Η μεγάλη ανακατανομή ισχύος μετά το 1945 που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη – Η εποχή της βεβαιότητας τελειώνει
Κάθε γενιά πιστεύει ότι ζει την πιο ταραγμένη περίοδο της ιστορίας. Οι περισσότεροι, όμως, αντιλαμβάνονται ότι ο κόσμος έχει αλλάξει μόνο όταν η αλλαγή έχει ήδη ολοκληρωθεί. Η ιστορία σπάνια μεταβάλλεται με μία θεαματική στιγμή. Μετασχηματίζεται σταδιακά, μέσα από γεγονότα που αρχικά μοιάζουν ασύνδετα και αποκτούν πραγματικό νόημα μόνο όταν ενταχθούν σε μια ευρύτερη εικόνα.
Ίσως αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, η αντιπαράθεση Ισραήλ – Ιράν, η ένταση γύρω από την Ταϊβάν, ο ανταγωνισμός Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας, η μάχη για την τεχνητή νοημοσύνη και τους ημιαγωγούς, η σημασία των κρίσιμων πρώτων υλών και η αναδιάταξη των παγκόσμιων εμπορικών δικτύων αντιμετωπίζονται συνήθως ως ξεχωριστές εξελίξεις. Στην πραγματικότητα, αποτελούν διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας ιστορικής διαδικασίας.
Η δημόσια συζήτηση εγκλωβίζεται συχνά σε ένα ερώτημα: οδεύουμε προς έναν νέο παγκόσμιο πόλεμο;
Το ερώτημα είναι εύλογο, αλλά πιθανόν όχι το σημαντικότερο. Το ουσιαστικό διακύβευμα είναι αν βρισκόμαστε μπροστά στη μεγαλύτερη ανακατανομή ισχύος από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αν αυτή η εκτίμηση είναι σωστή, τότε οι σημερινές συγκρούσεις δεν αποτελούν την αιτία της διεθνούς αστάθειας. Αποτελούν τα πιο ορατά συμπτώματα μιας βαθύτερης αλλαγής που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη.
Η ιστορία δείχνει ότι οι μεγάλες μεταβάσεις συνοδεύονται σχεδόν πάντα από περιόδους αβεβαιότητας. Μετά το 1815, το Συνέδριο της Βιέννης διαμόρφωσε μια νέα ευρωπαϊκή ισορροπία. Μετά το 1945, ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, το σύστημα του Bretton Woods και ο Ψυχρός Πόλεμος καθόρισαν τη μεταπολεμική διεθνή τάξη. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 εγκαινίασε μια διαφορετική εποχή, στην οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες αναδείχθηκαν στη μοναδική υπερδύναμη και η παγκοσμιοποίηση επιταχύνθηκε με πρωτοφανή ένταση.
Για αρκετά χρόνια επικράτησε η αντίληψη ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα περιόριζε τις γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις. Το εμπόριο, οι επενδύσεις και οι παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής θεωρήθηκαν μηχανισμοί που θα απέτρεπαν τις μεγάλες συγκρούσεις. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε πιο σύνθετη.
Η παγκοσμιοποίηση δεν κατήργησε τον ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών. Τον μετέφερε σε νέα πεδία. Η ενέργεια, οι κρίσιμες πρώτες ύλες, οι χρηματοπιστωτικές σχέσεις, οι τεχνολογίες αιχμής και οι εφοδιαστικές αλυσίδες απέκτησαν στρατηγική σημασία. Οι οικονομικές κυρώσεις μετατράπηκαν σε εργαλείο εξωτερικής πολιτικής, ενώ η τεχνολογική υπεροχή εξελίχθηκε σε βασικό παράγοντα εθνικής ισχύος.
Την ίδια στιγμή, η εντυπωσιακή άνοδος της Κίνας, η επιστροφή της Ρωσίας ως αναθεωρητικής δύναμης και η αυξανόμενη αυτονομία περιφερειακών παικτών, όπως η Ινδία, η Τουρκία και αρκετά κράτη του Κόλπου, άρχισαν να μεταβάλλουν τους συσχετισμούς που είχαν διαμορφωθεί μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Δύση καταρρέει ούτε ότι κάποια άλλη χώρα πρόκειται να αντικαταστήσει σύντομα τις Ηνωμένες Πολιτείες ως μοναδική υπερδύναμη. Η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Η ισχύς δεν μεταφέρεται από έναν παίκτη σε έναν άλλον. Διαχέεται.
Περισσότερα κράτη αποκτούν τη δυνατότητα να επηρεάζουν τις διεθνείς εξελίξεις, ενώ η οικονομική, τεχνολογική και στρατιωτική αλληλεξάρτηση καθιστά το διεθνές σύστημα πιο περίπλοκο και λιγότερο προβλέψιμο. Ο κόσμος δεν γίνεται απλώς πολυπολικός. Γίνεται περισσότερο ανταγωνιστικός και περισσότερο αβέβαιος. Οι πιο ασταθείς περίοδοι της ιστορίας δεν ήταν εκείνες όπου υπήρχε σαφής ισορροπία ισχύος, αλλά εκείνες όπου η παλιά ισορροπία είχε αρχίσει να αποδυναμώνεται χωρίς να έχει ακόμη διαμορφωθεί η νέα. Τότε οι περιφερειακές κρίσεις πολλαπλασιάζονται, οι ανταγωνισμοί εντείνονται και τα κράτη επαναπροσδιορίζουν τη στρατηγική τους.
Αυτό ακριβώς παρατηρούμε σήμερα. Οι συγκρούσεις δεν εκδηλώνονται μόνο στα πεδία των μαχών. Εκδηλώνονται στις αγορές ενέργειας, στα εργοστάσια μικροτσίπ, στα δίκτυα δεδομένων, στις θαλάσσιες εμπορικές οδούς και στις χρηματοπιστωτικές σχέσεις. Η γεωπολιτική και η γεωοικονομία έχουν πλέον συγχωνευθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε είναι αδύνατο να αναλυθεί η μία χωρίς την άλλη. Για να κατανοήσουμε, λοιπόν, τον κόσμο που αναδύεται, δεν αρκεί να παρακολουθούμε την επικαιρότητα. Πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε τις βαθύτερες δυνάμεις που τη διαμορφώνουν. Και η σημαντικότερη από αυτές είναι ότι η οικονομία έχει πάψει να αποτελεί απλώς εργαλείο ανάπτυξης. Έχει μετατραπεί σε έναν από τους βασικότερους χώρους άσκησης διεθνούς ισχύος.
Όταν η οικονομία γίνεται όπλο
Αν η μεταψυχροπολεμική εποχή χαρακτηρίστηκε από την κυριαρχία της παγκοσμιοποίησης, η περίοδος που διανύουμε χαρακτηρίζεται από την επιστροφή της γεωπολιτικής. Η διαφορά είναι ότι αυτή τη φορά ο ανταγωνισμός δεν εκδηλώνεται μόνο με στρατούς και συμμαχίες. Εκδηλώνεται εξίσου μέσω της οικονομίας, της τεχνολογίας και του ελέγχου κρίσιμων υποδομών.
Η οικονομική αλληλεξάρτηση δεν εξαφανίστηκε. Άλλαξε χαρακτήρα. Για δεκαετίες θεωρήθηκε παράγοντας σταθερότητας. Σήμερα αντιμετωπίζεται ολοένα και περισσότερο ως πιθανή πηγή ευπάθειας. Όσο περισσότερο μια χώρα εξαρτάται από έναν προμηθευτή ενέργειας, από μια κρίσιμη πρώτη ύλη ή από μια τεχνολογία που παράγεται αλλού, τόσο περισσότερο εκτίθεται σε πιέσεις που δεν είναι μόνο οικονομικές αλλά και πολιτικές.
Η ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία υπήρξε χαρακτηριστική. Το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο έπαψαν να θεωρούνται απλώς εμπορεύματα. Αποδείχθηκε ότι μπορούν να επηρεάσουν τον πληθωρισμό, τη βιομηχανική παραγωγή, την κοινωνική συνοχή και, τελικά, την ίδια τη στρατηγική αντοχή ενός κράτους.
Το ίδιο συμβαίνει και με τις κρίσιμες πρώτες ύλες. Το λίθιο, το κοβάλτιο, οι σπάνιες γαίες και άλλα στρατηγικά ορυκτά αποτελούν πλέον τη βάση της ενεργειακής μετάβασης, της ψηφιακής οικονομίας και των προηγμένων αμυντικών τεχνολογιών. Όποιος ελέγχει την πρόσβαση σε αυτούς τους πόρους αποκτά πλεονέκτημα που υπερβαίνει κατά πολύ την οικονομική διάσταση.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές κυβερνήσεις επανασχεδιάζουν τις αλυσίδες εφοδιασμού τους. Η αποτελεσματικότητα εξακολουθεί να έχει σημασία, αλλά δεν είναι πλέον αρκετή. Εξίσου κρίσιμη θεωρείται η ανθεκτικότητα: η δυνατότητα μιας οικονομίας να συνεχίσει να λειτουργεί ακόμη και όταν διαταράσσονται οι διεθνείς ροές εμπορίου ή ενέργειας.
Η ίδια λογική εξηγεί γιατί οι μεγάλοι εμπορικοί διάδρομοι αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη γεωπολιτική αξία. Η κινεζική πρωτοβουλία Belt and Road δεν αφορά μόνο επενδύσεις σε λιμάνια, σιδηροδρόμους και υποδομές. Αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής που ενισχύει τη διεθνή παρουσία του Πεκίνου μέσω των δικτύων που συνδέουν την Ασία, την Αφρική και την Ευρώπη.
Στον αντίποδα, ο οικονομικός διάδρομος IMEC, που φιλοδοξεί να ενώσει την Ινδία με τη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη, αποτυπώνει την προσπάθεια δημιουργίας εναλλακτικών διαδρομών μεταφοράς, ενέργειας και εμπορίου. Δεν πρόκειται απλώς για ανταγωνιστικά επενδυτικά σχέδια. Αντανακλούν διαφορετικές αντιλήψεις για τον τρόπο οργάνωσης της παγκόσμιας οικονομίας.
Το ίδιο ισχύει και για τους BRICS. Συχνά παρουσιάζονται είτε ως η νέα παγκόσμια υπερδύναμη είτε ως ένας συμπαγής αντιδυτικός συνασπισμός. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Οι χώρες που συμμετέχουν στο σχήμα έχουν διαφορετικές οικονομικές επιδιώξεις και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ανταγωνιστικά συμφέροντα. Η σημασία τους δεν βρίσκεται στην ομοιογένειά τους, αλλά στο γεγονός ότι εκφράζουν μια γενικότερη τάση: όλο και περισσότερα κράτη επιδιώκουν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία και λιγότερες εξαρτήσεις από έναν μόνο πόλο ισχύος.
Όλες αυτές οι εξελίξεις οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα. Η οικονομία έχει πάψει να αποτελεί ουδέτερο πεδίο συνεργασίας. Έχει μετατραπεί σε χώρο όπου παράγεται, ασκείται και αμφισβητείται η διεθνής ισχύς. Γι’ αυτό και οι σημαντικότερες κρίσεις της εποχής μας δεν μπορούν να αναλυθούν μόνο με οικονομικούς ή μόνο με στρατιωτικούς όρους. Η Ουκρανία, η Μέση Ανατολή και ο Ινδο-Ειρηνικός δεν είναι ανεξάρτητες ιστορίες. Είναι διαφορετικά μέτωπα της ίδιας ιστορικής μετάβασης.
Και αυτή η μετάβαση αλλάζει σταδιακά όχι μόνο τη δομή του διεθνούς συστήματος, αλλά και την ίδια την έννοια της ισχύος.
Γιατί στον 21ο αιώνα η δύναμη ενός κράτους δεν θα κρίνεται αποκλειστικά από το μέγεθος του στρατού ή της οικονομίας του. Θα κρίνεται από την ικανότητά του να συνδυάζει στρατιωτική ισχύ, τεχνολογική υπεροχή, οικονομική ανθεκτικότητα και θεσμική αξιοπιστία σε μια ενιαία στρατηγική. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της εποχής που διανύουμε.
Από τα πεδία των μαχών στην τεχνολογία
Αν η οικονομία έχει μετατραπεί σε πεδίο γεωπολιτικού ανταγωνισμού, οι πόλεμοι παραμένουν η πιο ορατή εκδήλωσή του. Το λάθος είναι να αντιμετωπίζουμε κάθε σύγκρουση ως ένα αυτόνομο γεγονός. Η Ουκρανία, η Μέση Ανατολή και η ένταση γύρω από την Ταϊβάν έχουν διαφορετικά ιστορικά αίτια και διαφορετικούς πρωταγωνιστές. Εκείνο που τις συνδέει είναι ότι εξελίσσονται μέσα στο ίδιο διεθνές περιβάλλον: ένα περιβάλλον όπου η ισορροπία ισχύος μεταβάλλεται και τα κράτη επαναπροσδιορίζουν τις στρατηγικές τους.
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία υπενθύμισε μια αλήθεια που πολλοί πίστεψαν ότι ανήκε στο παρελθόν: η στρατιωτική ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί θεμέλιο των διεθνών σχέσεων. Ταυτόχρονα, όμως, αποκάλυψε ότι ένας πόλεμος του 21ου αιώνα δεν κρίνεται μόνο στο πεδίο της μάχης. Κρίνεται επίσης στη βιομηχανική παραγωγή, στην ενεργειακή επάρκεια, στην πρόσβαση σε τεχνολογία, στην οικονομική αντοχή και στην ικανότητα μιας κοινωνίας να διατηρεί τη συνοχή της υπό παρατεταμένη πίεση.
Η Μέση Ανατολή φωτίζει μια διαφορετική πλευρά της ίδιας πραγματικότητας. Η σημασία της δεν περιορίζεται στα ενεργειακά της αποθέματα ούτε στις διαχρονικές αντιπαραθέσεις της. Πρόκειται για έναν γεωγραφικό κόμβο όπου διασταυρώνονται θαλάσσιες οδοί, ενεργειακές ροές και εμπορικά δίκτυα. Γι’ αυτό κάθε κρίση στην περιοχή επηρεάζει πολύ περισσότερα από τα κράτη που εμπλέκονται άμεσα. Οι επιπτώσεις της μεταφέρονται στις αγορές, στις μεταφορές, στην ενέργεια και τελικά στην παγκόσμια οικονομία.
Η Ταϊβάν αναδεικνύει μια τρίτη διάσταση της σύγχρονης ισχύος. Η γεωπολιτική σημασία της δεν οφείλεται μόνο στη θέση της στον Ινδο-Ειρηνικό, αλλά και στον πρωταγωνιστικό της ρόλο στην παραγωγή προηγμένων ημιαγωγών. Τα μικροτσίπ αποτελούν τη βάση της ψηφιακής οικονομίας, της τεχνητής νοημοσύνης, των τηλεπικοινωνιών και μεγάλου μέρους των σύγχρονων αμυντικών συστημάτων. Μια σοβαρή κρίση στην περιοχή δεν θα είχε μόνο στρατιωτικές συνέπειες· θα μπορούσε να επηρεάσει την παγκόσμια βιομηχανία και την τεχνολογική ανάπτυξη για χρόνια.
Τα τρία αυτά παραδείγματα οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα. Η ισχύς αλλάζει μορφή. Στον 20ό αιώνα μετριόταν κυρίως με το μέγεθος του στρατού, της οικονομίας και του πυρηνικού οπλοστασίου. Στον 21ο αιώνα, οι παράγοντες αυτοί παραμένουν κρίσιμοι, αλλά δεν επαρκούν για να εξηγήσουν ποια κράτη αποκτούν στρατηγικό πλεονέκτημα. Η τεχνητή νοημοσύνη, οι προηγμένοι ημιαγωγοί, οι δορυφορικές υποδομές, τα μεγάλα δεδομένα και ο κυβερνοχώρος μετατρέπονται σταδιακά σε νέους πυλώνες ισχύος. Η δυνατότητα ανάπτυξης αυτόνομων συστημάτων, η επεξεργασία τεράστιου όγκου πληροφοριών και η προστασία κρίσιμων ψηφιακών δικτύων αποκτούν σημασία αντίστοιχη με εκείνη που είχαν κάποτε τα εργοστάσια χάλυβα ή οι πετρελαιοπηγές.
Το ίδιο ισχύει και για τον τρόπο διεξαγωγής των συγκρούσεων. Η ευρεία χρήση μη επανδρωμένων συστημάτων, οι κυβερνοεπιθέσεις, οι επιχειρήσεις παραπληροφόρησης και η αξιοποίηση εμπορικών δορυφορικών δεδομένων δείχνουν ότι τα όρια ανάμεσα στην ειρήνη και στη σύγκρουση γίνονται ολοένα πιο δυσδιάκριτα. Ο ανταγωνισμός δεν αρχίζει όταν πέσει η πρώτη βολή. Έχει ήδη ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, στην οικονομία, στην τεχνολογία και στην πληροφορία.
Ίσως, όμως, η σημαντικότερη αλλαγή να συνοψίζεται σε μία λέξη: ανθεκτικότητα.
Η πραγματική ισχύς ενός κράτους δεν εξαρτάται μόνο από την ικανότητά του να πλήξει έναν αντίπαλο. Εξαρτάται από την ικανότητά του να συνεχίσει να λειτουργεί όταν βρίσκεται υπό πίεση. Η ενεργειακή επάρκεια, οι ασφαλείς ψηφιακές υποδομές, η παραγωγική βάση, η επιστημονική και τεχνολογική γνώση, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς και η κοινωνική συνοχή αποτελούν πλέον αναπόσπαστα στοιχεία της εθνικής ασφάλειας.
Για την Ελλάδα, η διαπίστωση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Η γεωγραφική της θέση, στο σταυροδρόμι Ευρώπης, Ανατολικής Μεσογείου και Μέσης Ανατολής, της προσδίδει αυξημένη στρατηγική αξία αλλά και αυξημένες ευθύνες. Η διατήρηση αξιόπιστης αποτρεπτικής ικανότητας παραμένει αναγκαία. Δεν αρκεί όμως από μόνη της.
Η μακροπρόθεσμη ισχύς της χώρας θα εξαρτηθεί εξίσου από την τεχνολογική της πρόοδο, την παραγωγική της ανασυγκρότηση, την ενεργειακή της ασφάλεια, τη δημογραφική της ανθεκτικότητα και την ποιότητα των θεσμών της. Οι μεγάλες ιστορικές μεταβάσεις δεν ευνοούν πάντα τα ισχυρότερα κράτη.
Ευνοούν εκείνα που αντιλαμβάνονται πρώτα ότι οι κανόνες του παιχνιδιού έχουν αλλάξει.
Η Ελλάδα μπροστά στη νέα εποχή
Αν κάτι διδάσκει η ιστορία, είναι ότι οι μεγάλες αλλαγές δεν ολοκληρώνονται μέσα σε λίγα χρόνια. Πρόκειται για μακρές διαδικασίες, κατά τις οποίες συνυπάρχουν στοιχεία του παλιού και του νέου κόσμου. Αυτό ακριβώς βιώνουμε σήμερα. Η διεθνής τάξη που διαμορφώθηκε μετά το 1945 δεν έχει καταρρεύσει, αλλά δεν λειτουργεί πλέον με την ίδια αποτελεσματικότητα. Παράλληλα, η νέα ισορροπία δεν έχει ακόμη αποκτήσει σταθερή μορφή. Το αποτέλεσμα είναι ένα περιβάλλον μεγαλύτερης αβεβαιότητας, όπου οι κρίσεις εμφανίζονται συχνότερα και οι αποφάσεις των κρατών αποκτούν βαρύτερες συνέπειες.
Σε αυτή τη μεταβατική περίοδο, ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι να προβλέψει κανείς λανθασμένα το επόμενο γεγονός. Είναι να παρερμηνεύσει τη συνολική κατεύθυνση των εξελίξεων.
Η διεθνής πολιτική δεν εξελίσσεται μέσα από μεμονωμένες κρίσεις, αλλά μέσα από μακροχρόνιες τάσεις. Η άνοδος της Ασίας, η στρατηγική σημασία της τεχνολογίας, η αναδιάρθρωση των παγκόσμιων αλυσίδων παραγωγής, η ενεργειακή ασφάλεια, η αυξανόμενη σημασία των κρίσιμων πρώτων υλών και η επιστροφή της γεωπολιτικής στο επίκεντρο των διεθνών σχέσεων δεν αποτελούν προσωρινά φαινόμενα. Συνθέτουν τα βασικά χαρακτηριστικά της νέας εποχής.
Αυτό δε σημαίνει ότι ο κόσμος οδηγείται αναπόφευκτα σε μια γενικευμένη σύγκρουση. Η πυρηνική αποτροπή, η οικονομική αλληλεξάρτηση και το τεράστιο κόστος ενός πολέμου ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις εξακολουθούν να λειτουργούν ως ισχυροί ανασταλτικοί παράγοντες. Ωστόσο, δεν αρκούν για να αποτρέψουν τον διαρκή ανταγωνισμό. Αντί για έναν ενιαίο παγκόσμιο πόλεμο, είναι πιθανότερο να βλέπουμε όλο και περισσότερες περιφερειακές κρίσεις, οικονομικές συγκρούσεις, κυβερνοεπιθέσεις, τεχνολογικό ανταγωνισμό και αγώνα για τον έλεγχο κρίσιμων υποδομών.
Για την Ελλάδα, αυτή η πραγματικότητα δημιουργεί μια διπλή πρόκληση. Από τη μία πλευρά, η χώρα οφείλει να διατηρεί αξιόπιστη αποτρεπτική ισχύ απέναντι σε ένα διαχρονικά ασταθές περιφερειακό περιβάλλον. Από την άλλη, πρέπει να επενδύσει σε εκείνους τους παράγοντες που θα καθορίσουν την ισχύ των κρατών τις επόμενες δεκαετίες: στην παιδεία, στην έρευνα, στην καινοτομία, στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στην ενεργειακή ασφάλεια, στον ψηφιακό μετασχηματισμό, στη δημογραφική ανανέωση και στην ενίσχυση θεσμών που μπορούν να λειτουργούν αποτελεσματικά ακόμη και υπό πίεση.
Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι τα κράτη που ανταποκρίνονται καλύτερα στις κρίσεις δεν είναι απαραίτητα εκείνα που διαθέτουν τους περισσότερους πόρους. Είναι εκείνα που έχουν επενδύσει εγκαίρως στην προσαρμοστικότητα και στη στρατηγική τους ανθεκτικότητα. Η ισχύς, τελικά, δεν είναι μόνο ζήτημα μεγέθους. Είναι ζήτημα προετοιμασίας.
Το διακύβευμα της νέας εποχής
Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται. Επαναφέρει όμως διαρκώς το ίδιο ερώτημα: ποια κράτη αντιλαμβάνονται εγκαίρως ότι ο κόσμος αλλάζει και ποια συνεχίζουν να σχεδιάζουν με τους κανόνες της προηγούμενης εποχής. Οι μεγάλες ιστορικές μεταβάσεις σπάνια γίνονται αντιληπτές όταν αρχίζουν. Συνήθως αναγνωρίζονται μόνο όταν έχουν ήδη ολοκληρωθεί.
Ίσως αυτό να είναι το πραγματικό διακύβευμα της εποχής μας. Όχι αν θα υπάρξει μια ακόμη κρίση, αλλά αν θα κατανοήσουμε έγκαιρα ότι οι κανόνες του διεθνούς συστήματος μεταβάλλονται. Γιατί οι κοινωνίες που προσαρμόζονται πρώτες δεν είναι εκείνες που προβλέπουν με ακρίβεια το μέλλον. Είναι εκείνες που προετοιμάζονται καλύτερα για αυτό.
* Ο κ. Κωνσταντίνος Φλωράτος PhD, MSc, MBA, BSc, απόστρατος αξιωματικός ΠΝ, ασχολείται με ζητήματα γεωπολιτικής, Εθνικής Άμυνας και στρατηγικής ανάλυσης. Το ερευνητικό του ενδιαφέρον επικεντρώνεται στις μεταβολές της διεθνούς αρχιτεκτονικής ασφαλείας, στις παγκόσμιες γεωπολιτικές εξελίξεις και στον ρόλο των νέων τεχνολογιών και της οικονομίας στη διαμόρφωση της ισχύος των κρατών.
Φωτογραφία: ΑΙ
Ακολουθήστε το HANIA.news στο Facebook και στο Twitter

