είναι και αμελητέα. Και το κυριότερο είναι διαθέσιμη ανεξαρτήτως βροχοπτώσεων και χιονοπτώσεων στο νησί.
Άποψη της εγκατάστασης επεξεργασίας λυμάτων σε Μάλια και Σταλίδα στο Νομό Ηρακλείου. Τα κατάλληλα επεξεργασμένα λύματα χρησιμοποιούνται για άρδευση των παρακείμενων ελαιώνων.
Η εμπειρία άλλων μεσογειακών χωρών
Η Κρήτη δεν χρειάζεται να ξεκινήσει από το μηδέν. Υπάρχει σημαντική εμπειρία σε άλλες χώρες της Μεσογείου.
Α) Το Ισραήλ αποτελεί ίσως το πιο προηγμένο παράδειγμα. Η επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων λυμάτων έχει ενσωματωθεί στον εθνικό σχεδιασμό υδατικών πόρων και χρησιμοποιείται σε μεγάλη κλίμακα για γεωργικούς σκοπούς. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αναφέρει ότι περίπου 85% των επεξεργασμένων λυμάτων στο Ισραήλ επαναχρησιμοποιούνται.
Β) Η Κύπρος είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον παράδειγμα για την Κρήτη, λόγω της νησιωτικότητας και της παρόμοιας πίεσης από ξηρασία και τουρισμό. Η χώρα επαναχρησιμοποιεί πάνω από 90% των επεξεργασμένων αστικών λυμάτων, ενώ το ανακτημένο νερό χρησιμοποιείται σε μεγάλο βαθμό στη γεωργία.
Γ) Στη Μάλτα, η επαναχρησιμοποίηση έχει επίσης εξελιχθεί σημαντικά, με περίπου 60% των επεξεργασμένων λυμάτων να επαναχρησιμοποιούνται σύμφωνα με ευρωπαϊκά στοιχεία.
Δ) Στην Ισπανία, η επαναχρησιμοποίηση είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένη σε περιοχές όπως η Βαλένθια, η Μούρθια και η Ανδαλουσία, όπου το ανακτημένο νερό χρησιμοποιείται σημαντικά για γεωργική άρδευση.
Η εμπειρία αυτή δείχνει ότι η τεχνολογία είναι διαθέσιμη. Το βασικό ζήτημα είναι η δημιουργία κατάλληλου θεσμικού, οικονομικού και κοινωνικού πλαισίου.
Κίνητρα προς τους αγρότες της Κρήτης
Το σημαντικότερο λάθος θα ήταν να ζητηθεί από τους αγρότες να αναλάβουν μόνοι τους το κόστος της μετάβασης. Η πολιτεία και οι φορείς ύδρευσης πρέπει να δημιουργήσουν οικονομικά κίνητρα. Πρώτον, θα μπορούσε να θεσπιστεί χαμηλή αρχική τιμή ανά κυβικό μέτρο ανακτημένου νερού, ειδικά κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας κάθε συστήματος. Δεύτερον, θα μπορούσε να δοθεί επιδότηση για τη σύνδεση του καλλιεργητή με το δίκτυο ανακτημένου νερού και για την εγκατάσταση στάγδην άρδευσης, φίλτρων, δεξαμενών και αυτοματισμών. Τρίτον, οι αγρότες που χρησιμοποιούν πιστοποιημένα ανακτημένο νερό θα μπορούσαν να λαμβάνουν πρόσθετη ενίσχυση μέσω γεωργοπεριβαλλοντικών προγραμμάτων ή της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Η ενίσχυση θα μπορούσε να συνδέεται με πραγματική εξοικονόμηση υπόγειου ή επιφανειακού νερού. Τέταρτον, είναι σημαντικό να προσφέρεται στους αγρότες δωρεάν ή χαμηλού κόστους εργαστηριακή παρακολούθηση νερού και εδάφους. Αυτό μειώνει τον οικονομικό κίνδυνο και αυξάνει την εμπιστοσύνη. Η κοινωνική αποδοχή είναι εξίσου σημαντική. Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε περιοχή της Κρήτης όπου υπήρχε ήδη σύστημα επαναχρησιμοποίησης επεξεργασμένων αστικών λυμάτων για ελαιώνες, το 77,4% των αγροτών αντιμετώπιζε θετικά το ανακτημένο νερό για την άρδευση ελαιόδεντρων.
Τιμολογιακή πολιτική
Η τιμή είναι ίσως το πιο κρίσιμο στοιχείο. Το ανακτημένο νερό δεν πρέπει ούτε να παρέχεται μόνιμα δωρεάν ούτε να τιμολογείται τόσο ακριβά ώστε να χάνει το οικονομικό του πλεονέκτημα έναντι των συμβατικών πηγών. Μια κατάλληλη πολιτική για την Κρήτη θα μπορούσε να βασιστεί σε κλιμακωτή τιμολόγηση. Για παράδειγμα, μια βασική τιμή της τάξης των 0,10–0,15 €/m³ θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως σημείο εκκίνησης σε πιλοτικά έργα, με την τελική τιμή να καθορίζεται μετά από πραγματική ανάλυση κόστους κάθε δικτύου. Το ποσό των 0,15 €/m³ δεν πρέπει να θεωρηθεί ως σημερινή επίσημη τιμή, αλλά ως χρήσιμο σημείο αναφοράς από την έρευνα για την αποδοχή των αγροτών της Κρήτης.
Η τιμή θα μπορούσε να μειώνεται για τους αγρότες που καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες, χρησιμοποιούν στάγδην άρδευση ή μειώνουν αποδεδειγμένα τις αντλήσεις από υπόγεια νερά. Αντίθετα, θα μπορούσε να εφαρμόζεται υψηλότερη τιμή σε υπερκατανάλωση. Παράλληλα, το κόστος του ανακτημένου νερού πρέπει να συγκρίνεται όχι μόνο με το σημερινό κόστος άντλησης αλλά και με το πραγματικό περιβαλλοντικό κόστος της εξάντλησης των υδροφορέων. Η φθηνή άντληση σήμερα μπορεί να σημαίνει πολύ ακριβότερο πρόβλημα αύριο.
Συμπέρασμα
Η επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων αστικών λυμάτων μπορεί να αποτελέσει έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της πολιτικής υδατικής ασφάλειας της Κρήτης. Δεν αποτελεί από μόνη της λύση στην κλιματική κρίση, αλλά μπορεί να μειώσει σημαντικά την εξάρτηση της γεωργίας από περιορισμένους υπόγειους και επιφανειακούς υδατικούς πόρους. Η Κρήτη διαθέτει ήδη την εμπειρία, το θεσμικό πλαίσιο και τις τεχνολογικές δυνατότητες για να προχωρήσει. Η Ελλάδα διαθέτει από το 2011 ειδικό πλαίσιο για την επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων υγρών αποβλήτων, ενώ το Υπουργείο Περιβάλλοντος αναγνωρίζει πλέον και το ευρωπαϊκό πλαίσιο του Κανονισμού 2020/741. Η σωστή στρατηγική θα πρέπει να συνδυάζει σύγχρονη τριτοβάθμια επεξεργασία, αυστηρή παρακολούθηση ποιότητας, έξυπνα αρδευτικά δίκτυα, οικονομικά κίνητρα, εκπαίδευση αγροτών και δίκαιη τιμολόγηση.
Ιδιαίτερα για τους ελαιώνες, τα αμπέλια και άλλες δενδρώδεις καλλιέργειες, η χρήση ανακτημένου νερού μπορεί να γίνει βασικό στοιχείο της προσαρμογής της Κρητικής γεωργίας στη νέα κλιματική πραγματικότητα. Η διεθνής εμπειρία από το Ισραήλ, την Κύπρο, τη Μάλτα και την Ισπανία δείχνει ότι η μετάβαση είναι τεχνικά εφικτή. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να θεωρούμε τα αστικά λύματα ως «απόβλητο», αλλά ως έναν τοπικό, ανανεώσιμο και πολύτιμο υδατικό πόρο. Για μια Κρήτη που αντιμετωπίζει ολοένα εντονότερη ξηρασία και αυξανόμενη πίεση στους υδατικούς της πόρους, η επαναχρησιμοποίηση των επεξεργασμένων αστικών λυμάτων μπορεί να μετατρέψει ένα περιβαλλοντικό πρόβλημα σε εργαλείο ανθεκτικότητας στη κλιματική αλλαγή, αγροτικής ανάπτυξης και προστασίας των φυσικών υδάτινων αποθεμάτων.
Ο κ. Γιάννης Βουρδουμπάς είναι χημικός μηχανικός ΕΜΠ, M.Sc., Ph.D. (vourdoubas.blogspot.com)
Ακολουθήστε το HANIA.news στο Facebook και στο Twitter



