Τον Ιούλιο του 2008, όταν το Brent βρισκόταν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, η αμόλυβδη κόστιζε στην Ελλάδα περίπου 1,27 ευρώ το λίτρο. Τον Αύγουστο του 2026, με το πετρέλαιο αισθητά χαμηλότερα σε δολάρια, η μέση τιμή της αμόλυβδης ξεπέρασε τα 2 ευρώ και σε αρκετά νησιά τα 2,10 ευρώ.
Η διαφορά δεν έχει μία μόνο εξήγηση: μεσολάβησαν ο σχεδόν διπλασιασμός του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, η αύξηση του ΦΠΑ, η αποδυνάμωση του ευρώ, η άνοδος των τιμών των έτοιμων διυλισμένων προϊόντων και μια εξαιρετικά συγκεντρωμένη ελληνική αγορά διύλισης, για την οποία η Επιτροπή Ανταγωνισμού έχει διαπιστώσει ότι δεν επικρατούν συνθήκες αποτελεσματικού ανταγωνισμού.
Στις 21 Αυγούστου 2026 η μέση πανελλαδική τιμή της απλής αμόλυβδης 95 οκτανίων διαμορφώθηκε στα 2,019 ευρώ το λίτρο και στις 24 Αυγούστου στα 2,028 ευρώ. Στα Χανιά η μέση τιμή ήταν 2,027 ευρώ στις 21 Αυγούστου, ενώ σε αρκετές νησιωτικές περιοχές είχε ήδη υπερβεί αισθητά τα 2,10 ευρώ.
Η ανάλυση της τιμής αποκαλύπτει δύο βασικές πραγματικότητες. Περισσότερο από το μισό ποσό που πληρώνει ο οδηγός είναι φόροι και τέλη. Ταυτόχρονα, η τιμή διυλιστηρίου, η οποία αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη συνιστώσα, διαμορφώνεται σε μια αγορά δυοπωλίου, με σοβαρά και επισήμως καταγεγραμμένα προβλήματα ανταγωνισμού.
Τι συνέβαινε το 2008
Τον Ιούλιο του 2008 το πετρέλαιο είχε φθάσει στην κορύφωση μιας πολυετούς ανόδου. Η μέση τιμή spot του Brent για ολόκληρο τον μήνα ήταν περίπου 132,7 δολάρια το βαρέλι, ενώ τα συμβόλαια Brent έφθασαν ενδοσυνεδριακά έως τα 147,50 δολάρια.
Παρά την εξαιρετικά υψηλή διεθνή τιμή, η μέση πανελλαδική τιμή της αμόλυβδης ήταν 1,270 ευρώ το λίτρο στις 4 Ιουλίου και 1,271 ευρώ στις 11 Ιουλίου, σύμφωνα με τις τότε μετρήσεις του υπουργείου Ανάπτυξης σε περίπου 2.300 πρατήρια.
Η φορολογία ήταν ήδη σημαντική, αλλά σαφώς χαμηλότερη από τη σημερινή. Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στην αμόλυβδη ανερχόταν σε 359 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, δηλαδή 0,359 ευρώ το λίτρο, ενώ ο ΦΠΑ ήταν 19%.
Με τελική τιμή 1,271 ευρώ, ο ΦΠΑ που περιλαμβανόταν σε κάθε λίτρο ήταν περίπου 0,203 ευρώ. Μαζί με τον ΕΦΚ και τις λοιπές μικρότερες επιβαρύνσεις της περιόδου, οι φόροι και τα τέλη υπολογίζονται περίπου στα 56–57 λεπτά ανά λίτρο. Αντιστοιχούσαν, επομένως, περίπου στο 44%–45% της λιανικής τιμής.
Στις 21 Αυγούστου 2026, σύμφωνα με το επίσημο εβδομαδιαίο δελτίο του Παρατηρητηρίου Τιμών Υγρών Καυσίμων, η μέση τιμή της αμόλυβδης 95 οκτανίων αναλυόταν ως εξής:
Οι φόροι, τα τέλη και οι λοιπές επιβαρύνσεις ανέρχονταν συνολικά σε 1,1074 ευρώ ανά λίτρο, δηλαδή στο 54,85% της τιμής.
Σε ένα γέμισμα 50 λίτρων, συνολικής αξίας περίπου 101 ευρώ, περισσότερα από 55 ευρώ αντιστοιχούσαν σε φόρους και τέλη. Περίπου 38 ευρώ αντιστοιχούσαν στην τιμή διυλιστηρίου και σχεδόν 7,6 ευρώ στο συνολικό μικτό περιθώριο εταιρειών εμπορίας, μεταφορέων και πρατηρίων.
Από τα 35,9 στα 70 λεπτά ο ΕΦΚ
Η μεγαλύτερη μετρήσιμη αλλαγή από το 2008 είναι η φορολογία.
Ο ΕΦΚ αυξήθηκε από 0,359 ευρώ το λίτρο σε 0,70 ευρώ, δηλαδή κατά 34,1 λεπτά ή περίπου 95%. Ο σημερινός ελληνικός συντελεστής είναι σχεδόν διπλάσιος από το κατώτατο όριο των 359 ευρώ ανά 1.000 λίτρα που προβλέπει η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Παράλληλα, ο ΦΠΑ αυξήθηκε από 19% σε 24%. Επιβάλλεται όχι μόνο πάνω στην αξία του καυσίμου και στα εμπορικά περιθώρια, αλλά και πάνω στον ΕΦΚ και στα υπόλοιπα τέλη.
Από τα 39,08 λεπτά ΦΠΑ που περιλαμβάνονταν στην τιμή της 21ης Αυγούστου 2026, περίπου 13,55 λεπτά προέκυπταν αποκλειστικά από την εφαρμογή του ΦΠΑ πάνω στον ΕΦΚ των 70 λεπτών. Πρόκειται, πρακτικά, για φορολόγηση ενός ήδη επιβληθέντος φόρου.
Από το 2008 έως το 2026 η εξεταζόμενη λιανική τιμή αυξήθηκε κατά περίπου 74,8 λεπτά, από 1,271 σε 2,019 ευρώ. Την ίδια περίοδο, η φορολογική επιβάρυνση αυξήθηκε κατά περίπου 54 λεπτά. Η μεταβολή των φόρων και τελών αντιστοιχεί αριθμητικά σε περισσότερο από το 70% της διαφοράς των δύο λιανικών τιμών.
Η αντιστοιχία αυτή δεν αποτελεί πλήρη αιτιώδη κατανομή, επειδή ο ΦΠΑ μεταβάλλεται μαζί με την προ φόρων τιμή. Καταδεικνύει, όμως, πόσο καθοριστική ήταν η αύξηση της φορολογίας μετά το 2008.
Ο ρόλος της ισοτιμίας
Η σύγκριση του Brent μόνο σε δολάρια δίνει ελλιπή εικόνα, καθώς η Ελλάδα προμηθεύεται πετρέλαιο σε δολάρια αλλά χρησιμοποιεί ευρώ.
Τον Ιούλιο του 2008 ένα ευρώ αντιστοιχούσε κατά μέσο όρο σε περίπου 1,576 δολάρια. Η μέση τιμή του Brent, στα 132,7 δολάρια, αντιστοιχούσε σε περίπου 84,2 ευρώ το βαρέλι.
Στις 20 Αυγούστου 2026, όταν το Brent spot καταγράφηκε στα 94 δολάρια, η ισοτιμία ήταν περίπου 1 ευρώ προς 1,168 δολάρια. Το βαρέλι κόστιζε, επομένως, περίπου 80,5 ευρώ.
Έτσι, ενώ σε δολάρια η τιμή ήταν περίπου 29% χαμηλότερη από τον μέσο όρο του Ιουλίου 2008, σε ευρώ η διαφορά περιοριζόταν περίπου στο 4%–5%. Το πολύ ισχυρότερο ευρώ του 2008 απορροφούσε σημαντικό μέρος της διεθνούς αύξησης. Το ασθενέστερο σημερινό ευρώ περιορίζει το όφελος από τη χαμηλότερη τιμή του Brent.
Το Brent δεν είναι η βενζίνη της αντλίας
Το Brent αποτελεί πρώτη ύλη και όχι το τελικό καύσιμο που αγοράζει ο οδηγός. Ανάμεσα στο αργό πετρέλαιο και στη λιανική βενζίνη μεσολαβούν η διύλιση, οι προδιαγραφές του προϊόντος, η υποχρεωτική ανάμειξη βιοκαυσίμων, η αποθήκευση, η εμπορία και η μεταφορά.
Η τιμή διυλιστηρίου επηρεάζεται κυρίως από τις διεθνείς τιμές των έτοιμων προϊόντων στη Μεσόγειο, όπως αποτυπώνονται στους δείκτες Platts MED, και όχι αποκλειστικά από το Brent. Επηρεάζεται επίσης από την ισοτιμία, το ενεργειακό κόστος, την τήρηση αποθεμάτων ασφαλείας, τις προσαυξήσεις και τις εκπτώσεις των εταιρειών.
Επομένως, η βενζίνη μπορεί να παραμένει ακριβή ακόμη και όταν υποχωρεί το αργό, εφόσον οι τιμές των διυλισμένων προϊόντων ή τα περιθώρια διύλισης διατηρούνται υψηλά.
Το 2026 οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι διαταραχές στην παραγωγή και στις εξαγωγές και η στενότητα στη διεθνή αγορά διυλισμένων προϊόντων διεύρυναν τη διαφορά ανάμεσα στην αξία του αργού και στην αξία της βενζίνης.
Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν σε ανάλυση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η συμβολή των διεθνών περιθωρίων διύλισης στη λιανική τιμή της βενζίνης στην Ευρωζώνη αυξήθηκε από περίπου 4 λεπτά το λίτρο τον Φεβρουάριο του 2026 σε περίπου 23 λεπτά τον Ιούλιο. Το στοιχείο αφορά την ευρωπαϊκή αγορά και δεν αποτελεί υπολογισμό των καθαρών κερδών των δύο ελληνικών διυλιστηρίων. Εξηγεί, όμως, γιατί η αποκλιμάκωση του Brent δεν μεταφέρθηκε αυτούσια στην αντλία.
Το κρίσιμο ζήτημα των δύο διυλιστηρίων
Η ελληνική αγορά διύλισης λειτουργεί ουσιαστικά ως δυοπώλιο, με δύο καθετοποιημένους ομίλους: τη HELLENiQ ENERGY και τη Motor Oil.
Η ύπαρξη δύο εταιρειών δεν αποδεικνύει από μόνη της παράνομη συνεννόηση ή αισχροκέρδεια. Δημιουργεί, όμως, εξαιρετικά υψηλή συγκέντρωση και περιορισμένη ανταγωνιστική πίεση, ιδίως όταν οι εισαγωγές έτοιμων καυσίμων δυσχεραίνονται από το κόστος τήρησης αποθεμάτων και από την περιορισμένη πρόσβαση σε αποθηκευτικούς χώρους.
Το ζήτημα έχει εξεταστεί επίσημα από την Επιτροπή Ανταγωνισμού. Η Αρχή ξεκίνησε το 2022 χαρτογράφηση και στη συνέχεια κανονιστική παρέμβαση σε ολόκληρη την αγορά, από τη διύλιση μέχρι τη λιανική.
Η οικονομετρική ανάλυση της Επιτροπής, με αρχικό πεδίο την Αττική, εντόπισε ασυμμετρία στη μετακύλιση των τιμών και στα τρία στάδια: διύλιση, εμπορία και λιανική. Πρόκειται για το γνωστό φαινόμενο «ρουκέτα και φτερό», κατά το οποίο οι αυξήσεις του κόστους μεταφέρονται γρηγορότερα στις τιμές από ό,τι οι μειώσεις.
Για το στάδιο της διύλισης η Επιτροπή κατέγραψε:
– συνθήκες δυοπωλίου και υψηλό βαθμό συγκέντρωσης,
– σημαντική αύξηση του κύκλου εργασιών και των δεικτών κερδοφορίας,
– σχεδόν διπλασιασμό του περιθωρίου κέρδους των εταιρειών διύλισης το 2022 σε σχέση με το 2021, εύρημα το οποίο η ίδια επισήμανε ότι χρειαζόταν περαιτέρω επιβεβαίωση ανά προϊόν,
– αύξηση των περιθωρίων διύλισης,
– πολύ μεγάλη ταύτιση των τιμών των δύο εταιρειών στην αμόλυβδη 95 και στο diesel,
– εμπόδια στις εισαγωγές και στην αποθήκευση, τα οποία περιορίζουν τη δυνατότητα άλλων προμηθευτών να ασκήσουν ανταγωνιστική πίεση.
Η Επιτροπή επισήμανε ότι η δυσκολία εξεύρεσης εναλλακτικής προμήθειας μέσω εισαγωγών περιορίζει τη διαπραγματευτική δύναμη των εταιρειών εμπορίας και παρέχει στις εταιρείες διύλισης τη δυνατότητα να πωλούν σε αυξημένες τιμές.
Τον Ιούλιο του 2025, μετά την πρώτη δημόσια διαβούλευση, η Επιτροπή δημοσίευσε την Έκθεση Δεύτερων Απόψεων. Η έκθεση προχώρησε στη διαπίστωση ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αποτελεσματικού ανταγωνισμού στον εξεταζόμενο κλάδο και πρότεινε ρυθμιστικά μέτρα. Η δεύτερη διαβούλευση ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2025. Στη σχετική ενότητα της ιστοσελίδας της Επιτροπής δεν είχε αναρτηθεί, έως τα τέλη Αυγούστου 2026, η προβλεπόμενη τελική απόφαση επιβολής μέτρων.
Πραγματικό πρόβλημα ανταγωνισμού
Τα παραπάνω δεν συνιστούν τελεσίδικη απόδειξη ότι οι δύο εταιρείες λειτουργούν ως καρτέλ, ότι καταχρώνται συλλογικά δεσπόζουσα θέση ή ότι παραβιάζουν συγκεκριμένο νόμιμο όριο κέρδους.
Η διαπίστωση απουσίας αποτελεσματικού ανταγωνισμού αφορά τις δομές και τη λειτουργία της αγοράς. Δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με καταδικαστική απόφαση για παράνομη σύμπραξη ή «αισχροκέρδεια».
Από την άλλη πλευρά, δεν είναι ορθό να εξαιρείται η διύλιση από την αναζήτηση των ευθυνών. Η υψηλή συγκέντρωση, η μεγάλη ταύτιση των τιμών, η ασύμμετρη μετακύλιση, τα εμπόδια στις εισαγωγές και η αύξηση των περιθωρίων αποτελούν σοβαρά και επίσημα καταγεγραμμένα ζητήματα.
Η τιμή διυλιστηρίου των 0,7603 ευρώ ανά λίτρο στις 20 Αυγούστου ήταν η μέση σταθμική τιμή των δύο εταιρειών διύλισης. Το επίσημο δελτίο δεν διαχωρίζει μέσα σε αυτήν:
– το κόστος αγοράς της πρώτης ύλης,
– το κόστος διύλισης και ενέργειας,
– το κόστος αποθεμάτων και των υποχρεωτικών προδιαγραφών,
– το πραγματικό μικτό περιθώριο διύλισης.
Συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να υπολογιστεί από το εβδομαδιαίο δελτίο ποιο μέρος της τιμής διυλιστηρίου αποτελεί δικαιολογημένο κόστος και ποιο κέρδος. Για ασφαλές συμπέρασμα περί αισχροκέρδειας απαιτούνται αναλυτικά στοιχεία κόστους, τιμολόγησης, εκπτώσεων, προσαυξήσεων και κερδοφορίας ανά προϊόν και ανά εταιρεία.
Το βάρος δεν βρίσκεται στα πρατήρια
Το συνολικό εκτιμώμενο περιθώριο εταιρειών εμπορίας, μεταφορέων και πρατηρίων ήταν 15,13 λεπτά το λίτρο ή 7,49% της τελικής τιμής.
Πρόκειται για μικτό περιθώριο ολόκληρης της αλυσίδας μετά το διυλιστήριο. Από αυτό καλύπτονται τα μεταφορικά, η μισθοδοσία, η ενέργεια, οι προμήθειες καρτών, οι αποσβέσεις, τα λειτουργικά έξοδα και το επιχειρηματικό κέρδος.
Ακόμη και αν το συγκεκριμένο περιθώριο μηδενιζόταν –σενάριο προφανώς μη ρεαλιστικό– η τιμή θα παρέμενε περίπου στα 1,87 ευρώ. Τα στοιχεία δεν στηρίζουν, επομένως, την άποψη ότι η πανελλαδική ακρίβεια προκαλείται κυρίως από τα πρατήρια.
Αυτό δεν αποκλείει επιμέρους παραβάσεις ή αδικαιολόγητες αποκλίσεις, ιδιαίτερα σε τοπικές αγορές με περιορισμένο ανταγωνισμό. Δείχνει, όμως, ότι το πρόβλημα πρέπει να αναζητηθεί πρωτίστως στη φορολογία, στη διαμόρφωση της τιμής διυλιστηρίου και στις δομικές αδυναμίες ολόκληρης της αγοράς.
Γιατί τα καύσιμα είναι ακριβότερα στα νησιά
Στις 21 Αυγούστου η μέση τιμή της απλής αμόλυβδης ήταν:
– 2,263 ευρώ στις Κυκλάδες,
– 2,146 ευρώ στα Δωδεκάνησα,
– 2,118 ευρώ στη Λευκάδα,
– 2,105 ευρώ στη Λέσβο,
– 2,100 ευρώ στην Κεφαλονιά,
– 2,027 ευρώ στα Χανιά.
Στις νησιωτικές αγορές προστίθενται το θαλάσσιο μεταφορικό κόστος, η αποθήκευση και οι μικρότεροι όγκοι πωλήσεων. Παράλληλα, η Επιτροπή Ανταγωνισμού έχει επισημάνει ότι σε ορισμένες γεωγραφικές περιοχές υπάρχει εγκατάσταση αποθήκευσης μόνο μίας εταιρείας και ότι ορισμένες συμφωνίες συν-αποθήκευσης περιλαμβάνουν όρους αποκλειστικότητας.
Οι συνθήκες αυτές μπορούν να περιορίσουν την πρόσβαση ανταγωνιστών, ιδιαίτερα σε νησιά και απομακρυσμένες περιοχές. Το υψηλότερο πραγματικό κόστος τροφοδοσίας εξηγεί ένα μέρος της διαφοράς, χωρίς να δικαιολογεί αυτομάτως οποιαδήποτε τιμή ή να καθιστά περιττούς τους ελέγχους.
Πού βρίσκεται τελικά η ευθύνη
Η σημερινή τιμή δεν έχει έναν μόνο υπεύθυνο.
Το κράτος έχει σαφή και απολύτως μετρήσιμη ευθύνη. Ο ΕΦΚ σχεδόν διπλασιάστηκε από το 2008, ο ΦΠΑ αυξήθηκε από 19% σε 24% και επιβάλλεται ακόμη και πάνω στον ΕΦΚ. Περισσότερο από το μισό ποσό στην αντλία είναι φόροι και τέλη.
Η διεθνής αγορά επηρεάζει επίσης αποφασιστικά την τιμή. Το ασθενέστερο ευρώ περιορίζει το όφελος από τη χαμηλότερη τιμή του Brent, ενώ η στενότητα στην αγορά έτοιμων προϊόντων και τα αυξημένα διεθνή περιθώρια διύλισης επιβαρύνουν την τιμή εξόδου.
Τα δύο ελληνικά διυλιστήρια δεν μπορούν να θεωρηθούν εκ προοιμίου υπεύθυνα για παράνομη αισχροκέρδεια, καθώς τέτοια παράβαση δεν έχει αποδειχθεί με τελεσίδικη απόφαση. Δεν μπορούν, όμως, ούτε να εξαιρεθούν από τη συζήτηση. Λειτουργούν σε αγορά δυοπωλίου, για την οποία η Επιτροπή Ανταγωνισμού έχει διαπιστώσει απουσία αποτελεσματικού ανταγωνισμού και έχει καταγράψει σοβαρά προβλήματα στη διαμόρφωση και στη μετακύλιση των τιμών.
Οι εταιρείες εμπορίας και τα πρατήρια συμμετέχουν επίσης στη διαμόρφωση της τιμής, αλλά το συνολικό μικτό περιθώριό τους είναι πολύ μικρότερο από τη φορολογική επιβάρυνση και την τιμή διυλιστηρίου.
Το ασφαλές συμπέρασμα είναι ότι η βενζίνη βρίσκεται στα ύψη επειδή πάνω σε μια ήδη αυξημένη και όχι επαρκώς ανταγωνιστική τιμή διυλιστηρίου προστίθεται μία από τις βαρύτερες φορολογικές επιβαρύνσεις στην Ευρώπη. Οι δύο παράγοντες δεν αλληλοαναιρούνται, αλλά λειτουργούν σωρευτικά.
Η αντιμετώπιση του προβλήματος προϋποθέτει διαφάνεια στα πραγματικά περιθώρια διύλισης, άρση των εμποδίων στις εισαγωγές και στην αποθήκευση, εφαρμογή των μέτρων της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ουσιαστικούς ελέγχους σε όλα τα στάδια και πολιτική απόφαση για τον ΕΦΚ και τον ΦΠΑ. Χωρίς παρεμβάσεις τόσο στη φορολογία όσο και στη λειτουργία του ανταγωνισμού, η αποκλιμάκωση του Brent από μόνη της δεν αρκεί για να επιστρέψει η βενζίνη σε πραγματικά χαμηλές τιμές.
Πηγές: Παρατηρητήριο Τιμών – δελτίο 21ης Αυγούστου 2026, Επιτροπή Ανταγωνισμού – κανονιστική παρέμβαση στα πετρελαιοειδή, Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών – Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης, EIA/FRED – ιστορικές τιμές Brent, ΕΚΤ – ισοτιμία ευρώ/δολαρίου.
Ακολουθήστε το HANIA.news στο Facebook και στο Twitter



